Το Brexit ξαναγράφει τον χάρτη του Ηνωμένου Βασιλείου
Η συμφωνία των εθνικιστικών κομμάτων φέρνει την Ευρώπη στο κέντρο της βρετανικής συνταγματικής κρίσης και πιέζει το Λονδίνο να επανεξετάσει το Brexit
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016, το Brexit επιστρέφει στο κέντρο της βρετανικής πολιτικής από μια διαδρομή που ελάχιστοι από τους πρωταγωνιστές του είχαν προβλέψει. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάστηκε τότε ως αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και ενίσχυση της δυνατότητας του Westminster να αποφασίζει χωρίς περιορισμούς από τις Βρυξέλλες. Σήμερα, όμως, ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά αποτελέσματά της είναι ότι έχει οξύνει το ερώτημα ποιο ακριβώς είναι το έθνος στο οποίο ανήκει αυτή η κυριαρχία και μέχρι πού φτάνει η εξουσία του Λονδίνου απέναντι στη Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία.
Η συμφωνία που υπέγραψαν στο Κάρντιφ οι ηγεσίες του SNP, του Plaid Cymru και του Sinn Féin δίνει σε αυτή τη συζήτηση μια νέα διάσταση. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης κάθε έθνους, η απαίτηση από τη βρετανική κυβέρνηση να προετοιμαστεί για μελλοντική συνταγματική αλλαγή και η κοινή αναφορά στην Ευρώπη υπερβαίνουν αισθητά μια συνηθισμένη συνεργασία για περισσότερες αποκεντρωμένες αρμοδιότητες. Η διακήρυξη δεν διαθέτει από μόνη της νομική δύναμη για να αλλάξει τη δομή του Ηνωμένου Βασιλείου, όμως επιχειρεί να δημιουργήσει ένα κοινό πολιτικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η απομάκρυνση από το Westminster και η προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να αποτελέσουν τμήματα της ίδιας πορείας.
Το Brexit άλλαξε τη φύση της Ένωσης
Το δημοψήφισμα του 2016 είχε εξαρχής μια βαθιά εδαφική διάσταση. Η Σκωτία ψήφισε κατά 62% υπέρ της παραμονής στην ΕΕ και η Βόρεια Ιρλανδία κατά 55,8%, ενώ η Ουαλία ακολούθησε την Αγγλία επιλέγοντας, με μικρότερη διαφορά, την έξοδο. Η απόφαση ήταν ενιαία για ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο, η πολιτική της ανάγνωση όμως ανέδειξε πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονταν οι επιμέρους εθνικές κοινότητες τη σχέση τους με την Ευρώπη και, κατ’ επέκταση, με το ίδιο το βρετανικό κράτος.
Στη Σκωτία αυτή η αντίθεση απέκτησε ιδιαίτερο βάρος επειδή ακολούθησε μόλις δύο χρόνια μετά το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Το 2014, οι υποστηρικτές της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν προβάλλει ως ισχυρό επιχείρημα την ασφάλεια που παρείχε η συμμετοχή στην ΕΕ. Μετά το 2016, οι Σκωτσέζοι βρέθηκαν εκτός της Ένωσης παρά τη σαφή δική τους ψήφο. Το SNP μπόρεσε έτσι να αντιστρέψει τη λογική εκείνης της εκστρατείας και να παρουσιάσει την ανεξαρτησία ως πιθανή οδό επιστροφής στην Ευρώπη.
Στη Βόρεια Ιρλανδία οι συνέπειες ήταν περισσότερο πρακτικές και άγγιξαν τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Η ανάγκη να διατηρηθεί ανοικτό το σύνορο με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας οδήγησε σε ειδικές ρυθμίσεις και τελικά στο Windsor Framework, αφήνοντας τη Βόρεια Ιρλανδία συνδεδεμένη με συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς κανόνες της ενιαίας αγοράς. Η νέα πραγματικότητα δημιούργησε ελέγχους στις εμπορικές ροές από τη Μεγάλη Βρετανία και έφερε το ρυθμιστικό σύνορο στη Θάλασσα της Ιρλανδίας. Το αποτέλεσμα ήταν μια εσωτερική διαφοροποίηση που δύσκολα συμβιβάζεται με την αρχική υπόσχεση περί ενιαίας ανάκτησης της βρετανικής κυριαρχίας.
