Η Καρυστιανού ως αντικείμενο συζήτησης
Οι υψηλές δημοσκοπικές επιδόσεις της Μαρίας Καρυστιανού την έχουν καταστήσει καθημερινό αντικείμενο πολιτικής συζήτησης. Σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης αναρωτιέται πότε θα ανακοινώσει το κόμμα της, ποια θα είναι η ονομασία του, πού τοποθετείται ιδεολογικά, ποιό το κυβερνητικό πρόγραμμά του (πχ για τις αμβλώσεις) και ποιοί θα το στελεχώσουν. Ταυτόχρονα, επίσημα ή ανεπίσημα, δέχεται πυρά από τις υπάρχουσες πολιτικές παρατάξεις. Αναπόφευκτο, δεδομένης της μεγάλης αναστάτωσης που επικρατεί στον αντιπολιτευόμενο χώρο. Αν και ενίοτε απαξιωτικά, τουλάχιστον είναι πυρά ευπρεπή.
Δεν επιδεικνύουν όμως ανάλογη ευπρεπή συμπεριφορά πολλοί σχολιαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί διαβάζουμε ύβρεις εναντίον της νεόκοπης πολιτικού, αισχρά σχόλια όμοια με εκείνα που συνήθως εισπράττουν οι παλιότεροι. Όπως αποδεικνύεται, μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης -ιδίως όσοι απέχουν συστηματικά από τις εκλογές- απορρίπτει οποιονδήποτε εισέρχεται στην εκλογική αρένα. Για όσους δεν πιστεύουν στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, η διεκδίκηση της ψήφου αποτελεί στίγμα, όχι προσόν.
Ωστόσο, εάν φτάσει μέχρι την κάλπη, η Καρυστιανού θα έχει προσελκύσει ένα σημαντικό ποσοστό αντισυστημικών, δηλαδή πολιτών που μόνο για χάρη της θα ξαναγίνουν ψηφοφόροι. Σύμφωνα με ορισμένα γκάλοπ, το κόμμα της θα μπορούσε να βρεθεί ακόμη και στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης· κατά το Σύνταγμα, θέση εξαιρετικά σημαντική. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει φουντωμένη για διάφορες αιτίες. Αν και δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 2012, όμως βρίσκεται ψηλά και κάπως θα πρέπει να εκφραστεί. Είναι αδιάφορο αν η διεθνής συγκυρία καθιστά επικίνδυνο οποιονδήποτε πολιτικό πειραματισμό: η ανάγκη για εντελώς νέα έκφραση παραμένει, παρά τον στρουθοκαμηλισμό των καθιερωμένων κομμάτων.
Όπως κάθε Έλληνας, η Μαρία Καρυστιανού έχει κάθε δικαίωμα να συγκροτήσει νέο πολιτικό σχηματισμό -αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Έχει επίσης κάθε νόμιμο δικαίωμα να προωθήσει μια ατζέντα εκ βάθρων κάθαρσης των κρατικών θεσμών, εφόσον αυτή δεν προτρέπει στη βία. Από εκεί και πέρα, και ο λαός έχει κάθε δικαίωμα να την κρίνει ως πολιτική περσόνα, διότι αυτό πλέον είναι.
Πάντως, έχει και την υποχρέωση να την αντιμετωπίσει με σεβασμό· όχι με κάποιον προνομιακό σεβασμό, αλλά με εκείνον που οφείλεται σε κάθε συνάνθρωπο. Το ίδιο άλλωστε ισχύει για όλους τους πολιτικούς, νέους ή παλιούς: δεν χρειάζεται ούτε να τους βρίζουμε ούτε να τους καταριόμαστε. Μπορούμε απλούστατα να μη τους ψηφίσουμε. Με τον δικομματισμό να αποτελεί -προσώρας- παρελθόν, οι διαθέσιμες επιλογές είναι άφθονες.