Στη μάχη για την προσοχή μας…

Είδος υπό εξαφάνιση η διατήρηση της προσοχής μας, μόνο, ίσως δεξιότητες βαθιάς ανάγνωσης θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην διατήρησή του.

Στη μάχη για την προσοχή μας…
Το βιβλίο και δεξιότητες βαθιάς ανάγνωσης μπορούν να παίξουν ρόλο-κλειδί στη διατήρηση της προσοχής και την καταπολέμηση του εθισμού στην οθόνη

Στο άρθρο της στο theopinion, η Φαίη Πανίδου μίλησε για τη σημασία της σωστής επιλογής βιβλίου, αν θέλουμε πράγματι να φτάσουμε μέχρι την τελευταία του σελίδα. Φράση που με βάζει σε σκέψεις με το που την διαβάζω: από πότε το να μην αφήνει κανείς ένα βιβλίο στη μέση μοιάζει με χαμένο στοίχημα; Και για μένα την ίδια ισχύει κάτι τέτοιο, καθώς τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα είναι τα βιβλία που τα αρχίζω, χωρίς να τα τελειώνω ποτέ.

Ναι, τα notifications παίζουν τον ρόλο τους. Ναι, η οθόνη διεκδικεί διαρκώς την προσοχή μας. Πέρα από όλα τα υπόλοιπα στη ζωή που διεκδικούν την προσοχή μας. Αναρωτιέμαι αν η προσοχή -με την έννοια της δυνατότητας συγκέντρωσης προκειμένου να ολοκληρώσουμε μια εργασία ή να επιλύσουμε ένα πολύπλοκο πρόβλημα – θα γίνει ένας από τους πιο δυσεύρετους πόρους μέσα στα επόμενα χρόνια. Κι αυτό, βέβαια, δεν αφορά μόνο στην ολοκλήρωση της ανάγνωσης ενός βιβλίου.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την απαγόρευση της χρήσης social media σε παιδιά μέχρι 15 ετών – κάτι που έχει ήδη δρομολογηθεί σε άλλες χώρες – ακούμε για κινδύνους έκθεσης σε βίαιο περιεχόμενο ή γενικότερα ακατάλληλο. Εύλογες οι ανησυχίες. Όμως η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο είναι ο μόνος μεγάλος κίνδυνος; Ή ίσως υφέρπει κάποιος πολύ πιο ύπουλος;

Το 2009 είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, το βιβλίο της νευροεπιστήμονος Maryanne Wolf «Ο Προυστ και το καλαμάρι», που εξηγούσε με εκλαϊκευmένο τρόπο πώς ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει. Σχεδόν 20 χρόνια πριν, η Wolf υποστήριζε ότι τα ψηφιακά περιβάλλοντα —που χαρακτηρίζονται από ταχύτητα, επιφανειακή ανάγνωση, πολυδιεργασία και συνεχή διέγερση— μπορεί να ενισχύουν την ταχεία επεξεργασία των πληροφοριών, αλλά να αποδυναμώνουν τις πιο αργές, στοχαστικές διαδικασίες που απαιτούνται για την «βαθιά ανάγνωση». Η βαθιά ανάγνωση, που συνδέεται με την εξαγωγή συμπερασμάτων, την ενσυναίσθηση, την κριτική ανάλυση και τη διορατικότητα, εξαρτώνται από τη διαρκή προσοχή και το χρόνο, καταλήγοντας η ίδια ότι είναι προτεραιότητα η ενσυνείδητη καλλιέργεια δεξιοτήτων βαθιάς ανάγνωσης παράλληλα με την ψηφιακή παιδεία.

Την ίδια περίπου εποχή (2008), ο συγγραφέας και αρχισυντάκτης στο Business Harvard Review Nicholas Carr δημοσίευσε ένα επιδραστικό άρθρο στο The Atlantic, με τον αβανταδόρικο – ομoλογουμένως – τίτλο: Is Google making us stupid? Eκεί, ο Carr αναρωτιόταν για τη δική του φθίνουσα ικανότητα να συγκεντρώνεται σε μακρά, σύνθετα κείμενα και συνέδεε αυτή την αλλαγή με τη συχνή χρήση του Διαδικτύου — ειδικά των μηχανών αναζήτησης όπως το Google. Ο Carr υπογράμμιζε ότι καθώς η προσοχή μας προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του Διαδικτύου, ενδέχεται να χάσουμε σταδιακά μέρος της ικανότητάς μας για προβληματισμό, στοχασμό και συγκεντρωμένη σκέψη. Αν έλεγε αυτά για την google, θα είχε ενδαφέρον να δούμε τι λέει σήμερα για το chatgpt…

Το να μιλάμε για επιστροφή σε χαρτί σήμερα προφανώς και μοιάζει με νοσταλγία σε επίπεδο γραφικότητας. Όμως, από την άλλη, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η τυπωμένη σελίδα ενεργοποιεί διαφορετικές, βαθύτερες γνωστικές διεργασίες. Ακριβώς όπως η αφήγηση και η μυθοπλασία ενισχύει την ενσυναίσθηση. Ο περιορισμός των κινδύνων της υπερβολικής χρήσης κινητού ή social media σε μικρές ηλικίες θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικός αν συνδυασθεί με θετικές δράσεις καλλιέργειας δεξιοτήτων βαθιάς ανάγνωσης στο πλαίσιο του σχολείου, αλλά και της οικογένειας. Όχι προφανώς για να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος σε κάποια υποθετική μονομαχία ευφυίας με το ΑΙ. Αλλά για να διατηρήσουμε την ενσυναίσθησή μας και την κριτική μας ικανότητα, που μας επιτρέπει να θέτουμε εύστοχα ερωτήματα, ακόμη κι εκεί που μοιάζει να μην υπάρχουν απαντήσεις. Με άλλα λόγια, να διατηρήσουμε την ανθρωπιά ή ανθρωπινότητά μας.