Θρησκεία, επιρροή και διπλωματία: Τι μπορεί να μάθει η Ελλάδα από το Φανάρι και το Βατικανό

Θρησκεία, επιρροή και διπλωματία: Τι μπορεί να μάθει η Ελλάδα από το Φανάρι και το Βατικανό
Pope Leo XIV (L) and Patriarch Bartholomew I (R) attend a doxology at the Patriarchal Church of Saint George, seat of the Ecumenical Patriarchate of Constantinople, in Istanbul, Turkey, 29 November 2025. Pope Leo XIV is on his first apostolic journey outside Italy since his election as pontiff, visiting Turkey and Lebanon from 27 November to 02 December. EPA/ALESSANDRO DI MEO

Πώς ο λόγος του Οικουμενικού Πατριάρχη και η ηθική στάση του Πάπα αναδεικνύουν μια υποτιμημένη διάσταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Η πρόσφατη ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη Βουλή δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ένα απλό τελετουργικό γεγονός, ούτε μια επανάληψη γνωστών εκκλησιαστικών θέσεων σε ένα πολιτικό ή εθνικό ακροατήριο. Ενσωμάτωνε, με τρόπο προσεκτικό και υπαινικτικό και μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη διεθνή πολιτική, για τα όρια της ισχύος και για τον ρόλο των αξιών σε ένα περιβάλλον που συχνά κυριαρχείται από την ωμή επιδίωξη συμφερόντων. Η αναφορά του στη realpolitik, η έμφαση στη θρησκευτική ελευθερία και η σταθερή προσήλωση στον διαθρησκειακό διάλογο δεν συνιστούν απλώς θεολογικές τοποθετήσεις, αλλά εγγράφονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα σχέσεων όπου η θρησκεία λειτουργεί ως φορέας έκφρασης και επιρροής.

Η σύγκριση με τη στάση της Αγίας Έδρας και του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, ιδιαίτερα ως προς ζητήματα πολέμου και διεθνούς ηθικής με την πρόσφατη σύγκρουσή του με τον πρόεδρο Τραμπ, αναδεικνύει δύο διαφορετικά μοντέλα θρησκευτικής παρέμβασης. Από τη μία πλευρά, μια πιο έμμεση, ισορροπημένη και γεωπολιτικά προσεκτική προσέγγιση. Από την άλλη, μια πιο ευθεία, κανονιστική και παγκόσμια ηθική φωνή, με μεγαλύτερη πολιτικότητα. Η Ελλάδα, αν και μέρος της ορθόδοξης πίστης βρίσκεται σε μια μοναδική θέση να συνομιλεί και με τα δύο αυτά μοντέλα, γεγονός που δημιουργεί δυνατότητες αλλά και απαιτεί στρατηγική ωριμότητα.

Ο λόγος του Πατριάρχη ως άσκηση θρησκευτικής διπλωματίας

Η ομιλία του Πατριάρχη χαρακτηρίστηκε από μια ιδιότυπη διπλή γλώσσα, όπου το θεολογικό περιεχόμενο συνυπήρχε με σαφείς πολιτικές αποχρώσεις. Οι διεθνοπολιτικές του αναφορές χωρίς να χρησιμοποιούνται ειδικά ως εργαλείο καταγγελίας συγκεκριμένων κρατών και ηγετών, λειτουργούσαν ως έμμεση κριτική σε μια διεθνή τάξη που αποδέχεται την ισχύ ως κύριο ρυθμιστή. Όταν τονίζεται ότι η πολιτική δεν μπορεί να αποκοπεί από την ηθική, διατυπώνεται μια αξίωση που αφορά όχι μόνο τις διεθνείς σχέσεις αλλά και τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιούνται οι αποφάσεις στο εσωτερικό των κρατών.

Η ιδιαιτερότητα της παρέμβασης αυτής έγκειται στο ότι προέρχεται από έναν θεσμό που εδρεύει εντός της Τουρκίας, λειτουργεί αναγκαστικά υπό συγκεκριμένους περιορισμούς και ταυτόχρονα διατηρεί την οικουμενική του ακτινοβολία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν διαθέτει κρατική υπόσταση, ούτε στρατιωτική ή οικονομική ισχύ. Διαθέτει όμως ιστορικό κύρος, δίκτυα επιρροής και μια μορφή ηθικής αυθεντίας που, αν και δεν επιβάλλεται, μπορεί να επηρεάζει.