Όταν η Ευρώπη έγινε εσωτερικό βρετανικό ζήτημα
Η συμμετοχή στην ΕΕ λειτουργούσε επί χρόνια ως κοινό θεσμικό πλαίσιο για τις διαφορετικές διοικήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Πολλές κανονιστικές αποφάσεις λαμβάνονταν ή περιορίζονταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεγονός που μείωνε τις συγκρούσεις ανάμεσα στο Westminster και στις αποκεντρωμένες κυβερνήσεις για το ποιος είχε την τελική αρμοδιότητα. Η αποχώρηση αφαίρεσε αυτό το κοινό επίπεδο και επανέφερε στο εσωτερικό του κράτους εξουσίες που προηγουμένως ασκούνταν μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Από εκεί ξεκίνησε μια δεύτερη σύγκρουση, λιγότερο θεαματική αλλά εξίσου ουσιαστική. Το Εδιμβούργο και το Κάρντιφ κατηγόρησαν επανειλημμένα το Λονδίνο ότι συγκεντρώνει αρμοδιότητες που, κατά τη δική τους ερμηνεία της devolution, θα έπρεπε να επιστρέψουν στις αποκεντρωμένες διοικήσεις. Η αντιπαράθεση γύρω από το UK Internal Market Act αποτύπωσε αυτή την ένταση και έκανε σαφές ότι το Brexit αφορούσε πλέον και την εσωτερική κατανομή της εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά μεγαλύτερη σημασία η ευρωπαϊκή αναφορά της συμφωνίας του Κάρντιφ. Οι τρεις εθνικιστικές δυνάμεις ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές. Το SNP επιδιώκει νέο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, το Sinn Féin διαθέτει μέσω της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής θεσμική οδό προς ένα μελλοντικό border poll, ενώ το Plaid Cymru κινείται πιο προσεκτικά και έχει μεταθέσει χρονικά το ζήτημα της ουαλικής ανεξαρτησίας. Η προσπάθεια να τοποθετηθούν αυτές οι διαφορετικές στρατηγικές κάτω από μια κοινή ευρωπαϊκή ομπρέλα δίνει όμως μεγαλύτερο πολιτικό βάρος σε καθεμία από αυτές.
Το δίλημμα της ευρωπαϊκής επαναπροσέγγισης
Για το Λονδίνο η απάντηση δεν είναι εύκολη, επειδή η στενότερη σχέση με την ΕΕ μπορεί να έχει αντιφατικές συνέπειες για τη συνοχή του Ηνωμένου Βασιλείου. Από τη μία πλευρά, όσο μειώνεται η απόσταση ανάμεσα στη βρετανική και την ευρωπαϊκή οικονομική και κανονιστική τάξη, τόσο ασθενέστερο γίνεται το επιχείρημα ότι η ανεξαρτησία αποτελεί τον μοναδικό δρόμο επιστροφής στην Ευρώπη. Μια Σκωτία που παραμένει σε ένα Ηνωμένο Βασίλειο στενά συνδεδεμένο με την ΕΕ έχει λιγότερους λόγους να βλέπει την απόσχιση ως προϋπόθεση μιας ευρωπαϊκής προοπτικής.
Από την άλλη πλευρά, η μεγάλη απόσταση από την ενιαία αγορά αυξάνει σήμερα το πρακτικό κόστος μιας πιθανής σκωτσέζικης ανεξαρτησίας. Μια ανεξάρτητη Σκωτία που θα εντασσόταν στην ΕΕ θα βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα νέο εμπορικό και ρυθμιστικό σύνορο με την Αγγλία, η οποία παραμένει ο σημαντικότερος οικονομικός της εταίρος. Όσο περισσότερο το Ηνωμένο Βασίλειο ευθυγραμμίζεται ξανά με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τόσο περιορίζονται ορισμένες από αυτές τις τριβές. Η επαναπροσέγγιση μπορεί συνεπώς να περιορίσει την πολιτική ελκυστικότητα της ανεξαρτησίας, ενώ παράλληλα μειώνει μέρος του οικονομικού κόστους που θα τη συνόδευε.
Στη Βόρεια Ιρλανδία η εικόνα είναι κάπως καθαρότερη. Η μεγαλύτερη κανονιστική σύγκλιση ανάμεσα στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες μειώνει τις διαφορές που καθιστούν αναγκαίους τους ελέγχους στη Θάλασσα της Ιρλανδίας και περιορίζει την αίσθηση ότι η περιοχή απομακρύνεται οικονομικά από τη Μεγάλη Βρετανία. Εκεί η ευρωπαϊκή επαναπροσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως παράγοντας σταθεροποίησης, επειδή μειώνει ένα από τα πιο ορατά σημεία τριβής που δημιούργησε το Brexit.
