Της αλαζονείας το ανάγνωσμα. Πρόσχωμεν…

Της αλαζονείας το ανάγνωσμα. Πρόσχωμεν…
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη Τετάρτη μετά τη βδομάδα της ΔΕΘ.

Περπατάω στο δρόμο και πετυχαίνω έναν καρδιακό μου φίλο. Άνθρωπο πολύ κομματικό. Χρόνια ενεργό στη Νέα Δημοκρατία, σε αρκετά καλή θέση και, όπως μου είπε ο ίδιος, από εκείνους που δύσκολα μπορούν να πουν ότι η παράταξη τούς άφησε παραπονεμένους.

Κάποια στιγμή, χωρίς καν να τον ρωτήσω, μου λέει:

«Γιάννη, αν και είμαι, σε εισαγωγικά, από αυτούς που είναι βολεμένοι, είναι η πρώτη ΔΕΘ στα 25 χρόνια που είμαι ενεργός που ένιωσα την αλαζονεία διάχυτη παντού».

Και κάπου εκεί κόλλησα.

Όχι επειδή ανακάλυψα ξαφνικά ότι υπάρχει αλαζονεία στην πολιτική. Θα ήταν μάλλον αφελές. Η εξουσία και η αλαζονεία είχαν πάντα μια περίεργη συγγένεια, ανεξαρτήτως κόμματος, χρώματος και εποχής.

Κόλλησα γιατί αυτή τη φορά τη λέξη δεν την άκουγα από κάποιον πολιτικό αντίπαλο της κυβέρνησης. Την άκουγα από έναν άνθρωπο του χώρου. Έναν άνθρωπο που βρίσκεται χρόνια μέσα στην παράταξη και που, αν μη τι άλλο, δεν έχει κανέναν λόγο να δραματοποιήσει την κατάσταση.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο καμπανάκι για οποιαδήποτε κυβέρνηση μένει πολλά χρόνια στην εξουσία.

Όχι όταν σε κατηγορεί για αλαζονεία ο αντίπαλός σου.

Αλλά όταν αρχίζουν να τη βλέπουν οι δικοί σου.

Τις ημέρες της ΔΕΘ, αλλά και μετά από αυτήν, υπήρξε κάτι που δεν περνούσε εύκολα απαρατήρητο. Ένας τόνος υπερβολικής βεβαιότητας. Μια αίσθηση πως κάποιοι κυβερνητικοί παράγοντες δεν περιορίζονταν πλέον στο να υπερασπίζονται το έργο τους, αλλά έμοιαζαν να θεωρούν αυτονόητο ότι η δική τους πολιτική ανάγνωση είναι και η μοναδική σοβαρή ανάγνωση της πραγματικότητας.

Και κάπου εκεί αρχίζει το πρόβλημα.

Γιατί η αλαζονεία στην πολιτική δεν εμφανίζεται απαραίτητα με φωνές και μεγαλοστομίες. Συνήθως έρχεται πολύ πιο διακριτικά.

Μέσα από τη βεβαιότητα ότι μόνο εσύ ξέρεις.

Ότι όποιος διαφωνεί είτε δεν έχει καταλάβει είτε δεν γνωρίζει είτε απλώς αρνείται να δει την πρόοδο.

Μέσα από δηλώσεις που παρουσιάζουν μια χώρα σχεδόν σαν να βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή της, την ώρα που ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δυσκολεύεται ακόμη να καλύψει βασικές ανάγκες.

Και εδώ βρίσκεται μια πολύ λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά.

Άλλο να λες ότι οι δείκτες βελτιώθηκαν.

Και άλλο να υπονοείς στον πολίτη ότι, αφού οι δείκτες βελτιώθηκαν, θα πρέπει περίπου να αισθάνεται και ευτυχισμένος.

Η πολιτική δεν είναι Excel.

Μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη και ταυτόχρονα ένας άνθρωπος να μετράει τι θα αφήσει πίσω στο σούπερ μάρκετ.

