Πόλωση και συναίνεση: Ανάγκη ή κρίση;
Η χαμηλή κοινοβουλευτική συνεργασία, η ασυμμετρία πολιτικής κουλτούρας και το μέλλον της δημοκρατικής ποιότητας
Η νέα μέτρηση του Δείκτη Νομοθετικής Συναίνεσης που δημοσίευσε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών, καταγράφει μέσο ποσοστό 11,9% για την περίοδο από τον Ιούλιο 2023 έως τον Δεκέμβριο 2025 και αποτελεί ένα από τα πιο αποκαλυπτικά στιγμιότυπα της σημερινής κοινοβουλευτικής πραγματικότητας. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο συναίνεσης από το 2004, γεγονός που, με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη έντονης πολιτικής πόλωσης. Ωστόσο, η συγκυρία μέσα στην οποία εμφανίζεται αυτό το ποσοστό είναι αξιοσημείωτη. Η Ελλάδα δεν βιώνει κοινωνική αναταραχή αντίστοιχη με εκείνη της μνημονιακής περιόδου 2010 έως 2018, ούτε βρίσκεται ενώπιον υπαρξιακών διλημμάτων όπως το δημοψήφισμα του 2015. Η απόσταση ανάμεσα στη χαμηλή κοινωνική ένταση και στη χαμηλή κοινοβουλευτική συναίνεση δημιουργεί ένα παράδοξο που απαιτεί προσεκτική ανάλυση.
Η μέση συναίνεση 11,9% προκύπτει από τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στα νομοσχέδια που εισηγείται και υπερψηφίζει η κυβερνητική πλειοψηφία της Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκος Μητσοτάκης. Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής εμφανίζει 27,9% συναίνεση, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλο κόμμα της αντιπολίτευσης, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται περίπου στο 13% και μικρότερα κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας ή η Νέα Αριστερά κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα. Το ΚΚΕ παραμένει στο μηδέν. Αν κάποιος απομονώσει τα δεδομένα, θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η αντιπολίτευση έχει υιοθετήσει στρατηγική καθολικής άρνησης. Όμως μια τέτοια ερμηνεία παραβλέπει τις δομικές μεταβολές του κομματικού συστήματος.
Η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση δεν προέκυψε από εκλογική κυριαρχία, αλλά από τη διάλυση του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είχε αναδειχθεί σε βασικό αντίπαλο πόλο κατά τη δεκαετία της κρίσης, υπέστη διασπάσεις και δημοσκοπική καθίζηση, ενώ νέοι σχηματισμοί που καταγράφονται περιγραφικά αλλά ακόμα δεν έχουν εμφανιστεί αναζητούν ταυτότητα και χώρο. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κατέγραψε 11,8% στις εκλογές του 2023 και γνώρισε πρόσκαιρη άνοδο μετά την εσωκομματική του διαδικασία, υποχώρησε εκ νέου σε ποσοστά που δεν του επιτρέπουν να εμφανίζεται ως ρεαλιστική εναλλακτική εξουσίας, εντείνοντας την κρίση του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συναίνεση αποκτά υψηλότερο πολιτικό κόστος. Όταν ένα κόμμα δεν θεωρείται πιθανός φορέας διακυβέρνησης, η επιλεκτική συνεργασία κινδυνεύει να ερμηνευθεί ως κυβερνητική συμπληρωματικότητα αντί για πολιτική υπευθυνότητα.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η χαμηλή συναίνεση οφείλεται πρωτίστως στην κυριαρχική θέση της Νέας Δημοκρατίας ή σε στρατηγική επιλογή της αντιπολίτευσης. Η απάντηση βρίσκεται στη διασταύρωση αυτών των δύο. Η αυτοδυναμία μειώνει τα θεσμικά κίνητρα διαπραγμάτευσης. Όταν μια κυβέρνηση διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και βρίσκεται σε πολιτική άνεση σε σχέση με τον κομματικό ανταγωνισμό, δεν χρειάζεται τη στήριξη της αντιπολίτευσης για να περάσει τη νομοθετική της ατζέντα. Η συναίνεση παύει να είναι αναγκαία και μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή, η οποία συνεπάγεται μοίρασμα πολιτικού κεφαλαίου. Από την άλλη πλευρά, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εκπροσώπηση ενός περιορισμένου εκλογικού χώρου, έχουν κίνητρο να διατηρούν διακριτό στίγμα. Έτσι η άρνηση γίνεται μονοδρομικό εργαλείο διαφοροποίησης.