Αυτή η θέση εξηγεί και το ύφος της ομιλίας. Οι αιχμές για τη θρησκευτική ελευθερία, οι έμμεσες αναφορές σε ζητήματα όπως η Χάλκη και η ανάγκη προστασίας θεσμών, διατυπώνονται με τρόπο που αποφεύγει την ευθεία σύγκρουση. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί αδυναμία αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Ένας θεσμός που λειτουργεί σε ένα ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον οφείλει να διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στην έκφραση θέσεων και στη διασφάλιση της παρουσίας του.

Παράλληλα, η έμφαση στον διαθρησκειακό διάλογο και στο περιβάλλον εντάσσει το Πατριαρχείο σε μια παγκόσμια ατζέντα που υπερβαίνει τα στενά περιφερειακά ζητήματα. Όταν ο Βαρθολομαίος μιλά για την οικολογική κρίση ή για τη συνύπαρξη θρησκειών, δεν απευθύνεται μόνο σε ορθόδοξα ακροατήρια. Τοποθετεί τον θεσμό σε ένα επίπεδο όπου η θρησκεία εμφανίζεται ως συνομιλητής της διεθνούς πολιτικής.

Δύο μοντέλα θρησκευτικής επιρροής στη διεθνή σκηνή

Η σύγκριση της θέσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη στάση της Αγίας Έδρας φωτίζει τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού ως προς τη διεθνή παρουσία τους. Ο Πάπας, ως επικεφαλής ενός κεντροποιημένου θεσμού με κρατική υπόσταση, διαθέτει οπωσδήποτε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, πρώτα απ όλα ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου. Μπορεί να διατυπώνει πιο άμεσες κρίσεις για πολιτικές ηγεσίες, να παρεμβαίνει δημόσια σε ζητήματα πολέμου και να υιοθετεί έναν λόγο που συχνά αποκτά χαρακτήρα ηθικής αυθεντίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η εμπρηστική στάση του Ντόναλντ Τραμπ σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής, όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε πεδίο έμμεσης ή άμεσης κριτικής από την πλευρά του Βατικανού. Εκεί, η αντίθεση ανάμεσα σε έναν πολιτικό λόγο που δίνει προτεραιότητα στην ωμή ισχύ και σε έναν θρησκευτικό λόγο που προβάλλει αξίες γίνεται πιο ορατή.

Στην περίπτωση του Βαρθολομαίου, η αντίστοιχη κριτική παραμένει υπαινικτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει, αλλά ότι εκφράζεται μέσα από μια διαφορετική γλώσσα. Η Ορθοδοξία, ως πολυκεντρικό σύστημα με εθνικές εκκλησίες και διαφορετικές γεωπολιτικές εξαρτήσεις, δεν μπορεί να αρθρώσει μια ενιαία, άμεση και επιθετική διεθνή φωνή. Η ενότητα επιτυγχάνεται μέσα από ισορροπίες, όχι μέσα από ιεραρχική επιβολή.

Η διαφορά αυτή έχει συνέπειες και για τον τρόπο με τον οποίο οι δύο θεσμοί αντιλαμβάνονται τον πόλεμο. Και οι δύο τον αντιμετωπίζουν ως αποτυχία της πολιτικής και ως ηθικό πρόβλημα. Ωστόσο, ο Πάπας μπορεί να τοποθετηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια απέναντι σε συγκεκριμένες συγκρούσεις, ενώ ο Πατριάρχης επιλέγει έναν λόγο που αποφεύγει την ευθεία εμπλοκή, προκειμένου να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας.

Αυτή η διαφοροποίηση δεν αφορά μόνο την προσωπικότητα των ηγετών, αλλά αντανακλά βαθύτερες θεσμικές και ιστορικές διαφορές. Ο Καθολικισμός έχει συγκροτηθεί γύρω από μια ισχυρή κεντρική αρχή. Η Ορθοδοξία λειτουργεί ως δίκτυο αυτοκέφαλων εκκλησιών, όπου η ενότητα είναι περισσότερο συμβολική και πνευματική και λιγότερο διοικητική και πολιτική.

