Το «ποτέ ξανά» που έρχεται πάντα εκ των υστέρων
Ο θάνατος του Ράτκο Μλάντιτς ξανανοίγει μια συζήτηση που η Ευρώπη δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά, επειδή από τη Σρεμπρένιτσα έως την Ουκρανία και τη Γάζα η διεθνής τάξη αποδεικνύεται πολύ ικανότερη να δικάζει το έγκλημα από όσο να το αποτρέπει.
Όσο ο Ράτκο Μλάντιτς παρέμενε ζωντανός στη φυλακή της Χάγης, υπήρχε κάτι σχεδόν συμβολικό στην παρουσία του, αφού ένας άνθρωπος που είχε συνδέσει το όνομά του με τη μεγαλύτερη μαζική σφαγή στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε τελικά βρεθεί απέναντι στη διεθνή δικαιοσύνη και είχε καταδικαστεί για γενοκτονία. Με τον θάνατό του κλείνει η προσωπική του διαδρομή, ενώ παραμένει ανοιχτός ο πολύ δυσκολότερος λογαριασμός της διεθνούς κοινότητας με όσα συνέβησαν στη Σρεμπρένιτσα, επειδή το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά πλέον το ποιος ευθύνεται για τη σφαγή, κάτι που έχει κριθεί δικαστικά και ιστορικά, αλλά το γιατί ένα έγκλημα τέτοιας κλίμακας αφέθηκε να πραγματοποιηθεί μπροστά σε μια Ευρώπη που γνώριζε τι συνέβαινε στη Βοσνία και είχε δεσμευτεί ότι ο συγκεκριμένος θύλακας θα προστατευόταν.
Στη Σρεμπρένιτσα κατέρρευσε πρωτίστως μια πολιτική αυταπάτη, σύμφωνα με την οποία η διεθνής παρουσία, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και η επίκληση του ανθρωπιστικού δικαίου αρκούν για να συγκρατήσουν έναν αντίπαλο που έχει αποφασίσει ότι μπορεί να επιτύχει τους στόχους του με οργανωμένη βία. Η περιοχή είχε χαρακτηριστεί «ασφαλής», οι κυανόκρανοι βρίσκονταν εκεί, το ΝΑΤΟ διέθετε συντριπτική αεροπορική υπεροχή και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις γνώριζαν ήδη τι σήμαινε η πολιτική της εθνοκάθαρσης στα Βαλκάνια. Όλα αυτά συνυπήρχαν με μια βαθιά απροθυμία ανάληψης του κόστους που απαιτούσε η πραγματική προστασία των αμάχων.
Η απόσταση ανάμεσα στη διακήρυξη και στην ισχύ υπήρξε καθοριστική, καθώς μια «ασφαλής περιοχή» χωρίς επαρκή στρατιωτική δύναμη, σαφή εντολή και πολιτική βούληση εφαρμογής της προστασίας μπορούσε τελικά να λειτουργήσει ως παγίδα για εκείνους που πίστεψαν στην εγγύηση της διεθνούς κοινότητας. Το σκληρότερο μάθημα της Σρεμπρένιτσα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Όταν ένας διεθνής οργανισμός αναλαμβάνει την προστασία ανθρώπων, η αποτυχία του υπερβαίνει την επιχειρησιακή ανεπάρκεια και αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικής ευθύνης, επειδή οι ίδιοι οι προστατευόμενοι ρύθμισαν τη συμπεριφορά τους με βάση μια υπόσχεση που τελικά δεν μπορούσε να τηρηθεί.
Η δικαιοσύνη που απέδωσε ευθύνη όταν η πρόληψη είχε ήδη αποτύχει
Η μεταγενέστερη πορεία του Μλάντιτς προς τη Χάγη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποδείξεις ότι η διεθνής ποινική δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και όταν χρειάζονται χρόνια μέχρι να φτάσει στον δράστη, καθώς ο άλλοτε πανίσχυρος στρατηγός συνελήφθη, δικάστηκε και πέθανε ως ισοβίτης, έχοντας πλέον απέναντι στο όνομά του έναν οριστικό νομικό χαρακτηρισμό. Αυτή η εξέλιξη έχει σημασία για τα θύματα, για την ιστορική μνήμη και για την ίδια την έννοια της ατομικής ευθύνης, αφού καταρρίπτει την αντίληψη ότι η πολιτική ή στρατιωτική ισχύς εγγυάται για πάντα την ατιμωρησία.