Η σύγκριση με το 2015 αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα της σημερινής συγκυρίας. Κατά το πρώτο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς, όταν η χώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ, η τότε αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ ψήφισε κρίσιμα νομοσχέδια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Η συναίνεση εκείνη δεν αποτελούσε έκφραση αρμονικής πολιτικής κουλτούρας, αλλά απάντηση στο υπαρξιακό διακύβευμα και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Το κόστος μη συνεργασίας ήταν εξαιρετικά υψηλό, με αποκορύφωμα το τρίτο Μνημόνιο. Σήμερα, το αντίστοιχο κόστος είναι πολύ πιο περιορισμένο. Η απουσία κρίσης και η επαναφορά σε μια πολιτική κανονικότητα επιτρέπει μεγαλύτερη ελευθερία στρατηγικών επιλογών.
Σε αυτό το σημείο αναδύεται το ζήτημα της πολιτικής κουλτούρας. Ιστορικά, η Νέα Δημοκρατία ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει επιδείξει υψηλότερα ποσοστά συναίνεσης σε σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ ή τον ΣΥΡΙΖΑ. Τόσο την περίοδο 2009 έως 2012, υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, όσο και από το 2015 έως το 2019, η Νέα Δημοκρατία ψήφιζε σημαντικό ποσοστό νομοσχεδίων της εκάστοτε κυβέρνησης. Η συμπεριφορά αυτή δεν εξαντλείται σε συγκυριακούς υπολογισμούς. Συνδέεται με την ιστορική της αυτοαντίληψη ως κόμματος θεσμικής συνέχειας και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού στη χώρα. Η διαφορά, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε κουλτούρα. Ιδιαίτερα το 2015-2019 η προσδοκία της άμεσης επιστροφής στην εξουσία ενίσχυε το κίνητρο εμφάνισης ως δύναμης κυβερνησιμότητας.
Η σημερινή αντιπολίτευση δεν διαθέτει ανάλογη προοπτική. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο κινείται σε μικρομεσαία ποσοστά, βρίσκεται αντιμέτωπο με διπλή πίεση. Αν κινηθεί προς μεγαλύτερη συναίνεση, κινδυνεύει να απωλέσει μέρος από το αντιδεξιό του ακροατήριο. Αν υιοθετήσει πλήρη σύγκρουση, δυσκολεύεται να πείσει το κέντρο για την κυβερνητική του επάρκεια. Η χαμηλή συναίνεση, σε συνδυασμό με απουσία της ανάλογης κοινωνικής έκρηξης σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, καταδεικνύει στρατηγικό εγκλωβισμό περισσότερο παρά δυναμική ανόδου.
Η άρνηση συναίνεσης ως στοιχείο λαϊκισμού
Η άρνηση συναίνεσης συχνά ταυτίζεται με τη λαϊκιστική ρητορική. Στην κλασική θεωρητική της εκδοχή, ο λαϊκισμός θεμελιώνεται σε διχοτομική αντίληψη κοινωνίας και σε ηθικοποίηση της σύγκρουσης. Όταν η αντιπολίτευση καταψηφίζει συστηματικά και ταυτόχρονα απονομιμοποιεί τον αντίπαλο ως εχθρό του λαού, η άρνηση μετατρέπεται σε οργανικό στοιχείο λαϊκισμού. Ωστόσο, η απλή καταψήφιση δεν αρκεί για τέτοιο χαρακτηρισμό. Η σημερινή ελληνική αντιπολίτευση παρουσιάζει ετερογενή πρότυπα. Το ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει χαμηλά επιλεκτική συναίνεση, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται αμυντικός και αναζητά ταυτότητα, ενώ κόμματα διαμαρτυρίας όπως η Πλεύση Ελευθερίας ή η Ελληνική Λύση υιοθετούν εντονότερο διχοτομικό λόγο.
