Πόλεμος, πετρέλαιο, αβεβαιότητα: Η οικονομία της Μέσης Ανατολής σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Η Μέση Ανατολή βιώνει αυτή τη στιγμή μία από τις πιο επικίνδυνες οικονομικά περιόδους της τελευταίας δεκαετίας.
Η Μέση Ανατολή βιώνει αυτή τη στιγμή μία από τις πιο επικίνδυνες οικονομικά περιόδους της τελευταίας δεκαετίας.
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος σκιών μεταξύ Ιράν και Ισραήλ δεν έχει μέχρι στιγμής διακόψει τη ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο, όμως οι χρηματοοικονομικές επιπτώσεις είναι ήδη αισθητές: οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν 9% μέσα σε τρεις εβδομάδες, ενώ τα ναύλα για τα δεξαμενόπλοια που διέρχονται από το Στενό του Ορμούζ έχουν εκτοξευτεί λόγω της αυξημένης ασφάλισης και των κινδύνων ασφαλείας.
Ο ελληνικός εφοπλισμός, που ελέγχει σχεδόν το 25% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν το κόστος ναύλωσης αλλά και τον κίνδυνο ασφαλιστικών απαιτήσεων. Πολλές ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες έχουν ήδη προσαρμόσει τις διαδρομές και τις τιμολογήσεις τους, αποκομίζοντας βραχυπρόθεσμα οφέλη από την αύξηση των ναύλων, αλλά και αντιμετωπίζοντας αυξημένο λειτουργικό ρίσκο λόγω των εντάσεων στον Περσικό Κόλπο.
Ο Περσικός Κόλπος, ως κρίσιμο πέρασμα για τη διεθνή διακίνηση ενέργειας, δεν είναι άσχετος με την ελληνική οικονομία αντιθέτως, τη διαπερνά σε δύο επίπεδα: από τη μία, μέσω της εξάρτησής της από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου· από την άλλη, μέσω της ηγετικής θέσης του ελληνικού εφοπλισμού στην παγκόσμια ναυτιλία.
Οι ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις ελέγχουν περίπου το 25% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων, γεγονός που προσδίδει στη χώρα έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο διεθνές θαλάσσιο εμπόριο ενέργειας. Αυτό το ποσοστό μεταφράζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε ναυτιλιακές εισπράξεις και συνεισφέρει σταθερά περίπου 7% στο ελληνικό ΑΕΠ, όταν συνυπολογιστούν τα άμεσα και έμμεσα οφέλη, όπως οι ναυπηγικές εργασίες, οι λιμενικές υπηρεσίες, τα ασφαλιστικά και χρηματοοικονομικά πακέτα που διεκπεραιώνονται μέσω του Πειραιά ή άλλων ναυτιλιακών κέντρων.
Αυτή η νέα πραγματικότητα επηρεάζει άμεσα τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής: τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Στο Ριάντ, τα δημόσια έσοδα έχουν αυξηθεί χάρη στις υψηλές τιμές πετρελαίου, επιτρέποντας τη διατήρηση του επενδυτικού προγράμματος Vision 2030 χωρίς περικοπές. Ωστόσο, επενδυτές από ΗΠΑ και Ευρώπη έχουν παγώσει την είσοδο κεφαλαίων σε τουλάχιστον έξι μεγάλα έργα, επικαλούμενοι την περιφερειακή αστάθεια. Στο Άμπου Ντάμπι, η εικόνα είναι παρόμοια: τα κρατικά έσοδα είναι ισχυρά, όμως οι τράπεζες αναφέρουν αύξηση της ζήτησης για ρευστότητα από επιχειρήσεις logistics και ναυτιλιακές, λόγω αυξημένου κόστους λειτουργίας.
Στον αντίποδα, η Ιορδανία και ο Λίβανος αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις. Η Ιορδανική κυβέρνηση, ήδη επιβαρυμένη από ενεργειακή εξάρτηση, κλήθηκε να αναθεωρήσει τον προϋπολογισμό της μετά την αύξηση των εισαγωγών πετρελαίου κατά 12%. Ο Λίβανος, βυθισμένος σε μακροχρόνια κρίση, βλέπει το ήδη ευάλωτο τραπεζικό του σύστημα να αποκόπτεται από την παγκόσμια αγορά, καθώς αυξάνεται το ρίσκο μη εξυπηρέτησης εξωτερικού χρέους.
Το Ισραήλ από την πλευρά του βρίσκεται σε μια ιδιότυπη οικονομική ισορροπία. Παρά το μέτωπο με το Ιράν, οι εγχώριοι δείκτες παραμένουν σταθεροί λόγω της τεχνολογικής ανθεκτικότητας του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,4% του ΑΕΠ μέσα στο έτος, κυρίως λόγω έκτακτων αμυντικών δαπανών και ενισχύσεων στις στρατηγικές υποδομές ενέργειας και κυβερνοάμυνας.
Στο Ιράν, η οικονομία βρίσκεται σε πολεμικό καθεστώς. Το επίσημο νόμισμα έχει χάσει σχεδόν 20% της αξίας του από την αρχή του έτους και η Τεχεράνη έχει ήδη μεταφέρει στρατηγικά αποθέματα χρυσού σε ασφαλείς λογαριασμούς στο εξωτερικό. Οι εξαγωγές πετρελαίου συνεχίζονται μέσω τρίτων διαύλων, αλλά σε χαμηλότερες τιμές και υπό αυξημένες κυρώσεις. Παράλληλα, τα σιτηρά και τα φάρμακα έχουν ανατιμηθεί εσωτερικά έως και 35%.
Η ευρύτερη εικόνα στην περιοχή δείχνει δύο ταχύτητες: αφενός τις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες που διαχειρίζονται το ρίσκο με ταμειακά αποθέματα και πολιτικές σταθερότητας, αφετέρου τις ασθενέστερες οικονομίες που επηρεάζονται ακαριαία από τις αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, την αστάθεια στη μεταφορά εμπορευμάτων και τη γενικότερη αποστροφή των ξένων επενδυτών.
Σε μια περιοχή όπου το πετρέλαιο αποτελεί ακόμα τον βασικό οικονομικό μηχανισμό και η σταθερότητα εξαρτάται από την πολιτική ισορροπία, το ερώτημα δεν είναι αν η κρίση θα επηρεάσει την οικονομία. Είναι πόσο γρήγορα και πόσο βαθιά θα χτυπήσει και ποιος θα είναι έτοιμος να απορροφήσει το σοκ.