ΠΑΣΟΚ: Οι εσωκομματικοί συσχετισμοί δεν κρύβουν το δημογραφικό αδιέξοδο
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα ταυτότητας που κανένας συνεδριακός αλγόριθμος δεν λύνει
Την προηγούμενη εβδομάδα στο ΠΑΣΟΚ επικράτησε ένταση γύρω για το επικείμενο συνέδριο του, καθώς κυριάρχησε ένας όρος που υποτίθεται πως αφορά τις τεχνικές λεπτομέρειες των εσωκομματικών συσχετισμών. Ο λεγόμενος αλγόριθμος εκλογής συνέδρων παρουσιάστηκε ως διαδικαστικό ζήτημα, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν ακτινογραφία της σημερινής του κοινωνικής δομής. Η πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη να κατανέμονται οι σύνεδροι με βάση την εκλογική δύναμη κάθε περιοχής όμως, φέρνει στην επιφάνεια μια δυσάρεστη πραγματικότητα, μιας και το κοινό που επιλέγει το κόμμα που βρέθηκε μετεκλογικά στη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης φαίνεται πως διαφέρει σημαντικά σε σχέση με το γενικό εκλογικό σώμα, που κρίνει και τις εκλογές.
Σε απόλυτους αριθμούς ψήφων το ΠΑΣΟΚ καταγράφει ισχυρές ιστορικές επιδόσεις σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες της επαρχίας και ειδικά στην Κρήτη, την ώρα που οι μεγάλες αστικές περιφέρειες της Αττικής και της Θεσσαλονίκης παραμένουν το αδύναμο σημείο του. Η εικόνα αυτή δεν συνιστά απλώς άνιση γεωγραφική κατανομή, αλλά αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο το κόμμα συνδέεται με κοινωνικές κατηγορίες της επαρχίας που γερνούν και απομακρύνεται από κοινωνικές κατηγορίες που διαμορφώνουν την πολιτική δυναμική.
Η σημασία του αλγορίθμου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Αν το συνέδριο αντανακλά τη σημερινή εκλογική γεωγραφία, τότε θα εκφράζει κυρίως τις περιοχές και τις ηλικίες που ήδη στηρίζουν το κόμμα. Το οργανωτικό σώμα θα μοιάζει περισσότερο με καθρέφτη της ιστορικής βάσης του ΠΑΣΟΚ παρά με πυξίδα προς το κοινωνικό κέντρο βάρους. Η διαδικασία έτσι αποκτά χαρακτήρα εσωστρεφούς επιβεβαίωσης και όχι κάποιου ενδιαφέροντος εξωστρεφούς μετασχηματισμού.
Η μεταπολιτευτική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ στηρίχθηκε σε μια ευρεία κοινωνική συμμαχία. Δημόσιοι υπάλληλοι, μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, νέοι εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι επαγγελματίες και αγροτικά στρώματα συγκροτούσαν ένα πολυεπίπεδο πλέγμα συμφερόντων. Η εκλογική του δύναμη είχε έντονη αστική παρουσία και ιδιαίτερη απήχηση στις παραγωγικές ηλικίες. Το κόμμα λειτουργούσε ως φορέας προσδοκιών κινητικότητας.
Σήμερα η κοινωνιολογία της ψήφου του έχει αλλάξει δραματικά. Παραμένει ισχυρό σε περιοχές με ιστορική ταύτιση και σε ηλικιακές κατηγορίες που κουβαλούν πολιτική μνήμη ή ο εκλογικός νόμος δίνει έδρα για το τρίτο κόμμα, και έτσι δημιουργούνται πελατείες. Αντίθετα, παρουσιάζει ασθενέστερη διείσδυση στους εργαζομένους υπηρεσιών των πόλεων, στους νεότερους επαγγελματίες και στα στρώματα που κινούνται ανάμεσα στην επισφάλεια και την κοινωνική άνοδο. Η μετατόπιση αυτή περιορίζει το εύρος του. Το κόμμα δείχνει να εκπροσωπεί μια κοινωνική φωτογραφία προηγούμενης εποχής και κινδυνεύει από τον εκάστοτε καλύτερο εκφραστή αυτών των κοινωνικο-επαγγελματικών πληθυσμιακών ομάδων.