Η κρίσιμη διάκριση βρίσκεται ανάμεσα σε θεσμική διαφωνία και ηθική απονομιμοποίηση. Η πρώτη αποτελεί φυσιολογικό στοιχείο πλουραλιστικής δημοκρατίας. Η δεύτερη τροφοδοτεί πόλωση που διαβρώνει τη θεσμική εμπιστοσύνη. Στη σημερινή συγκυρία, η κοινωνική ένταση αν και υπαρκτή, δεν δικαιολογεί ρητορικές υπαρξιακής σύγκρουσης. Αυτό καθιστά τη χαμηλή συναίνεση περισσότερο κομματικά παραγόμενη παρά κοινωνικά επιβεβλημένη.
Το ερώτημα που παραμένει αφορά την ποιότητα της δημοκρατίας. Η απουσία συναίνεσης δεν συνιστά αυτομάτως δημοκρατική κρίση. Η Ελλάδα διατηρεί εκλογική σταθερότητα, θεσμική κανονικότητα και αποδοχή αποτελεσμάτων και πολιτικών. Ο κίνδυνος εντοπίζεται αλλού: αν παγιωθεί ένα μοντέλο στο οποίο η κυβέρνηση θα αναγκάζεται να νομοθετεί μονομερώς και η αντιπολίτευση θα καταγγέλλει συστηματικά, η κουλτούρα συνεργασίας θα ατροφεί. Η πλειοψηφική διακυβέρνηση, όταν δεν συνοδεύεται από ελάχιστες γέφυρες διαλόγου, οδηγεί σε μονομέρεια που, αν και δεν απειλεί άμεσα τη σταθερότητα, περιορίζει τη θεσμική ωριμότητα.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η συναίνεση αυξάνεται όταν υπάρχει προσδοκία εναλλαγής εξουσίας. Όταν ένας εναλλακτικός πόλος εμφανίζεται ρεαλιστικός, επενδύει σε εικόνα υπευθυνότητας. Αντίθετα, σε συνθήκες κυριαρχίας ενός κόμματος, η αντιπολίτευση προσανατολίζεται στην ταυτότητα. Το ελληνικό σύστημα φαίνεται να μεταβαίνει από τον παραδοσιακό εναλλασσόμενο δικομματισμό και τον έντονο πολωμένο πλουραλισμό της κρίσης σε πλειοψηφική κανονικότητα με κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Η χαμηλή συναίνεση αποτελεί σύμπτωμα αυτής της μετάβασης.
Η τελική αποτίμηση οφείλει να αποφύγει τις μονομερείς ευθύνες. Η Νέα Δημοκρατία, ως αυτοδύναμη κυβέρνηση, από τη θέση της στο κομματικό σύστημα έχει περιορισμένα θεσμικά κίνητρα για νομοθετική διαπραγμάτευση, ενώ η αντιπολίτευση, στερούμενη πλειοψηφικής δυναμικής, έχει περιορισμένα πολιτικά οφέλη από τη συναίνεση. Η κυβερνητική πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση περισσότερο αναδεικνύει τη προβληματική αυτή συνθήκη. Η ποιότητα της δημοκρατίας θα κριθεί από το αν στο μέλλον εμφανιστεί πόλος ικανός να μετατρέψει τη συναίνεση σε εργαλείο πλειοψηφικής διεκδίκησης και από το αν η κυβέρνηση θα επιδιώξει ουσιαστική συνδιαμόρφωση όταν το πολιτικό όφελος δεν θα είναι άμεσο. Μέχρι τότε, η Ελλάδα φαίνεται να ζει μια περίοδο χαμηλής κοινωνικής έντασης αλλά υψηλής κοινοβουλευτικής απόστασης, όπου η πόλωση παράγεται περισσότερο από τον ανταγωνισμό των κομμάτων και όχι τόσο από τις σύγκρουση της κοινωνίας.