Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Για μια συνήθεια που δεν είναι πια αυτονόητη
Σκέψεις για μια συνήθεια που δεν εξαφανίζεται, αλλά μετατοπίζεται: ποιοι διαβάζουν, πώς διαβάζουν και γιατί αυτό έχει σημασία σήμερα.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου (23 Απριλίου) θέλησα να κάνω μια πρόχειρη έρευνα γύρω από τα συνήθειες αναγνωσιμότητας και την βιβλιοπαραγωγή, με την ελπίδα ότι ίσως θα μπορούσαν να εξαχθούν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Αρχικά, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται ότι διαβάζουμε με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι παλαιότερα: λιγότερο συστηματικά, λιγότερο εντατικά και πολύ πιο άνισα, ενώ την ίδια στιγμή αλλάζει και το ίδιο το τοπίο του βιβλίου.
Η πιο πρόσφατη έρευνα για το κοινό του βιβλίου στην Ελλάδα (ΟΣΔΕΛ, 2021–2022) δείχνει μια κοινωνία που έχει απομακρυνθεί από τη σταθερή αναγνωστική συνήθεια. Στην εν λόγω έρευνα με τίτλο «Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες: Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα» -την επιστημονική διεύθυνση της οποίας είχε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών- πρωταρχικός στόχος ήταν η καταγραφή και η ερμηνεία του συστήματος των παραγόντων που καθορίζουν την αναγνωστική συμπεριφορά.
Περίπου 35% δηλώνουν ότι δεν διαβάζουν καθόλου, ενώ ένα μεγάλο μέρος περιορίζεται σε 1–4 βιβλία τον χρόνο. Ο μέσος όρος φτάνει τα 5 βιβλία, αλλά η διάμεσος είναι μόλις 2, ένδειξη ότι η ανάγνωση είναι για πολλούς μια σποραδική δραστηριότητα.
Κυρίως, όμως, η έρευνα του Νίκου Παναγιωτόπουλου συνέδεσε την αναγνωσιμότητα με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των αναγνωστών και, μάλιστα, των γονέων των μελλοντικών αναγνωστών. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Όσο υψηλότερου επιπέδου είναι τα επαγγέλματα του πατέρα, της μητέρας, του πατρογονικού και του μητρογονικού παππού των ερωτώμενων τόσο υψηλότερος είναι ο δείκτης ανάγνωσης βιβλίων. Όσο αυξάνονται τα βιβλία που υπάρχουν στο νοικοκυριό ή που υπήρχαν στην παιδική βιβλιοθήκη των ερωτώμενων τόσο αυξάνεται και ο δείκτης ανάγνωσης κατά το τελευταίο έτος.»
Αν δει κανείς τις παλαιότερες έρευνες του ΕΚΕΒΙ, η μετατόπιση γίνεται πιο καθαρή. Μέχρι το 2010, η ανάγνωση φαίνεται να διαχέεται σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αλλά ταυτόχρονα να χάνει σε ένταση: περισσότεροι διαβάζουν, αλλά λιγότερο. Ο πυρήνας των εντατικών αναγνωστών παραμένει μικρός και σταθερός. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην έρευνα ότι τότε (το 2010) το 43% των ερωτώμενων είχε δηλώσει ότι είχε διαβάσει τουλάχιστον ένα βιβλίο -εκτός σπουδών, επαγγέλματος, πρακτικών κατά το περασμένο έτος- έναντι του ενός ποσοστού της τάξεως του 34% το 2004. Και η συγκεκριμένη έρευνα συνδέει ξεκάθαρα τα κοινωνικο-μορφωτικά χαρακτηριστικά όχι μόνο του αναγνώστη αλλά και της πατρογονικής/μητρογονικής οικογένειάς με το αναγνωστικό τους προφίλ, ενώ ακολουθούν άλλα κριτήρια όπως η αστικότητα και το φύλο.
Αντίστοιχα, η ελληνική βιβλιοπαραγωγή κάπως μετατοπίζεται, καθώς η λογοτεχνία ενισχύεται σταθερά και φτάνει να καλύπτει πάνω από το 40% της συνολικής παραγωγής, ενώ τα παιδικά και εφηβικά βιβλία καταγράφουν ισχυρή άνοδο, από περίπου 1.095 τίτλους το 2012 σε σχεδόν 2.800, Αντίθετα, κατηγορίες όπως οι θεωρητικές ή επιστημονικές εκδόσεις εμφανίζουν σημαντική υποχώρηση τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, αλλάζουν και τα μέσα. Τα e-books, που γνώρισαν απότομη άνοδο μετά το 2009, δεν κατέληξαν ποτέ κυρίαρχο format στην ελληνική αγορά: το 2024 οι νέοι τίτλοι ψηφιακής πρώτης έκδοσης ήταν μόλις 112, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά επανεκδόσεις. Αντίθετα, τα audiobooks είναι η πιο πρόσφατη εξέλιξη: από σχεδόν ανύπαρκτα πριν από μία δεκαετία, έφτασαν σε εκατοντάδες νέους τίτλους ετησίως, πριν παρουσιάσουν μια πρώτη κάμψη το 2024. Η ψηφιακή ανάγνωση, με άλλα λόγια, υπάρχει, αλλά δεν έχει αντικαταστήσει το έντυπο, απλώς προστίθεται δίπλα του.
Αυτό που προκύπτει από αυτήν την, έστω πρόχειρη, χαρτογράφηση, δεν είναι μια απλή απάντηση στο αν «διαβάζουμε περισσότερο ή λιγότερο», αλλά μια πιο σύνθετη εικόνα. Ανυπομονούμε, βέβαια, για την φετινή ανακοίνωση του Bookpoint με τα στοιχεία βιβλιοπαραγωγής για το έτος 2025.
Η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει μόνο στα δεδομένα της αγοράς ή στις πολιτιστικές συνήθειες. Αγγίζει αναπόφευκτα τον ρόλο της εκπαίδευσης. Γιατί, αυτό ακριβώς που δείχνουν με συνέπεια όλες οι έρευνες —από το ΕΚΕΒΙ μέχρι τον ΟΣΔΕΛ— είναι ότι η σχέση με το βιβλίο δεν διαμορφώνεται τυχαία, αλλά συνδέεται στενά με το μορφωτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Και εδώ το σχολείο παραμένει ίσως ο μόνος θεσμός που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο: να γεφυρώσει, έστω εν μέρει, το χάσμα ανάμεσα σε διαφορετικά κοινωνικά και μορφωτικά υπόβαθρα και να δημιουργήσει αναγνωστικές συνήθειες εκεί όπου αυτές δεν καλλιεργούνται μέσα από την οικογενειακή εστία.
Ιδίως σήμερα, σε μια εποχή όπου η εικόνα, η ταχύτητα και τα κοινωνικά δίκτυα διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και της προσοχής, η ανάγνωση δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη πρακτική. Για να παραμείνει ζωντανή, θα πρέπει να καλλιεργηθεί συνειδητά, συστηματικά και από νωρίς. Ας κρατήσουμε αυτό για τον σημερινό «εορτασμό» της Παγκόσμιας Ημέρας Βιβλίου, έναν υγιή, δηλαδή, προβληματισμό για το πώς διαμορφώνονται οι αναγνώστες του αύριο.