Η ελληνική ευκαιρία και τα όρια της αξιοποίησης

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση, καθώς συνδέεται ιστορικά και πολιτισμικά με το Πατριαρχείο, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει σε ένα ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο όπου η Αγία Έδρα διαθέτει σημαντική επιρροή. Αυτό δημιουργεί τη δυνατότητα για μια μορφή διπλωματίας που δεν βασίζεται αποκλειστικά στην κρατική ισχύ, αλλά αξιοποιεί δίκτυα, αξίες και συμβολισμούς.

Η αξιοποίηση αυτή δεν μπορεί να λάβει τη μορφή άμεσης καθοδήγησης ή ελέγχου. Το Πατριαρχείο και η Αγία Έδρα διατηρούν την αυτονομία τους και η αξία τους προκύπτει ακριβώς από αυτήν. Η Ελλάδα μπορεί, ωστόσο, να λειτουργήσει ως χώρος συνάντησης και ως ενδιάμεσος κρίκος. Μπορεί να φιλοξενεί πρωτοβουλίες διαλόγου, να ενισχύει τη διεθνή προβολή θεμάτων που αφορούν τη θρησκευτική ελευθερία και να συνδέει τη δική της εξωτερική πολιτική με ένα ευρύτερο αξιακό πλαίσιο.

Στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η παρουσία του Πατριαρχείου προσφέρει ένα πεδίο διεθνοποίησης ζητημάτων που διαφορετικά θα περιορίζονταν σε διμερείς εντάσεις. Όταν η προστασία ενός θρησκευτικού θεσμού τίθεται ως ζήτημα διεθνούς ενδιαφέροντος, η συζήτηση μετατοπίζεται από τη σφαίρα της ισχύος στη σφαίρα των δικαιωμάτων.

Παράλληλα, η σύμπλευση με την Αγία Έδρα σε ζητήματα όπως η ειρήνη, το διεθνές δίκαιο και η ανθρωπιστική προστασία ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας ως χώρας που δεν περιορίζεται σε περιφερειακές επιδιώξεις. Σε μια περίοδο όπου η διεθνής τάξη εμφανίζει σημάδια αποσταθεροποίησης, η προβολή ενός συνεκτικού αξιακού λόγου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ωστόσο, τα όρια είναι σαφή. Η υπερβολική ταύτιση κράτους και θρησκείας μπορεί να δημιουργήσει αντιδράσεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Επιπλέον, η εμπλοκή σε ενδο-ορθόδοξες αντιπαραθέσεις, όπως αυτές που σχετίζονται με τη Ρωσία και την Ουκρανία, ενέχει κινδύνους που απαιτούν προσεκτική διαχείριση.

Η στρατηγική που φαίνεται να προκύπτει δεν βασίζεται στην επιβολή, αλλά στη διαμεσολάβηση. Η Ελλάδα μπορεί να ενισχύει, να συνδέει και να αναδεικνύει, χωρίς να υποκαθιστά. Σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκεία δεν μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος με τη στενή έννοια, αλλά λειτουργεί ως φορέας νομιμοποίησης και ως πηγή ήπιας επιρροής.

Η διεθνής πολιτική συνεχίζει να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τη σύγκρουση συμφερόντων και την αναζήτηση ισχύος. Παρ’ όλα αυτά, οι παρεμβάσεις του Φαναρίου και της Αγίας Έδρας υπενθυμίζουν ότι το πεδίο αυτό δεν είναι πλήρως αποκομμένο από τις αξίες. Η Ελλάδα, κινούμενη ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα, έχει τη δυνατότητα να αναδείξει μια μορφή διπλωματίας που δεν στηρίζεται μόνο στη διαχείριση κρίσεων, αλλά και στη διαμόρφωση νοημάτων. Αυτό προϋποθέτει συνέπεια, στρατηγική σκέψη και την ικανότητα να αναγνωρίζεται πότε η σιωπή ή ο υπαινιγμός μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικός από την ευθεία δήλωση.