Στην πολιτική επιστήμη η κατάσταση αυτή περιγράφεται ως κενό αντιπροσώπευσης. Ένα κόμμα συνεχίζει να στηρίζεται σε ομάδες που δεν καθορίζουν την κεντρική πολιτική σύγκρουση. Το αποτέλεσμα φαίνεται στην κάλπη. Ακόμη και όταν διατηρεί αξιοπρεπή ποσοστά, αδυνατεί να διαμορφώσει ρεύμα πλειοψηφίας ή έστω αυξημένης επιρροής. Η σύνθεσή του παραμένει συμπαγής αλλά περιορισμένη.
Ο Μίχελς είχε επισημάνει ότι τα κόμματα τείνουν να ελέγχονται από οργανωμένες ομάδες στελεχών. Όταν η κοινωνική διεύρυνση περιορίζεται, η εσωτερική ισορροπία γίνεται πρωτεύον ζήτημα. Η συζήτηση μετατοπίζεται από την κοινωνία προς την οργάνωση. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να βρίσκεται σε αυτή τη φάση. Ο διάλογος επικεντρώνεται στο ποιος αποφασίζει στο συνέδριο, την ώρα που η κοινωνία μεταβάλλεται ταχύτερα από τους μηχανισμούς.
Η εικόνα αυτή ταιριάζει με τη διαδρομή που περιέγραψε ο Ντυβερζέ για την εξέλιξη των κομμάτων. Τα κόμματα στελεχών μετατρέπονται σε μαζικά κόμματα και αργότερα σε εκλογικά επαγγελματικά κόμματα. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως μαζικό κόμμα κοινωνικής ένταξης, όμως η σημερινή του λειτουργία θυμίζει περισσότερο κόμμα στελεχών με ισχυρές τοπικές βάσεις. Η οργανωτική του δραστηριότητα συντηρείται από δίκτυα που διατηρούν πιστότητα αλλά δεν παράγουν επέκταση.
Ο Κιρκχάιμερ ανέλυσε την επόμενη φάση, το πολυσυλλεκτικό κόμμα. Σε αυτή τη μορφή, τα κόμματα επιδιώκουν ευρύ εκλογικό ακροατήριο μειώνοντας τις κοινωνικές τους ρίζες. Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε κάποτε κοντά σε αυτό το πρότυπο. Σήμερα εμφανίζεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Διατηρεί κοινωνικές μνήμες χωρίς να αποκτά νέα κοινωνικά μπλοκ. Το αποτέλεσμα είναι περιορισμένη εκλογική εμβέλεια και δυσκολία πρωτοβουλίας.
Οι μεταγενέστερες θεωρήσεις του Κατζ και του Μαιρ για το κόμμα καρτέλ φωτίζουν ακόμη περισσότερο το φαινόμενο. Όταν τα κόμματα στηρίζονται κυρίως στους θεσμούς και λιγότερο στην κοινωνική συμμετοχή, ενισχύουν την εσωτερική τους σταθερότητα αλλά χάνουν τη δυναμική αντιπροσώπευση. Το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί σε αυτή τη ζώνη. Η επιβίωση ως θεσμικός παράγοντας παραμένει πιθανή, η ηγεμονία όμως απομακρύνεται.
Η αδυναμία διείσδυσης στα δυναμικά μεσοστρώματα παράγει έτσι πολιτικές συνέπειες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μονοπωλεί το Κέντρο, έχοντας εξασφαλίσει μια κοινωνική πλειοψηφία που βασίζεται ακόμα στη μεσαία τάξη, ιδιαίτερα στην Αττική, κάτι καθοριστικό για την εκλογική κυριαρχία της Κεντροδεξιάς. Η ριζοσπαστική Αριστερά από την άλλη απευθύνεται στους νεότερους ψηφοφόρους της πόλης. Αντίστοιχα, αντισυστημικοί σχηματισμοί αντλούν από τη διάχυτη δυσαρέσκεια στις μεσαίες ηλικίες. Νέες πολιτικές πρωτοβουλίες διεκδικούν τον χώρο της προσδοκίας αλλαγής απευθυνόμενες σε ψηφοφόρους με τα ίδια ή παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους χωρίς να καθορίζει την ατζέντα. Η θέση του θυμίζει κόμμα ισορροπίας και όχι κόμμα πρωτοβουλίας, και αυτό αποτυπώνεται τόσο γεωγραφικά, όσο και δημογραφικά.
