Το κόμμα που αντέχει

Το κόμμα που αντέχει
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Γιατί η Νέα Δημοκρατία διατηρεί τον χαρακτήρα της μεγάλης παράταξης σε μια εποχή πολιτικής αποσύνθεσης και μεταδημοκρατίας

Το 16ο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας πραγματοποιήθηκε σε ένα πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα, κρίση εκπροσώπησης και βαθιά φθορά των παραδοσιακών κομματικών μορφών. Την ίδια στιγμή που η κυβερνητική παράταξη επιχείρησε να εκπέμψει εικόνα συνοχής, συνέχειας και οργανωμένης ισχύος, ο χώρος της αντιπολίτευσης εξακολουθεί να βιώνει μια παρατεταμένη φάση εσωτερικής αποδιάρθρωσης. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, οι συγκρούσεις γύρω από την ηγεσία, οι αποχωρήσεις στελεχών και η νέα ένταση που προκάλεσε η διαγραφή του Παύλου Πολάκη αποτυπώνουν κάτι βαθύτερο από μια απλή συγκυριακή εσωκομματική κρίση. Αναδεικνύουν την αδυναμία συγκρότησης ενός σταθερού κομματικού οργανισμού με θεσμική συνοχή και μακροχρόνια πολιτική ταυτότητα.

Η σύγκριση με τη Νέα Δημοκρατία αποκτά έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διότι η ΝΔ, παρά τις ιστορικές της συγκρούσεις, τις εσωτερικές αντιθέσεις και τις κατά καιρούς διασπάσεις, καταφέρνει εδώ και πενήντα χρόνια να λειτουργεί ως σταθερός πόλος εξουσίας. Η αντοχή αυτή δεν εξηγείται μόνο από την εκλογική της επιρροή ούτε αποκλειστικά από την κυριαρχία της στο σημερινό πολιτικό σύστημα. Συνδέεται με βαθύτερα χαρακτηριστικά πολιτικής οργάνωσης, ιστορικής συνέχειας και θεσμικής κουλτούρας, τα οποία αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή μεταδημοκρατίας, όπου τα παραδοσιακά κόμματα δοκιμάζονται διεθνώς.

Η θεσμοποίηση ως πηγή ανθεκτικότητας

Στην πολιτική επιστήμη, η έννοια της θεσμοποίησης χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα κόμματα που αποκτούν διάρκεια, οργανωτική σταθερότητα και προβλέψιμη λειτουργία μέσα στον χρόνο. Ένα θεσμοποιημένο κόμμα δεν εξαρτά την ύπαρξή του από μια συγκυριακή πολιτική έκρηξη, από έναν χαρισματικό ηγέτη ή από ένα πρόσκαιρο κοινωνικό ρεύμα. Διαθέτει εσωτερικούς μηχανισμούς απορρόφησης κρίσεων, κοινωνικές ρίζες και μια σχετικά σταθερή συλλογική ταυτότητα.

Η Νέα Δημοκρατία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου κόμματος. Από την ίδρυσή της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, διαμορφώθηκε ως παράταξη εξουσίας, με βασικό στόχο τη διακυβέρνηση και τη σύνθεση διαφορετικών πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων της κεντροδεξιάς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί σταδιακά μια πολιτική κουλτούρα εσωτερικής συνύπαρξης. Καραμανλικοί, φιλελεύθεροι, λαϊκή δεξιά, τεχνοκρατικά στελέχη, παραδοσιακοί κομματικοί μηχανισμοί και μεταρρυθμιστές συνυπήρξαν επί δεκαετίες εντός του ίδιου οργανισμού, επειδή υπήρχε κοινή επίγνωση ότι η ενότητα αποτελεί προϋπόθεση πολιτικής κυριαρχίας.

Η ιστορία της ΝΔ περιλαμβάνει σοβαρές εσωτερικές κρίσεις. Η αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά το 1993, οι αντιπαραθέσεις της περιόδου Μητσοτάκη και Καραμανλή, οι συγκρούσεις γύρω από τα μνημόνια και οι διαφοροποιήσεις της τελευταίας δεκαετίας θα μπορούσαν, υπό άλλες συνθήκες, να οδηγήσουν σε αποσύνθεση. Ωστόσο το κόμμα διατήρησε τη θεσμική του συνοχή, επειδή οι εσωτερικές τάσεις λειτουργούσαν ως μηχανισμοί διαπραγμάτευσης και όχι ως ανταγωνιστικά πολιτικά σύμπαντα που αμφισβητούσαν τη νομιμοποίηση της κοινής κομματικής ύπαρξης.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ αναπτύχθηκε με πολύ διαφορετικούς όρους. Η εκλογική του εκτόξευση κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης δημιούργησε ένα κόμμα με μεγάλη εκλογική επιρροή αλλά περιορισμένη οργανωτική εδραίωση. Η συνοχή του βασίστηκε κυρίως στην αντιμνημονιακή δυναμική και στον ηγετικό ρόλο του Αλέξη Τσίπρα. Όσο υπήρχε η προοπτική της εξουσίας, οι διαφορετικές τάσεις μπορούσαν να συνυπάρχουν. Μετά την εκλογική ήττα και ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση Τσίπρα, οι εσωτερικές αντιθέσεις μετατράπηκαν σε κρίση ταυτότητας. Οι συγκρούσεις έπαψαν να αφορούν απλώς την ηγεσία και άρχισαν να αγγίζουν το ίδιο το ερώτημα του τι πολιτικό κόμμα επιθυμεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η μεταδημοκρατία και η κρίση των μαζικών κομμάτων

Η ανθεκτικότητα της Νέας Δημοκρατίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί υπό το πρίσμα της μεταδημοκρατίας. Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, τα παραδοσιακά μαζικά κόμματα αντιμετωπίζουν μια ιστορική κρίση. Οι σταθερές κοινωνικές ταυτότητες αποδυναμώνονται, οι κομματικές πιστότητες μειώνονται και η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε επικοινωνιακή και προσωποκεντρική διαδικασία.

