«Ψυχικά κουρασμένοι, λειτουργικά παρόντες: όταν η αντοχή γίνεται τρόπος ύπαρξης»
Της Κυριακής Λέντζιου Κλινικής Ψυχολόγου – Ψυχοθεραπεύτριας
Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που σπάνια ζητά βοήθεια. Όχι επειδή δεν υποφέρει, αλλά επειδή έχει μάθει να αντέχει. Άνθρωποι που συνεχίζουν να εργάζονται, να φροντίζουν, να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και να «είναι εκεί» για τους άλλους, ενώ εσωτερικά βιώνουν μια βαθιά, αθόρυβη εξάντληση. Δεν καταρρέουν, δεν αποσύρονται, δεν δίνουν εύκολα σημάδια κόπωσης. Κι όμως, είναι κουρασμένοι σε ένα επίπεδο που δύσκολα γίνεται ορατό.
Η ψυχική κόπωση δεν εκδηλώνεται πάντα με αποδιοργάνωση ή εμφανή δυσλειτουργία. Πολύ συχνά, αντιθέτως, εκφράζεται μέσα από υπερλειτουργία. Το άτομο παραμένει συνεπές, αποδοτικό, κοινωνικά παρόν, αλλά με ένα εσωτερικό κόστος που συσσωρεύεται αργά και ύπουλα. Ένα κόστος που γίνεται αντιληπτό μόνο όταν το σώμα ή η ψυχή δεν μπορούν πλέον να διατηρήσουν την ίδια ισορροπία.
Στην κλινική πράξη, αυτή η κατάσταση συγχέεται συχνά με το burnout ή με μια γενικευμένη κόπωση. Ωστόσο, πρόκειται για ένα πιο σύνθετο φαινόμενο, το οποίο μπορούμε να περιγράψουμε ως χρόνια υπερπροσαρμογή. Έναν τρόπο ύπαρξης στον οποίο το άτομο έχει μάθει από νωρίς ότι, για να είναι ασφαλές, αποδεκτό ή «αρκετό», χρειάζεται να αντέχει περισσότερο απ’ όσο πραγματικά αντέχεται. Η αντοχή γίνεται ταυτότητα και η λειτουργικότητα μετατρέπεται σε βασικό μηχανισμό επιβίωσης.
Οι άνθρωποι που βιώνουν αυτή τη μορφή εξάντλησης έχουν συνήθως εκπαιδευτεί να αγνοούν ή να καταστέλλουν τα εσωτερικά τους σήματα. Το άγχος, η λύπη, η ματαίωση, ακόμη και η ανάγκη για παύση δεν αναγνωρίζονται ως πληροφορίες που χρειάζονται φροντίδα. Αντίθετα, μεταφράζονται σε καθήκον, σε υπευθυνότητα, σε συνεχή εγρήγορση. Το νευρικό σύστημα παραμένει ενεργοποιημένο για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς επαρκείς φάσεις αποφόρτισης και αποκατάστασης.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, αυτή η παρατεταμένη κατάσταση στρες σχετίζεται με τη χρόνια ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων. Έρευνες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε στρεσογόνους παράγοντες οδηγεί σε δυσρύθμιση της κορτιζόλης, επηρεάζοντας τη συγκέντρωση, τη μνήμη, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη σωματική αντοχή (McEwen, 2007). Η κόπωση δεν εμφανίζεται απαραίτητα απότομα, αλλά εκδηλώνεται σταδιακά μέσα από μια διάχυτη αίσθηση βάρους, ευερεθιστότητα, συναισθηματική αποσύνδεση ή ένα αίσθημα κενού που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Ψυχοδυναμικά, συχνά συναντάμε ιστορικό στο οποίο η αντοχή αποτέλεσε βασική συνθήκη επιβίωσης. Παιδικά περιβάλλοντα με αυξημένες απαιτήσεις, συναισθηματική απουσία, γονεϊκή αστάθεια ή πρόωρη ανάληψη ρόλων φροντιστή. Το παιδί μαθαίνει να «κρατιέται», να μην επιβαρύνει, να μη χρειάζεται. Αυτή η προσαρμογή μπορεί να ήταν τότε σωτήρια, όμως στην ενήλικη ζωή μετατρέπεται σε παγίδα, καθώς το άτομο συνεχίζει να λειτουργεί σαν να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση ανάγκης.
Έτσι, η κόπωση δεν βιώνεται ως σήμα που χρειάζεται φροντίδα, αλλά ως προσωπική αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί. Η παύση συνοδεύεται από ενοχή, ενώ η ξεκούραση δεν γίνεται αντιληπτή ως αποκατάσταση, αλλά ως απειλή απώλειας ελέγχου ή ακόμη και ταυτότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι μελέτες γύρω από την αυτορρύθμιση δείχνουν πως τα άτομα με υψηλή αίσθηση ευθύνης δυσκολεύονται περισσότερο να αναγνωρίσουν τα όριά τους και να ζητήσουν βοήθεια (Hobfoll et al., 2018).
Στην κλινική πρακτική, οι άνθρωποι αυτοί σπάνια προσέρχονται στη θεραπεία λέγοντας «είμαι εξαντλημένος». Πιο συχνά αναφέρουν ότι «κάτι δεν πάει καλά». Μιλούν για σωματικά συμπτώματα, διαταραχές ύπνου, δυσκολία συγκέντρωσης ή μια αίσθηση απομάκρυνσης από τον εαυτό τους. Η λειτουργικότητα παραμένει, όμως η εσωτερική ζωή μοιάζει στεγνή, άδεια από νόημα και συναίσθημα.
Η θεραπευτική δουλειά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν περιορίζεται στη διαχείριση του στρες. Αφορά βαθύτερα την επανασύνδεση με τα εσωτερικά όρια, την αναγνώριση της ανάγκης πριν αυτή μετατραπεί σε σύμπτωμα και τη σταδιακή αποδόμηση της πεποίθησης ότι η αξία του ανθρώπου συνδέεται αποκλειστικά με την αντοχή του. Χρειάζεται χρόνος για να γίνει ανεκτή η ιδέα ότι το «σταματώ» δεν ισοδυναμεί με αποτυχία, αλλά με φροντίδα και αυτοσεβασμό.
Η ψυχική κόπωση δεν αποτελεί ένδειξη έλλειψης δύναμης. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας υπέρβασης. Και η λειτουργικότητα, όσο εντυπωσιακή κι αν φαίνεται προς τα έξω, δεν είναι συνώνυμο ψυχικής υγείας. Σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί απλώς το τελευταίο οχυρό πριν από την κατάρρευση.
Η αναγνώριση αυτής της σιωπηλής εξάντλησης είναι το πρώτο ουσιαστικό βήμα. Όχι για να «αντέξουμε λίγο ακόμη», αλλά για να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να υπάρξει χωρίς διαρκή εγρήγορση. Γιατί η παρουσία χωρίς εσωτερική ζωή δεν είναι αντοχή. Είναι επιβίωση.
Βιβλιογραφία
- McEwen, B. S. (2007). Physiology and neurobiology of stress and adaptation: Central role of the brain.Physiological Reviews, 87(3), 873–904.
- Hobfoll, S. E., Halbesleben, J., Neveu, J. P., & Westman, M. (2018). Conservation of resources in the organizational context: The reality of resources and their consequences.Annual Review of Organizational Psychology and Organizational Behavior, 5, 103–128.
- Schore, A. N. (2012). The science of the art of psychotherapy.New York: W. W. Norton & Company.
- van der Kolk, B. (2014). The body keeps the score.New York: Viking.