Εθνικό Κολυμβητήριο: Η Θεσσαλονίκη βαλτωμένη στα «θα»

Εθνικό Κολυμβητήριο: Η Θεσσαλονίκη βαλτωμένη στα «θα»
EUROKINISSI

Συμπληρώνονται 425 ημέρες από τη στιγμή που ανέστειλε τη λειτουργία του το Εθνικό Κολυμβητήριο Θεσσαλονίκης. 425 ημέρες όπου παιδιά, αθλητές, οικογένειες και σωματεία περιφέρονται από πισίνα σε πισίνα, προσπαθώντας να διατηρήσουν μια στοιχειώδη αθλητική κανονικότητα. Την ίδια στιγμή, στο Ποσειδώνιο και στους Αμπελόκηπους επικρατεί ασφυξία: δεκάδες αθλητές στοιβάζονται στις ίδιες διαδρομές, γονείς διαμαρτύρονται για θέματα ασφάλειας και υγιεινής, προπονητές λειτουργούν στα όριά τους και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας παρακολουθεί την αποσύνθεση μιας ολόκληρης οικογένειας αθλημάτων. Την αποσύνθεση της κολύμβησης, των καταδύσεων και του πόλο σε μια πόλη που έβγαλε γενιές διακεκριμένων αθλητών του υγρού στίβου.

Το πιο αποκαρδιωτικό δεν είναι η εγκατάλειψη. Είναι η εξοικείωση με αυτήν. Η Θεσσαλονίκη έχει μάθει να ζει μέσα στη στασιμότητα και να πανηγυρίζει όσα αλλού θεωρούνται αυτονόητα. Να αισθάνεται σχεδόν ευγνωμοσύνη επειδή, μετά από δεκαετίες, προχωρά η διάνοιξη της Πόντου στην Καλαμαριά. Να αντιμετωπίζει ως κατάκτηση το ενδεχόμενο μεταφοράς του ΠΑΟΚ στο Καυτανζόγλειο το 2027. Να ενθουσιάζεται για τη διαμόρφωση στάσεων προαστιακού στην υφιστάμενη σιδηροδρομική γραμμή. Να εκστασιάζεται διότι επιτέλους αποκτά εξειδικευμένο παιδιατρικό νοσοκομείο. Να θαυμάζει την —ομολογουμένως απροσδόκητη— κατασκευή του Flyover εντός χρονοδιαγράμματος. Και από εκεί και πέρα, να ακούει συνεχώς για «ωριμάνσεις», «διαβουλεύσεις», «επικαιροποιήσεις» και «χρονοδιαγράμματα», χωρίς να παρατηρεί την επιτάχυνση που απαιτεί μια τόσο παραμελημένη μητρόπολη.

Την ίδια στιγμή, μόνο στην παράκτια Αττική υλοποιείται με ταχύτητα το νέο κέντρο υδάτινου αθλητισμού στο ΣΕΦ (κόστους 23,5 εκατ. €), αναβαθμίζεται ενεργειακά το δημοτικό κολυμβητήριο Πειραιά και προχωρούν δημόσιες επενδύσεις άνω των 400 εκατομμυρίων ευρώ στο παραλιακό μέτωπο, στην Αθηναϊκή Ριβιέρα. Η τελευταία αποκτά ποδηλατοδρόμους, πράσινους χώρους και περισσότερες υποδομές, όταν η -σχεδόν ταυτόχρονα εξαγγελθείσα- ενοποίηση του παραλιακού μετώπου Θερμαϊκού αναζητείται σε συρτάρια υπουργείων. Στο κέντρο, το κράτος ενεργεί μεθοδικά και γενναιόδωρα, ακολουθώντας λογική στρατηγικού σχεδιασμού. Στην υπόλοιπη χώρα, ιδανικά εξαντλείται στη διαχείριση παμπάλαιων εκκρεμοτήτων.

Εδώ, λοιπόν, εντοπίζεται μια μεγάλη πληγή της Ελλάδας και ειδικά της Θεσσαλονίκης, λόγω του μεγέθους της. Φυσικά, δεν αποτελεί πληγή μία μεμονωμένη καθυστέρηση. Πληγή είναι η αίσθηση ότι κάθε έργο νομοτελειακά καταλήγει σε ατελείωτη διαδικασία φθοράς. Η ανάπλαση της ΔΕΘ παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μεταθέσεις χρονοδιαγραμμάτων, πολιτικές ισορροπίες και ελλιπή δημόσια ενημέρωση. Η κρίσιμη για τη λειτουργία του λιμανιού οδική σύνδεση του Προβλήτα 6 με την ΠΑΘΕ παραμένει άπιαστο όνειρο. Ακολουθώντας τον κανόνα, το Εθνικό Κολυμβητήριο παραμένει κλειστό χωρίς σαφή ορίζοντα επαναλειτουργίας. Και κάθε φορά, η πόλη ακούει την ίδια προτροπή: «λίγη ακόμη υπομονή».

Μόνο που η υπομονή δεν είναι αναπτυξιακό σχέδιο. Είναι πολιτικό σύμπτωμα. Για χρόνια, η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζεται σαν χώρος διαρκούς αναμονής. Μια πόλη που καλείται συνεχώς να περιμένει λίγο ακόμη για τα αυτονόητα. Λίγο ακόμη για υποδομές. Λίγο ακόμη για συγκοινωνίες. Λίγο ακόμη για αθλητικές εγκαταστάσεις. Λίγο ακόμη για έργα που αλλού θεωρούνται ήδη παλιά.

Κάπως έτσι, η στασιμότητα μετατρέπεται σε κανονικότητα. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Όταν μια κοινωνία παύει να αντιδρά δυνατά στη μόνιμη καθυστέρηση, τότε αρχίζει να τη θεωρεί φυσικό νόμο. Τότε η οργή της γίνεται βουβή, και άρα πολύ πιο απρόβλεπτη.

Η Θεσσαλονίκη δεν έχει ανάγκη από υπομονή. Έχει ανάγκη από βούληση.