Τα social media και η ψηφιακή δημόσια σφαίρα ενισχύουν τη λογική της στιγμιαίας πολιτικής κινητοποίησης. Οι πολίτες λειτουργούν περισσότερο ως καταναλωτές πολιτικών αφηγημάτων και λιγότερο ως οργανικά ενταγμένα μέλη συλλογικών πολιτικών δομών. Η πολιτική σύγκρουση αποκτά αυξημένη συναισθηματική ένταση, ενώ η αλγοριθμική λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών επιβραβεύει τον διχασμό, την υπερβολή και την προσωποκεντρική προβολή.

Σε αυτό το περιβάλλον, τα μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα αντιμετωπίζουν μια δομική δυσκολία. Η ανάγκη σύνθεσης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και πολιτικών τάσεων απαιτεί ισορροπίες, θεσμική λειτουργία και πολιτική υπομονή, στοιχεία που συχνά συγκρούονται με τη λογική της ψηφιακής εποχής, όπου κυριαρχεί η ταχύτητα, η απλοποίηση και η συναισθηματική πόλωση.

Ωστόσο, ακριβώς μέσα σε αυτή τη συνθήκη αποδιάρθρωσης, αναδεικνύεται και το ιδιαίτερο πλεονέκτημα κομμάτων όπως η ΝΔ. Σε περιόδους γεωπολιτικής αβεβαιότητας, οικονομικής ανασφάλειας και διεθνούς αστάθειας, μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος εξακολουθούν να αναζητούν οργανισμούς που εκπέμπουν αίσθηση κυβερνησιμότητας και θεσμικής συνέχειας. Η ΝΔ διαθέτει βαθιά διασύνδεση με το κράτος, τη δημόσια διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση, την επιχειρηματική κοινότητα και ευρύτερα κοινωνικά δίκτυα εξουσίας. Αυτό δημιουργεί μια μορφή οργανικής αντοχής που δύσκολα αποκτούν προσωποπαγή ή ευκαιριακά πολιτικά σχήματα.

Η πολιτική επιστήμη έχει περιγράψει τέτοιου τύπου κόμματα ως οργανισμούς που λειτουργούν όχι μόνο εκλογικά αλλά και θεσμικά. Η παρουσία τους δεν εξαντλείται στην επικοινωνιακή σφαίρα. Διαθέτουν μηχανισμούς, μνήμη, διοικητική εμπειρία και ικανότητα διαχείρισης του κράτους. Σε εποχές αστάθειας, αυτά τα χαρακτηριστικά συχνά αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική αξία.

Το μέλλον της παράταξης στην εποχή της ταυτοτικής προσωποπαγούς πολιτικής

Παρά την ανθεκτικότητά της, η Νέα Δημοκρατία δεν μένει ανεπηρέαστη από τις μεταβολές της εποχής. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή ενίσχυση του αρχηγικού χαρακτήρα της πολιτικής λειτουργίας της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ενισχύσει σημαντικά τον πρωθυπουργοκεντρικό χαρακτήρα της διακυβέρνησης, αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό την ψηφιακή επικοινωνία, τον τεχνοκρατικό λόγο και τη λογική του κεντρικού επιτελικού ελέγχου.

Αυτό αντανακλά μια ευρύτερη διεθνή τάση. Τα σύγχρονα κόμματα εξουσίας επιχειρούν να συνδυάσουν την παραδοσιακή οργανωτική τους δομή με τη λογική της προσωποπαγούς πολιτικής επικοινωνίας. Η ηγεσία αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία από τα κομματικά όργανα, ενώ η πολιτική νομιμοποίηση μετατοπίζεται περισσότερο προς τη δημόσια εικόνα και λιγότερο προς τις εσωτερικές συλλογικές διαδικασίες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η μετάβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να αποδιαρθρωθεί η βαθύτερη οργανωτική συνοχή της παράταξης. Αν η ΝΔ μετατραπεί αποκλειστικά σε μηχανισμό γύρω από έναν αρχηγό, κινδυνεύει μακροπρόθεσμα να χάσει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που της έδωσαν ιστορική ανθεκτικότητα. Αν όμως κατορθώσει να συνδυάσει τη θεσμική της μνήμη με την προσαρμογή στις νέες μορφές πολιτικής επικοινωνίας, ενδέχεται να εξελιχθεί σε ένα νέο υβριδικό μοντέλο κόμματος εξουσίας, περισσότερο ευέλικτο αλλά ταυτόχρονα αρκετά σταθερό ώστε να αντέχει τις διαδοχικές κρίσεις της μεταδημοκρατικής εποχής.

Ίσως τελικά εδώ να βρίσκεται και η βαθύτερη διαφορά της από πολλά ανταγωνιστικά κόμματα της μεταπολίτευσης. Η Νέα Δημοκρατία δεν επιβιώνει επειδή αποφεύγει τις εσωτερικές συγκρούσεις. Επιβιώνει επειδή διαθέτει μηχανισμούς πολιτικής και θεσμικής απορρόφησης των συγκρούσεων. Και σε μια εποχή όπου η πολιτική γίνεται ολοένα πιο ρευστή, αυτό μπορεί να αποδειχθεί το σημαντικότερο συγκριτικό της πλεονέκτημα.