Μπορεί να μειώνεται η ανεργία και ταυτόχρονα κάποιος να αισθάνεται ότι ο μισθός του τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι να υπερασπίζεσαι το έργο σου.

Αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Ίσως και υποχρεωτικό.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν, προσπαθώντας να εξηγήσεις πόσο καλά τα έχεις πάει, καταλήγεις να κάνεις εκείνον που δεν τα περνάει καλά να αισθάνεται ότι μάλλον ο ίδιος δεν έχει καταλάβει σωστά την πραγματικότητα.

Το ίδιο ισχύει και όταν η συζήτηση μεταφέρεται στη σταθερότητα.

Η σταθερότητα είναι σημαντική. Η πολιτική συνέπεια είναι σημαντική. Η ύπαρξη μιας κυβέρνησης που μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις είναι σημαντική.

Αλλά η σταθερότητα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε φόβητρο.

Δεν μπορεί το μήνυμα να γίνεται, έστω και εμμέσως, «ή εμείς ή το χάος».

Δεν μπορεί η υπεράσπιση μιας κυβέρνησης να καταλήγει στην εντύπωση ότι χωρίς αυτήν περίπου η χώρα κινδυνεύει να αποσυντεθεί.

Άλλο να λες στον πολίτη «πιστεύω ότι είμαι η καλύτερη επιλογή και θα σου εξηγήσω γιατί».

Και άλλο να τον κάνεις να πιστεύει ότι δεν έχει πραγματικά επιλογή.

Γιατί η δημοκρατία χρειάζεται κυβερνήσεις με αυτοπεποίθηση.

Δεν χρειάζεται αναντικατάστατους.

Και για να είμαστε δίκαιοι, η Νέα Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα των τελευταίων ετών. Να μιλήσει για την οικονομία, τα έργα, την ψηφιοποίηση, τις επενδύσεις, την άμυνα, τις μεταρρυθμίσεις, ό,τι η ίδια θεωρεί ότι αποτελεί θετικό απολογισμό της διακυβέρνησής της.

Όπως ακριβώς και οι πολιτικοί της αντίπαλοι έχουν κάθε δικαίωμα να τα αμφισβητούν.

Αυτό άλλωστε είναι η πολιτική.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα κόμμα, ύστερα από χρόνια στην εξουσία, αρχίζει σιγά σιγά να πιστεύει τον ίδιο του τον μύθο.

Όταν το «έχουμε κάνει έργο» πλησιάζει επικίνδυνα το «μας χρωστάτε».

Όταν το «πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτεροι» αρχίζει να ακούγεται σαν «δεν υπάρχει κανείς άλλος».

Όταν η κριτική αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ενόχληση παρά ως χρήσιμος καθρέφτης.

Και όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια ερμηνεύεται περίπου ως αδυναμία των πολιτών να αντιληφθούν τα καλά που έχουν γίνει.

Εκεί γεννιέται η αλαζονεία.

Όχι πάντα από κακή πρόθεση.

Πολλές φορές από υπερβολική εξοικείωση με την εξουσία.

Γιατί όσο περισσότερο μένει κάποιος στην εξουσία, τόσο πιο δύσκολο είναι να ξεχωρίσει την αυτοπεποίθηση από την αυτάρκεια.

Και την αυτάρκεια από την αλαζονεία.

Θυμήθηκα, λοιπόν, ξανά τον φίλο μου στο χωριό.

Είκοσι πέντε χρόνια κομματικός.

Και σκέφτηκα ότι ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο χρήσιμη δημοσκόπηση για μια κυβέρνηση.

Όχι πόσες μονάδες κέρδισε ή έχασε.

Όχι τι έγραψε ένα γκάλοπ αυτή την εβδομάδα.

Αλλά τι αρχίζουν να σου λένε χαμηλόφωνα εκείνοι που δεν έφυγαν ποτέ από δίπλα σου.

Γιατί η αλαζονεία έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό.

Σπάνια γίνεται αντιληπτή πρώτα από εκείνον που την αποκτά.