Πυκνή εποχή. Κενή πολιτικά

Όλο το πολιτικό σύστημα μοιάζει να περιμένει… νέους σωτήρες. Άλλος περιμένει τον Τσίπρα. Άλλος την Καρυστιανού. Άλλος τον Σαμαρά. Κανείς όμως δεν συζητά πραγματικά για πολιτική.

Πυκνή εποχή. Κενή πολιτικά
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Ζούμε ίσως την πιο παράξενη πολιτική περίοδο της μεταπολίτευσης.

Μια περίοδο ασφυκτικά γεμάτη από γεγονότα, εντάσεις, σκάνδαλα, δημοσκοπήσεις, τηλεοπτικά πάνελ, πολιτικές ίντριγκες και διαρκή “φήμη” για το επόμενο μεγάλο comeback. Και όμως, ταυτόχρονα, πρόκειται για μια εποχή πολιτικά άδεια. Χωρίς πραγματική σύγκρουση ιδεών. Χωρίς ουσιαστική αντιπολίτευση. Χωρίς εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Η χώρα βρίσκεται σχεδόν οκτώ χρόνια κάτω από την κυριαρχία της Νέα Δημοκρατία και το εντυπωσιακό δεν είναι πως αντέχει πολιτικά. Το εντυπωσιακό είναι πως δεν βρέθηκε ούτε μία ημέρα σοβαρής, οργανωμένης και πειστικής αντιπολίτευσης απέναντί της.

Και αυτό λέει περισσότερα για την αντιπολίτευση παρά για την κυβέρνηση.

Η Ελλάδα πέρασε πανδημία, υποκλοπές, Τέμπη, ακρίβεια, στεγαστική ασφυξία, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και κοινωνική εξουθένωση. Σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μια τέτοια συσσώρευση πολιτικής φθοράς θα είχε δημιουργήσει τουλάχιστον έναν ισχυρό αντίπαλο πόλο. Εδώ όχι. Εδώ δημιουργήθηκε μόνο περισσότερος θόρυβος.

Ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει το απόλυτο πολιτικό “ίσως”. Ίσως επιστρέψει. Ίσως φτιάξει νέο κόμμα. Ίσως εμφανιστεί ως ώριμος ηγέτης δεύτερης ευκαιρίας. Ίσως πάλι όχι. Και κάπως έτσι, ολόκληρος ο χώρος της κεντροαριστεράς έχει παγώσει περιμένοντας έναν άνθρωπο που δεν μιλά αλλά εξακολουθεί να καθορίζει τις εξελίξεις μόνο με τη σιωπή του. Είναι σχεδόν ειρωνικό: ο μοναδικός πολιτικός που εξακολουθεί να παράγει πολιτικό ενδιαφέρον στην αντιπολίτευση είναι ένας πολιτικός που επισήμως… δεν κάνει αντιπολίτευση.

Η Μαρία Καρυστιανού δεν μπήκε στην πολιτική. Η πολιτική κατέρρευσε τόσο πολύ, που έφτασε η κοινωνία να κοιτά προς τη μεριά της. Αυτό είναι το πραγματικό σοκ για το πολιτικό σύστημα. Όχι αν θα κάνει κόμμα ή όχι. Αλλά ότι ένα πρόσωπο που γεννήθηκε μέσα από μια εθνική τραγωδία κατάφερε να εκφράσει περισσότερο κόσμο από ολόκληρους κομματικούς μηχανισμούς με βουλευτές, επιτελεία και εκατομμύρια κρατικής χρηματοδότησης. Όταν οι πολίτες αρχίζουν να αναζητούν πολιτική αξιοπιστία έξω από την ίδια την πολιτική, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο απ’ όσο παραδέχονται τα κόμματα.

Και κάπου στο βάθος, εμφανίζεται ξανά ο Αντώνης Σαμαράς σαν πολιτικός “θείος που επιστρέφει στο οικογενειακό τραπέζι για να πει ότι σας τα έλεγα”. Η συζήτηση για πιθανό κόμμα Σαμαρά δεν γεννήθηκε επειδή η κοινωνία διψά για επιστροφή στο 2012. Γεννήθηκε επειδή ένα κομμάτι της δεξιάς αισθάνεται πολιτικά άστεγο μέσα στην ίδια του την παράταξη. Και κάπως έτσι, η χώρα βρίσκεται στο σουρεαλιστικό σημείο να περιμένει ως “νέα πολιτική πρόταση” έναν πρώην πρωθυπουργό 75+ ετών. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να τρομάζει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Όχι για τον Σαμαρά. Για την ένδεια νέων πολιτικών προσωπικοτήτων.

Το πιο ειρωνικό; Όλο το πολιτικό σύστημα μοιάζει να περιμένει… νέους σωτήρες. Άλλος περιμένει τον Τσίπρα. Άλλος την Καρυστιανού. Άλλος τον Σαμαρά. Κανείς όμως δεν συζητά πραγματικά για πολιτική.

Δεν υπάρχει σοβαρή προγραμματική αντιπαράθεση. Δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο που να συγκρούεται με άλλο εθνικό σχέδιο. Δεν υπάρχει μάχη επιχειρημάτων. Υπάρχει μόνο επικοινωνία, προσωπολατρία και διαχείριση εντυπώσεων.

Η κυβέρνηση κυβερνά σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Η αντιπολίτευση λειτουργεί σαν σχολιαστής της επικαιρότητας και όχι σαν διεκδικητής εξουσίας. Και η κοινωνία παρακολουθεί ένα πολιτικό Netflix με ατελείωτα επεισόδια αλλά χωρίς σενάριο.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας σήμερα. Όχι ότι υπάρχει ισχυρή κυβέρνηση. Αλλά ότι δεν υπάρχει απέναντι τίποτα αρκετά σοβαρό ώστε να την αμφισβητήσει ουσιαστικά.

Και όταν σε μια δημοκρατία η εξουσία μένει για χρόνια χωρίς πραγματική πίεση, τότε αργά ή γρήγορα το πρόβλημα δεν γίνεται κομματικό.

Γίνεται θεσμικό.