Πόσο συμφέρει τελικά η πρόωρη αποπληρωμή χρέους;

Η κυβέρνηση επιλέγει τη δημοσιονομική ορθοδοξία και την ασφάλεια των αγορών· το μεγάλο ερώτημα είναι αν έτσι θυσιάζεται η ανάπτυξη.

Πόσο συμφέρει τελικά η πρόωρη αποπληρωμή χρέους;
EUROKINISSI

Η νέα πρόωρη αποπληρωμή δημοσίου χρέους, ύψους 5,29 δισεκατομμυρίων ευρώ, έγινε δεκτή με ευμενή σχόλια από τις τράπεζες, τους οίκους αξιολόγησης και Ευρωπαίους αξιωματούχους. Στο δημόσιο διάλογο κυρίως τονίζονται τα θετικά της κίνησης, όπως η εξοικονόμηση 135 εκατ. ευρώ ετησίως από τόκους.

Εγκρίθηκε η πρόωρη αποπληρωμή 5,29 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους από τον ESM

Εκ της αντιπολίτευσης, μόνη αρνητική κριτική διατυπώθηκε από τον Στέφανο Κασσελάκη, μέσω ΜΚΔ, ο οποίος εν ολίγοις συμβούλευσε την κυβέρνηση να σπεκουλάρει πάνω στη διακύμανση των επιτοκίων και της ισοτιμίας νομισμάτων, ώστε από τα ίδια χρήματα να αποσπάσει αποδόσεις έως και 4% ετησίως.

Το κράτος όμως δεν είναι επενδυτικό fund για να μοχλεύει τα διαθέσιμά του κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η κυβερνητική προσπάθεια είναι το 2032 να έχουμε μειώσει αρκετά το χρέος, ούτως ώστε οι τόκοι να μπορούν να καταβάλλονται βιώσιμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δάνεια GLF επιβαρύνονται με κυμαινόμενο ετήσιο επιτόκιο, το οποίο σήμερα διαμορφώνεται σε 2,3%-2,4%, ενώ τα φετινά έντοκα γραμμάτια Δημοσίου προσέφεραν αποδόσεις μεταξύ 1,78%-2,03%.

Μια πρόωρη αποπληρωμή χρέους βελτιώνει τον δείκτη χρέους/ΑΕΠ και την πιστοληπτική ικανότητα. Κατά συνέπεια, μειώνονται τα επιτόκια μακροπρόθεσμου δανεισμού κράτους και μεγάλων επιχειρήσεων. Ωστόσο, ως συνήθως, τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο. Στην Ελλάδα εστιάζουμε υπερβολικά πολύ στον αριθμητή και παραμελούμε τον παρονομαστή.

Ως αποτέλεσμα της ονομαστικής οικονομικής ανάπτυξης, τα αυξημένα έσοδα συνέβαλαν στην επίτευξη απροσδόκητων πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτά πλέον ξεπερνούν τις προβλέψεις του προϋπολογισμού και έχουν οδηγήσει σε διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές. Τούτου λεχθέντος, τα περισσευούμενα 5,29 δισ. προήλθαν σε πολύ μεγάλο βαθμό από την υπεραπόδοση του φορολογικού μηχανισμού. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ σημείωσαν ιστορικό υψηλό το 2024, αυξημένα κατά 1,9 δισ., ενώ η συνολική αύξηση των κρατικών εσόδων έφτασε τα 7,1 δισ. ευρώ. Τα υψηλά ποσά από έμμεσους φόρους δεν προήλθαν μόνο από τη μείωση της φοροδιαφυγής αλλά και από την άνοδο του τιμαρίθμου. Με άλλα λόγια, συσχετίζονται με τη μείωση της αγοραστικής μας δύναμης.

Αυτά τα διαθέσιμα θα μπορούσαν να διατεθούν στην τόνωση της οικονομίας, αντί να δεσμεύονται για εξόφληση χρέους με ήδη αρκετά ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής. Δηλαδή, αν και τα αποπληρωμένα δάνεια θεωρούνται «ακριβά» σε σχέση με τα τρέχοντα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας, το μέλλον είναι άγνωστο -αν, πχ, η Fed τα μειώσει περαιτέρω, το ίδιο θα κάνει κατόπιν και η ΕΚΤ. Η -με χρήση εξωτερικού δανεισμού- εξόφληση οφειλών σε επίσημους ενωσιακούς πιστωτές επίσης αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από τις κεφαλαιαγορές για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της, κάτι που ενέχει κινδύνους σε περιόδους αστάθειας. Επιπλέον, τα 5,29 δισ. αφαιρέθηκαν από την εσωτερική κυκλοφορία χρήματος, εις βάρος της ρευστότητας· οι ΜΜΕ σίγουρα θα τα προτιμούσαν εδώ, και προφανώς το ίδιο ισχύει για όσους προμηθευτές του Δημοσίου καθυστερούν μονίμως να πληρωθούν. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι είναι συζητήσιμη η βέλτιστη αξιοποίηση των διαθεσίμων.

Η χρήση τους για επιδόματα σίγουρα δεν είναι η ιδανική, καθώς δεν αμβλύνονται έτσι τα θεμελιώδη προβλήματα χαμηλής παραγωγικότητας. Αντίθετα, καταλήγουν απευθείας στην κατανάλωση, αυξάνοντας τον πληθωρισμό. Τι θα γινόταν όμως αν ενίσχυαν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του 2026, ύψους έως 16,7 δισ. ευρώ; Πιθανώς εκεί θα αποδεικνύονταν πολύ πιο αποδοτικά, καθώς θα μεγάλωναν τον παρονομαστή στην αναλογία χρέος/ΑΕΠ.

Οι δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής, εξωστρέφεια, εξοικονόμηση ενέργειας, καινοτομία και παιδεία συνήθως παρέχουν υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή. Κάθε ευρώ που επενδύεται μπορεί μακροπρόθεσμα να αποφέρει 2 ή 3 ευρώ στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και τονώνοντας την εμπορική κίνηση. Η κατεύθυνση πόρων εκεί δύναται να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες και να αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας γενικά. Επιπρόσθετα, τα κονδύλια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη άμεσων κοινωνικών αναγκών όπου καταγράφονται σημαντικά κενά.

Εν τέλει, η πρόωρη αποπληρωμή αποτελεί συμβολική πρωτοβουλία βελτίωσης της ελληνικής εικόνας στις αγορές, η οποία φυσικά δεν επιλύει το ακανθώδες ζήτημα του -σταθερά υψηλού- δημόσιου χρέους.

Το δίλημμα λοιπόν βρίσκεται μεταξύ της μετρήσιμης δημοσιονομικής ασφάλειας και της -πιθανώς αποδοτικότερης, αλλά πιο ριψοκίνδυνης- τοποθέτησης στην ανάπτυξη. Όπως περιγράφεται και στο βιβλίο του Αλέξη Πατέλη, η κυβέρνηση έχει επιλέξει τη δημοσιονομική ορθοδοξία και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Παράλληλα διοχετεύει κυρίως στους «μεγάλους» τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ποντάροντας στο δικό τους σχεδιασμό . Μένει να φανεί τι θα συμβεί το 2027, όταν θα στερέψουν αυτά τα κεφάλαια. Τότε θα κριθεί η ορθότητα της κυβερνητικής επιλογής.