Η επιμονή στην οργανωτική συζήτηση κρύβει αυτή την αβεβαιότητα. Στην πολιτική θεωρία το φαινόμενο ονομάζεται οργανωτική υποκατάσταση. Όταν η απάντηση για την κοινωνική αναφορά καθυστερεί, το κόμμα μεταφέρει το ενδιαφέρον στη διαδικασία. Οι κανόνες, οι συσχετισμοί και οι εσωτερικές ισορροπίες αποκτούν χαρακτήρα στρατηγικής. Το αποτέλεσμα καθησυχάζει προσωρινά το εσωτερικό αλλά δεν αλλάζει τη θέση στο πολιτικό σύστημα.
Το πρόβλημα αποκτά και δημογραφική διάσταση. Η εκλογική επιρροή συγκεντρώνεται σε ηλικίες με υψηλή πολιτική πίστη αλλά χαμηλή μελλοντική ανανέωση. Οι νεότερες γενιές δεν έχουν βιωματική σχέση με την ιστορική του πορεία και διαμορφώνουν πολιτικές ταυτότητες μέσα από άλλες εμπειρίες. Ένα κόμμα που δεν αποκτά ισχυρούς δεσμούς με αυτές τις γενιές δυσκολεύεται να διατηρήσει διαχρονική δυναμική.
Η συζήτηση για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ αφορά συνεπώς την ίδια του την υπόσταση. Αν επιδιώξει να σταθεροποιήσει τη σημερινή του βάση, θα διατηρήσει έναν πυρήνα πιστών ψηφοφόρων αλλά θα δυσκολευτεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν επιχειρήσει διεύρυνση προς τα αστικά μεσοστρώματα, θα χρειαστεί πολιτική αφήγηση που να υπερβαίνει την ιστορική μνήμη. Η επιλογή αυτή απαιτεί ανανέωση λόγου και όχι μόνο ανανέωση προσώπων.
Η εκλογική εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι μεγάλες μεταβολές προκύπτουν από κοινωνικές συμμαχίες και όχι από εσωτερικές ρυθμίσεις. Κόμματα που κατάφεραν να εκφράσουν νέες ανάγκες κερδίζουν χώρο και πολιτική παρουσία ακόμη και χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς. Αντίθετα, οργανώσεις με συμπαγείς δομές αλλά περιορισμένη κοινωνική απήχηση κινδυνεύουν να παραμείνουν στάσιμες. Το ΠΑΣΟΚ όμως δείχνει ήδη να επιλέγει ποια πορεία θα ακολουθήσει.
Η λογική του αλγόριθμου των συνέδρων δείχνει και το όριο ανάμεσα στο παρόν και στο μέλλον του κόμματος. Όσο η εκλογική του δύναμη συγκεντρώνεται σε επικράτειες μνήμης, η πολιτική του επιρροή θα παραμένει εύθραυστη. Η σύμπραξη με τα δυναμικά μεσοστρώματα αποτελεί προϋπόθεση για σταθερή θέση στο πολιτικό σύστημα. Χωρίς αυτήν, κάθε οργανωτική επιτυχία θα μοιάζει προσωρινή και εντέλει θα είναι επισφαλής.
Το συνέδριο μπορεί να καταγράψει συσχετισμούς και να επιβεβαιώσει την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη. Η κοινωνία όμως καθορίζει ποιος αποκτά πολιτική προοπτική. Εκεί είναι πολύ αμφίβολο αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να λειτουργήσει ξανά ως κάτι παραπάνω από ένας φορέας ανάμνησης ενός παρελθόντος που σταδιακά όλο και απομακρύνεται.