Μέσα από τη Βοσνία διαμορφώθηκε επίσης ένα πολύ πιο απαιτητικό διεθνές νομικό περιβάλλον, στο οποίο η ευθύνη δεν σταματά μόνο στον φυσικό αυτουργό ή στον στρατιωτικό διοικητή. Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου για την υποχρέωση πρόληψης της γενοκτονίας διεύρυνε το πεδίο της συζήτησης, επειδή έθεσε το ερώτημα τι οφείλει να κάνει ένα κράτος όταν γνωρίζει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μαζικού εγκλήματος και διαθέτει πραγματική επιρροή πάνω σε εκείνους που μπορούν να το διαπράξουν.
Αυτή ακριβώς η ιδέα της πρόληψης είναι σήμερα πολύ σημαντικότερη από την τελετουργική επανάληψη της φράσης «ποτέ ξανά». Το διεθνές δίκαιο αποκτά αξία όταν επηρεάζει τη συμπεριφορά πριν από το έγκλημα, όταν δημιουργεί κόστος πριν από τις εκτελέσεις, όταν ενεργοποιεί κυβερνήσεις πριν από τους μαζικούς τάφους και όταν υποχρεώνει όσους διαθέτουν επιρροή να τη χρησιμοποιήσουν εγκαίρως. Η μεταγενέστερη τιμωρία παραμένει αναγκαία για τη δικαιοσύνη και την ιστορική αλήθεια, η ανθρώπινη προστασία κρίνεται σε προγενέστερο χρόνο.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και το παράδοξο της διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε μετά το 1945. Έχει αναπτύξει όλο και πιο λεπτομερείς κανόνες για τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων, όλο και περισσότερους μηχανισμούς έρευνας και ένα πολύ πιο ώριμο σύστημα ατομικής λογοδοσίας, την ώρα που παραμένει εξαρτημένη από την πολιτική βούληση των κρατών όταν απαιτείται έγκαιρη και αποτελεσματική δράση. Η Σρεμπρένιτσα αποδεικνύει ότι το χάσμα ανάμεσα στο δίκαιο και στην ισχύ μπορεί να μετρηθεί σε ανθρώπινες ζωές.
Ουκρανία και Γάζα, διαφορετικοί πόλεμοι και το ίδιο ερώτημα της ευθύνης
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδειξε πόσο περιορισμένη μπορεί να αποδειχθεί η αποτρεπτική δύναμη αυτής της μεταγενέστερης νομικής προόδου, επειδή η Ευρώπη ξαναβρέθηκε αντιμέτωπη με μαζικούς θανάτους αμάχων, εκτελέσεις, βασανιστήρια, καταστροφές πόλεων και εκτοπισμούς, παρότι διέθετε πλέον εμπειρία δεκαετιών από τη Βοσνία, τη Ρουάντα και τη δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η ταχύτητα με την οποία άρχισε η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα αποτελεί σαφή θεσμική πρόοδο, χωρίς να αλλάζει το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν πληρώσει το τίμημα ενός πολέμου που η διεθνής έννομη τάξη δεν διαθέτει από μόνη της τα μέσα να σταματήσει.
Η περίπτωση της Γάζας θέτει διαφορετικά δεδομένα και χρειάζεται να αντιμετωπίζεται χωρίς εύκολες ιστορικές εξισώσεις, καθώς η ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση ακολούθησε την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν περίπου 1.200 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στο Ισραήλ και εκατοντάδες μεταφέρθηκαν ως όμηροι στη Γάζα. Το Ισραήλ είχε δικαίωμα να αντιμετωπίσει μια ένοπλη οργάνωση που είχε πραγματοποιήσει μια τέτοια επίθεση και να επιδιώξει την επιστροφή των ομήρων του, ενώ ο τρόπος άσκησης αυτού του δικαιώματος υπάγεται πλήρως στους κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η γλώσσα που χρησιμοποίησαν ορισμένοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι μετά την 7η Οκτωβρίου, επειδή σε έναν πόλεμο με τεράστια πυκνότητα άμαχου πληθυσμού οι δημόσιες δηλώσεις της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερο βάρος από μια στιγμιαία έκφραση οργής. Αναφορές σε «πλήρη πολιορκία», δηλώσεις που συνέδεαν τη στέρηση βασικών αγαθών με τη στρατιωτική εκστρατεία και εκφράσεις απανθρωποποίησης του αντιπάλου βρέθηκαν εύλογα στο μικροσκόπιο της διεθνούς δικαιοσύνης, ιδίως όταν οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στον άμαχο πληθυσμό απέκτησαν τεράστια κλίμακα.
