Το Δημόσιο δεν χρειάζεται άλλους υπαλλήλους, μα νέο εξοπλισμό
Η αναποτελεσματικότητα του κράτους δεν οφείλεται μόνο στην οκνηρία και στην πολυνομία, αλλά και στην έλλειψη βασικού εξοπλισμού. Χαμένοι όλοι μας.
Σκηνή πρώτη: Στην Ερμού, δίπλα στην Πλατεία Αγίας Σοφίας, αστυνομικοί και διασώστες του ΕΚΑΒ αναζητούν τραυματία σε ταράτσα πολυκατοικίας. Ο άτυχος ηλικιωμένος κάλεσε σε βοήθεια, όμως η ώρα περνά χωρίς να μπορεί να εντοπιστεί με σχετική ακρίβεια. Ευτυχώς, τέλος καλό, όλα καλά, αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχε βρεθεί νωρίτερα ο τραυματίας.
Σοκ στη Θεσσαλονίκη: Άνδρας βρέθηκε αιμόφυρτος σε ταράτσα (ΦΩΤΟ-VIDEO)
Σκηνή δεύτερη: Βραδινή αποκομιδή απορριμμάτων στο κέντρο. Οι δημοτικοί υπάλληλοι φορτώνουν βιαστικά τις σακούλες που είχαν εναποτεθεί σωρηδόν δίπλα στον κάδο. Μία από αυτές σκίζεται και δεκάδες ακτινογραφίες σκορπίζονται στην άσφαλτο. Τα δύο μέλη του συνεργείου -άνδρας και γυναίκα- πασχίζουν να τις μαζέψουν γρήγορα με τα χέρια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος.
Οι πολίτες συνηθίζουμε να γκρινιάζουμε για τους κρατικούς λειτουργούς. Συνηθίζουμε να τους κατηγορούμε για ανεπάρκεια και οκνηρία. Η άποψη αυτή είναι συχνά δικαιολογημένη: δεν είναι καθόλου λίγοι όσοι αντιμετωπίζουν τη θέση τους στο Δημόσιο ως δικαιωματική αργομισθία, απαλλαγμένη από ευθύνη. Ωστόσο, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι οι πραγματικοί κηφήνες αποτελούν μειοψηφία. Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι τουλάχιστον προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, ακόμη κι αν δεν τα καταφέρνουν πάντα — όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν εκ των πραγμάτων.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα διόγκωσε θεαματικά τον κρατικό μηχανισμό. Κατά συνέπεια, το μέγεθος των απασχολουμένων σε αυτόν πενταπλασιάστηκε μεταξύ 1974 και 2010. Έκτοτε ο απόλυτος αριθμός τους έχει μειωθεί, μα όχι δραματικά. Για να τοποθετηθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, χρειάστηκε η σταδιακή συγκρότηση μιας δαιδαλώδους διοικητικής δομής, με αμέτρητα παρακλάδια. Η εν λόγω δομή στηρίζεται σε επίσης αμέτρητους νόμους, τροπολογίες, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, κανονιστικές διατάξεις και ερμηνευτικές εγκυκλίους.
Παρά λοιπόν τις μνημονιακές μεταρρυθμίσεις, το ελληνικό Δημόσιο δεν φείδεται ανθρώπων και λέξεων. Εξακολουθεί όμως να φείδεται των μέσων εκείνων που θα επιτρέψουν στους ανθρώπους του να εργαστούν παραγωγικά, και στις λέξεις να έχουν ουσιαστικό νόημα.
Ας ξαναδούμε τις δύο σκηνές της αρχής. Στην πρώτη, αν υπήρχε ένα drone διαθέσιμο, η διάσωση θα είχε εκτελεστεί πολύ γρηγορότερα, προς όφελος του τραυματία, των υπηρεσιών και της αστικής λειτουργίας. Στη δεύτερη, θα έπρεπε να διατίθενται είτε περισσότερα απορριμματοφόρα είτε περισσότεροι κάδοι, καθώς η καθημερινά παραγόμενη ποσότητα απορριμμάτων προφανώς ξεπερνά τις δυνατότητές τους. Δεν φταίνε λοιπόν οι κρατικοί λειτουργοί αν η δουλειά δεν γίνεται σωστά, εφόσον δεν διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να γίνει.
Το ίδιο φαινόμενο εντοπίζεται παντού στο Δημόσιο: δικαστικοί που χρησιμοποιούν βαριά λογισμικά σε απαρχαιωμένα desktop, ΖΗΤΑδες που επιχειρούν με παλιές μηχανές και αναλογικούς ασυρμάτους, εκπαιδευτικοί που διδάσκουν θετικές επιστήμες με παρωχημένα βιβλία, νοσηλευτές που στερούνται βασικού εξοπλισμού διακομιδής, αρχειοφύλακες σε απελπιστικά ακατάλληλους χώρους, ελεγκτές περιβάλλοντος χωρίς όργανα άμεσης μέτρησης, τεχνικοί χωρίς αναγκαία εργαλεία, δασοπυροσβέστες χωρίς μέσα νυχτερινών επιχειρήσεων.
Αδιαφορώντας για την αποτελεσματικότητα, διαδοχικές κυβερνήσεις επένδυσαν στην ποσότητα, σύμφωνα με μια παρωχημένη, τριτοκοσμική λογική. Διόλου παράξενο. Το κράτος αντιμετωπίστηκε συστηματικά ως μηχανισμός απασχόλησης και όχι ως θεσμός εξυπηρέτησης των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι να μη σέβεται ούτε τους πολίτες, ούτε όσους απασχολεί. Ευπρόσδεκτη λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά επειγόντως χρειάζονται και drones, και απορριμματοφόρα, και η εκπαίδευση για να χρησιμοποιούνται ορθά.