Το «reset» αποκτά πλέον και συνταγματική διάσταση
Η συμφωνία των τριών δεν βρίσκει το Λονδίνο σε συνθήκες πλήρους αποστασιοποίησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από το 2025 έχει ξεκινήσει μια νέα περίοδος επαναπροσέγγισης, με συμφωνίες και διαπραγματεύσεις για την ασφάλεια, την κινητικότητα των νέων, την ενέργεια, τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα και τη σύνδεση των συστημάτων εμπορίας ρύπων. Η επιστροφή στο Erasmus+ από το 2027 αποτελεί ήδη ένα απτό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ επιδιώκει μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη χωρίς να έχει εγκαταλείψει μέχρι στιγμής τις βασικές κόκκινες γραμμές γύρω από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση. Οι συνομιλίες παραμένουν δύσκολες και η κάθε πλευρά θέλει να διατηρήσει σημαντικό περιθώριο αυτονομίας. Η πίεση που δημιουργεί η νέα εθνικιστική συνεργασία μπορεί όμως να αλλάξει σταδιακά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογούνται αυτές οι επιλογές.
Μέχρι σήμερα το ευρωπαϊκό «reset» παρουσιαζόταν κυρίως ως ζήτημα οικονομίας, ασφάλειας και διεθνούς επιρροής. Η συμφωνία του Κάρντιφ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα, επειδή δίνει στο Λονδίνο λόγο να εξετάζει τη σχέση με την ΕΕ και ως εργαλείο εσωτερικής συνοχής. Εάν η ευρωπαϊκή απόσταση χρησιμοποιείται συστηματικά από το SNP, το Plaid Cymru και το Sinn Féin ως επιχείρημα υπέρ της αυτοδιάθεσης, τότε η μείωση αυτής της απόστασης αποκτά και συνταγματική χρησιμότητα.
Το Brexit επιστρέφει ως πρόβλημα του ίδιου του βρετανικού κράτους
Η συμφωνία του Κάρντιφ δεν μπορεί να υποχρεώσει τη βρετανική κυβέρνηση να επιστρέψει στην τελωνειακή ένωση ή στην ενιαία αγορά, ούτε δημιουργεί έναν παράλληλο μηχανισμό εξωτερικής πολιτικής για τις αποκεντρωμένες διοικήσεις. Οι συμμετέχοντες υπέγραψαν ως κομματικοί ηγέτες και οι εξωτερικές σχέσεις παραμένουν αρμοδιότητα του Westminster. Η σημασία της πρωτοβουλίας βρίσκεται στην πίεση που μπορεί να ασκήσει πάνω στην πολιτική στρατηγική του Λονδίνου, εφόσον καταφέρει να εδραιώσει την ιδέα ότι η ευρωπαϊκή απόσταση και η συνταγματική δυσαρέσκεια τροφοδοτούν η μία την άλλη.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη ειρωνεία της τελευταίας δεκαετίας. Το Brexit οικοδομήθηκε γύρω από την υπόσχεση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανακτούσε τον πλήρη έλεγχο της κυριαρχίας του. Στην πορεία, όμως, ενίσχυσε τις συζητήσεις για διαφορετικές εθνικές κυριαρχίες στο εσωτερικό του, επανέφερε με μεγαλύτερη ένταση το σκωτσέζικο ζήτημα και έκανε το μέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας ακόμη πιο στενά συνδεδεμένο με τις σχέσεις Λονδίνου και Βρυξελλών.
Το Westminster βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια πιο σύνθετη επιλογή από εκείνη που περιέγραφε το σύνθημα «Take Back Control». Η διατήρηση μεγάλης απόστασης από την ΕΕ μπορεί να ικανοποιεί όσους εξακολουθούν να βλέπουν το Brexit ως αυταξία, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει στους εθνικιστές ένα ισχυρό επιχείρημα ότι το Λονδίνο περιορίζει την ευρωπαϊκή προοπτική των επιμέρους εθνών. Μια βαθύτερη επαναπροσέγγιση θα μπορούσε να περιορίσει αυτή την πίεση, επιτρέποντας στη Σκωτία, στην Ουαλία και στη Βόρεια Ιρλανδία να διατηρήσουν ισχυρότερους δεσμούς με την Ευρώπη χωρίς να χρειάζεται πρώτα να εγκαταλείψουν το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν αυτή η λογική αρχίσει να επηρεάζει πραγματικά τις αποφάσεις του Λονδίνου, το πολιτικό παράδοξο θα είναι πλήρες.
Το Brexit, που σχεδιάστηκε ως οριστική απομάκρυνση από την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη, μπορεί τελικά να σπρώξει το Ηνωμένο Βασίλειο πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακριβώς επειδή η κυβέρνηση του Westminster θα χρειαστεί την Ευρώπη για να προστατεύσει τη συνοχή του ίδιου του βρετανικού κράτους.