Η προσοχή εδώ χρειάζεται να είναι διπλή. Ο χαρακτηρισμός της γενοκτονίας έχει συγκεκριμένες και αυστηρές νομικές προϋποθέσεις και η σχετική υπόθεση για τη Γάζα ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν έχει κριθεί οριστικά επί της ουσίας. Την ίδια στιγμή, η εμπειρία του 20ού αιώνα έχει διδάξει ότι η διεθνής κοινότητα οφείλει να λαμβάνει σοβαρά τη ρητορική που μπορεί να προετοιμάσει, να δικαιολογήσει ή να κανονικοποιήσει την ακραία βία απέναντι σε έναν πληθυσμό. Η πρόληψη χάνει το νόημά της όταν αρχίζει μόνο αφού έχει υπάρξει τελεσίδικη απόφαση για το τι ακριβώς συνέβη.
Το πρόβλημα παραμένει πάντοτε πολιτικό
Αν κάτι συνδέει πραγματικά τη Σρεμπρένιτσα, την Ουκρανία και τη σημερινή συζήτηση για τη Γάζα, αυτό δεν βρίσκεται σε μια υποτιθέμενη ταυτότητα των συγκρούσεων, των κινήτρων ή των δραστών, καθώς πρόκειται για διαφορετικές ιστορικές, στρατιωτικές και νομικές περιπτώσεις. Η σύνδεση βρίσκεται στο διαρκές χάσμα ανάμεσα στην αναγνώριση ενός κινδύνου και στην πολιτική απόφαση να αναληφθεί εγκαίρως το κόστος που απαιτείται για τον περιορισμό του.
Οι κυβερνήσεις συνήθως γνωρίζουν αρκετά νωρίς ότι μια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε μαζικά εγκλήματα, οι υπηρεσίες πληροφοριών διαθέτουν στοιχεία, οι διεθνείς οργανισμοί εκδίδουν προειδοποιήσεις, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις καταγράφουν τις πρώτες ενδείξεις και η δημόσια ρητορική των εμπλεκομένων συχνά αποκαλύπτει περισσότερα από όσα θα ήθελαν αργότερα να παραδεχθούν οι ίδιοι. Εκείνο που λείπει συνήθως αφορά τη διάθεση των ισχυρών κρατών να ενεργήσουν όταν ακόμη υπάρχει αβεβαιότητα, πολιτικό κόστος και φόβος ότι η παρέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση.
Ο θάνατος του Μλάντιτς προσφέρει επομένως ελάχιστη παρηγοριά και ένα πολύ ισχυρό πολιτικό μάθημα. Η διεθνής δικαιοσύνη τον έφτασε, του αφαίρεσε την πιθανότητα να πεθάνει ως ένας ατιμώρητος στρατηγός και κατέγραψε με ακρίβεια το έγκλημα για το οποίο θα μείνει στην ιστορία. Η μεγάλη αποτυχία είχε ήδη συντελεστεί τον Ιούλιο του 1995, όταν χιλιάδες άνθρωποι που πίστεψαν ότι προστατεύονταν οδηγήθηκαν στην εκτέλεση.
Τριάντα ένα χρόνια αργότερα, η διεθνής τάξη διαθέτει περισσότερα δικαστήρια, περισσότερους κανόνες, καλύτερα μέσα τεκμηρίωσης και πολύ μεγαλύτερη εμπειρία. Εκείνο που εξακολουθεί να καθορίζει την πραγματική αξία όλων αυτών είναι η πολιτική βούληση να χρησιμοποιηθούν πριν από την καταστροφή. Γιατί το «ποτέ ξανά» αποκτά κάποιο νόημα μόνο όταν παύει να λειτουργεί ως επιγραφή πάνω από τους τάφους και μετατρέπεται σε υποχρέωση δράσης όσο οι άνθρωποι που κινδυνεύουν βρίσκονται ακόμη στη ζωή.