Μετά τον αιώνα των φραγμάτων, η λειψυδρία επέστρεψε
Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως εθνικό πρόγραμμα για το νερό· όχι μόνο έργα, αλλά και πολιτική βούληση και στρατηγικό σχέδιο.
Η ιστορία της νεώτερης Ελλάδας είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιστορία του νερού της. Από τα πρώτα έργα του Μεσοπολέμου μέχρι τις πιο πρόσφατες κρίσεις λειψυδρίας, η χώρα πάντοτε αναμετριέται με την ικανότητά της να το αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η συλλογική μας πρόοδος εν πολλοίς ορίστηκε στις κοίτες των ποταμών και στα αναχώματα των λιμνών μας. Το φράγμα του Μαραθώνα, η λίμνη Πλαστήρα, η αποξήρανση της λίμνης Γιαννιτσών, τα αντιπλημμυρικά έργα στην ανατολική Μακεδονία, ακόμη και η -ακόμη ανεκπλήρωτη- ιδέα της εκτροπής του Αχελώου υπήρξαν στάδια μιας κοινής προσπάθειας: να αποκτηθεί επάρκεια και έλεγχος πάνω στους εθνικούς υδάτινους πόρους.
Εταιρείες όπως η Ulen, η Omnium Lyonnais, η Foundation και η John Monks, μετά τη δεκαετία του ’20 συνδέθηκαν με θεαματική αύξηση της γεωργικής παραγωγής και με ευημερία των πληθυσμών της υπαίθρου. Οι ξένοι έφεραν πολύτιμη τεχνογνωσία, αλλά η πολιτική βούληση ήταν πάντα ελληνική, καθώς τότε συνυπήρχαν ορατοί στόχοι και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.
Έναν αιώνα αργότερα, το παλαιό στοίχημα επιστρέφει. Η χθεσινή προειδοποίηση του πρωθυπουργού για ενδεχόμενο σοβαρό πρόβλημα υδροδότησης της Αττικής δυστυχώς δεν αποτελεί υπερβολή, αλλά προμήνυμα μιας νέας εποχής. Η λειψυδρία δεν είναι πια μια αόριστη ανησυχία των ειδικών. Οι υδροφόροι ορίζοντες εξαντλούνται, οι -συχνά παράνομες- ιδιωτικές γεωτρήσεις βαθαίνουν, οι φυσικές πηγές λιγοστεύουν και η κλιματική αλλαγή επιβάλλει όρους ξηρασίας σε περιοχές που άλλοτε θεωρούνταν ασφαλείς. Η λειψυδρία είναι πλέον πραγματικότητα που απαιτεί άμεση πολιτική και κοινωνική εγρήγορση.
Κ. Μητσοτάκης: Το 51% της ΕΥΔΑΠ ανήκει στο ελληνικό Δημόσιο και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει
Μετά λοιπόν από δεκαετίες παραμέλησης, το σχέδιο ύψους 2,5 δισ. ευρώ για τη διαχείριση των υδάτων, όπως παρουσιάστηκε στα 100 χρόνια της ΕΥΔΑΠ, φιλοδοξεί να θέσει τέλος σε μια σειρά αποσπασματικών ενεργειών. Ήδη εκτελούνται 151 έργα με προϋπολογισμό άνω των 320 εκατ. ευρώ.
Τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης σε περισσότερα από 40 νησιά, η εκτροπή Κρικελιώτη και Καρπενησιώτη προς τον Εύηνο, οι δράσεις αφαλάτωσης και ανακύκλωσης νερού συνθέτουν έναν νέο οδικό χάρτη υδατικής ασφάλειας. Όμως τα έργα, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν αρκούν. Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας και τρόπων διαχείρισης: ενιαίος σχεδιασμός, εκσυγχρονισμός των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, λογοδοσία στις 110 διάσπαρτες ΔΕΥΑ, αλλά και αναθεώρηση του ίδιου του μοντέλου αγροτικής παραγωγής.
Σήμερα η Ελλάδα υποχρεούται να πάψει να λειτουργεί υπό τη λογική της αφθονίας. Οφείλει να κατανοήσει ότι το νερό δεν είναι ανεξάντλητο, ούτε δεδομένο. Ακόμη και η αφαλάτωση και η μεταφορά από μεγάλες αποστάσεις συνεπάγονται δυσβάσταχτο ενεργειακό και οικονομικό κόστος. Συνεπώς, το πραγματικό ζητούμενο είναι η βιώσιμη χρήση: στοχευμένη εξοικονόμηση, έξυπνα και στεγανά δίκτυα, περιορισμένη σπατάλη καταναλωτών, και φυσικά σεβασμός στη φυσική ισορροπία.
Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ καλούνται να αναλάβουν εκ νέου έναν ιστορικό ρόλο -όχι ως απλές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, αλλά ως θεματοφύλακες ενός δημοσίου αγαθού που αφορά την ίδια τη συλλογική μας επιβίωση. Αν κάτι αξίζει να αποκαλείται «εθνική υπόθεση» σήμερα, είναι η προστασία του νερού, του αναντικατάστατου φυσικού πόρου. Θα μπορέσουμε λοιπόν να αλλάξουμε νοοτροπία, ή θα μπαλώσουμε κακήν κακώς ένα απαρχαιωμένο σύστημα;