Υπόθεση Παναγόπουλου: H κυβέρνηση «δείχνει» ΠΑΣΟΚ- Βολές για την αντίδραση στο νόμο περί συλλογικών συμβάσεων

Υπόθεση Παναγόπουλου: H κυβέρνηση «δείχνει» ΠΑΣΟΚ- Βολές για την αντίδραση στο νόμο περί συλλογικών συμβάσεων
Συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ) υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Να μείνει εκτός του κάδρου των ευθυνών στην υπόθεση των προγραμμάτων κατάρτισης-η οποία έχει εξελιχθεί σε μετωπική πολιτική αντιπαράθεση- επιχειρεί η κυβέρνηση παρά τις διευκρινίσεις που έχουν δώσει τα υπουργεία Εργασίας και Οικονομικών ότι όλα έγιναν με διαφάνεια και παρά το γεγονός ότι στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Παναγόπουλος.

Κυβερνητικά στελέχη υπογραμμίζουν στο TheOpinion ότι πρόκειται για μία είναι υπόθεση που αφορά πρωτίστως «τον χώρο του ΠΑΣΟΚ» και ότι «οι έλεγχοι υπάρχουν και λειτουργούν».

Το Μαξίμου δίνει σαφές πολιτικό στίγμα στην υπόθεση περιγράφοντας τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο ως «το εμβληματικότερο συνδικαλιστικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ», υποστηρίζοντας ότι η στήριξή του δεν περιοριζόταν μόνο στο κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά εκτεινόταν και στα αριστερά. Επισημαίνει ότι ο βασικός αντίπαλος της ΔΑΚΕ και της ΝΔ στον συνδικαλιστικό χώρο δεν μπορεί εκ των υστέρων να εμφανίζεται «ως «γαλάζια υπόθεση».

Όσον αφορά στην ουσία της διαχείρισης των προγραμμάτων ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έκανε λόγο για «απίστευτη λαθροχειρία» ως προς τον τρόπο που παρουσιάζεται η έγκριση κονδυλίων, επιμένοντας ότι πρόκειται για ευρωπαϊκή πρακτική –και ευρωπαϊκή παρότρυνση– οι κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, τους κοινωνικούς εταίρους για να υλοποιούν προγράμματα κατάρτισης. Κατά την κυβερνητική θέση, το κρίσιμο σημείο δεν είναι η καθεαυτή εκταμίευση αλλά  «το πώς θα διαχειριστεί κάποιος τα προγράμματα αυτά είναι ευθύνη εκείνου», άρα και η λογοδοσία αφορά τον ίδιο.

 Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν

Απαντώντας στο καίριο ερώτημα που τροφοδοτεί τη δημόσια συζήτηση: «ποιος ελέγχει;» ο κυβερνητικός εκπρόσωπος «έδειξε» ευθέως τους θεσμούς: Ελεγκτικό Συνέδριο, τον επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα χρήματος Χαράλαμπο Βουρλιώτη και τη Δικαιοσύνη. Από το Μαξίμου τονίζουν ότι η υπόθεση δεν «κουκουλώνεται» αλλά ελέγχεται σε πολλαπλά επίπεδα, με το πόρισμα να έχει ήδη πάρει τον δρόμο της εισαγγελικής διερεύνησης.  Όπως τονίζουν, η συγκεκριμένη υπόθεση είναι ένα δείγμα πως οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν και δεν χαρίζονται σε κανέναν.

Παράλληλα, η κυβέρνηση αναπτύσσει και το πολιτικό αντεπιχείρημα ότι η χώρα έχει δει «πάρα πολλά» κυκλώματα και σκάνδαλα τα τελευταία χρόνια -σε εφορίες, φυλακές, πολεοδομίες, δημοτική αστυνομία, συνδικαλιστικό χώρο-, άρα η ύπαρξη υποθέσεων δεν συνιστά αυτομάτως κυβερνητική συνενοχή, αλλά –κατά την κυβερνητική ανάγνωση– απόδειξη ότι οι έλεγχοι φέρνουν στην επιφάνεια παθογένειες.

 Σύγκριση με ΟΠΕΚΕΠΕ

Από την κυβέρνηση παραδέχονται ότι «πολύ καλά έκανε» ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης και ανέστειλε την κομματική ιδιότητα του προέδρου της ΓΣΕΕ, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για μια κίνηση διαχείρισης κρίσης από το ΠΑΣΟΚ, ανοίγοντας, όμως, ταυτόχρονα τη σύγκριση με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου η αντιπολίτευση επιχείρησε να «αμαυρώσει συλλήβδην» τη Νέα Δημοκρατία και τον πρωθυπουργό παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για «απλά μέλη» που τότε ελέγχονταν χωρίς να έχουν ασκηθεί διώξεις.

 Η «Κοινωνική Συμφωνία» για τις ΣΣΕ

Η υπόθεση των προγραμμάτων κατάρτισης έρχεται σε μία συγκυρία στην οποία η κυβέρνηση έχει ψηλά στην ατζέντα τα εργασιακά με την «ιστορική» Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας να αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Ο πρωθυπουργός στην κυριακάτικη ανασκόπησή του τόνισε ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που συμβαίνει «για πρώτη φορά στη χώρα» και μάλιστα υλοποιείται από μια κεντροδεξιά κυβέρνηση, στοιχείο που –όπως υπογράμμισε– έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Στο κυβερνητικό αφήγημα, η νέα ρύθμιση δεν αφορά μόνο μια τεχνική βελτίωση του πλαισίου, αλλά μια συνολικότερη παρέμβαση που στοχεύει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επεκτείνονται οι συλλογικές συμβάσεις, ώστε να καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της αγοράς εργασίας.

Ο κ. Μητσοτάκης συνέδεσε ευθέως τη διευκόλυνση της σύναψης και επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων με απτά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις: περισσότερη ασφάλεια και καλύτερες αποδοχές για το προσωπικό, αλλά και ένα σταθερό, προβλέψιμο περιβάλλον για την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε, όμως, και στη διαδικασία που οδήγησε στη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να πετυχαίνουν τις αναγκαίες συναινέσεις, «δείχνοντας τον δρόμο» και στις πολιτικές δυνάμεις. Άφησε όμως αιχμές για «υποκρισία» από τα κόμματα της αντιπολίτευσης σε ένα –όπως το χαρακτήρισε– κατεξοχήν φιλεργατικό νομοσχέδιο. Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε ειδικά το ΠΑΣΟΚ, για το οποίο υποστήριξε ότι επέδειξε «παράδοξη στάση» καθώς υπερψήφισε όλα τα βασικά άρθρα του νομοσχεδίου, αλλά το καταψήφισε επί της αρχής.

Στην κυβέρνηση χαρακτηρίζουν «ακαταλαβίστικη» αυτήν την τακτική, καθώς δείχνει πως, το μόνο που είχαν να προσάψουν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και ο αρχηγός τους ήταν η… υπογραφή του κ. Παναγόπουλου κι όχι η ουσία του νόμου που θα διέπει, από εδώ και στο εξής, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.