Όσοι ξεκινάμε, τόσοι να γυρνάμε

Όσοι ξεκινάμε, τόσοι να γυρνάμε
ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΜΠΑΣ ΣΕ ΕΝΔΕΙΞΗ ΠΕΝΘΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΟΚ ΠΟΥ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗΣ ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΕ ΤΡΟΧΑΙΟ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ (EUROKINISSI/ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ)

Η αγάπη για την ομάδα. Η εκδρομή. Η παρέα, το ταξίδι, τα χιλιόμετρα. Μικρές τελετουργίες μιας κανονικής ζωής. Και ύστερα, σε μια στιγμή, όλα καταρρέουν. Το θανατηφόρο τροχαίο στη Ρουμανία, με επτά οπαδούς του ΠΑΟΚ νεκρούς, μετέτρεψε μια αυτονόητη μετακίνηση σε εθνικό πένθος. Σχεδόν ταυτόχρονα, στην Ελλάδα, η έκρηξη στο εργοστάσιο Βιολάντα αφαίρεσε τη ζωή από εργαζόμενες γυναίκες, τις περισσότερες μητέρες ή φροντίστριες – ανθρώπους που είχαν φύγει το πρωί από το σπίτι με την προσδοκία της επιστροφής.

Δύο γεγονότα διαφορετικά, ενωμένα όμως από την ίδια βίαιη τομή στον χρόνο. Από εκείνο το αόρατο σύνορο που χωρίζει το «πριν» από το «μετά». Μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχαν σχέδια, μηνύματα που δεν είχαν σταλεί ακόμα, αγώνες που θα παρακολουθούσαν, παιδιά που περίμεναν να ακούσουν το κλειδί στην πόρτα. Μετά, μόνο σιωπή.

Οι δύο αυτές τραγωδίες δεν μας συγκλονίζουν μόνο για το μέγεθός τους. Μας συγκλονίζουν γιατί αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο: πόσο εύθραυστη είναι η κανονικότητα πάνω στην οποία χτίζουμε τις ζωές μας. Θεωρούμε δεδομένη την επιστροφή στο σπίτι, τη συνέχεια της ημέρας, το αύριο. Κι όμως, ένα τροχαίο σε ξένο δρόμο ή μια έκρηξη σε χώρο εργασίας αρκούν για να δείξουν ότι όλα αυτά είναι περισσότερο μια υπόσχεση παρά η βεβαιότητα.

Όταν η απώλεια γίνεται συλλογική εμπειρία

Και τώρα το βάρος μεταφέρεται αλλού. Στους ανθρώπους που μένουν πίσω. Στις οικογένειες που καλούνται να διαχειριστούν το μη διαχειρίσιμο: έναν θάνατο χωρίς προειδοποίηση, χωρίς αποχαιρετισμό. Ο δικός τους Γολγοθάς δεν έχει ημερομηνία λήξης, γιατί συνεχίζεται στο διηνεκές, στις άδειες καρέκλες, στα αμίλητα δωμάτια, στις καθημερινές στιγμές που ξαφνικά αποκτούν μια μόνιμη σκιά.

Μέσα σε λίγες μέρες, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο εθνικές απώλειες. Από τη μία, νέοι άνθρωποι που ταξίδεψαν για την ομάδα τους. Από την άλλη, εργαζόμενες που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός φονικού εργατικού δυστυχήματος. Διαδρομές ζωής διαφορετικές, με το τέλος κοινό και αδόκητο. Και μαζί, μια συλλογική θλίψη που υπερβαίνει τις επιμέρους ταυτότητες: οπαδούς, εργαζόμενους, μητέρες, παιδιά, φίλους.

Ίσως αυτό που μας ζητούν τέτοιες στιγμές δεν είναι μόνο απαντήσεις και ευθύνες – όσο αναγκαίες κι αν είναι. Μας ζητούν κάτι πιο δύσκολο: να σταθούμε απέναντι στην ίδια μας την ευαλωτότητα. Να αναγνωρίσουμε ότι η ζωή δεν είναι αυτονόητη, ότι κάθε επιστροφή στο σπίτι είναι ένα μικρό θαύμα που συχνά προσπερνάμε βιαστικά.

Η θλίψη είναι συλλογική. Η περισυλλογή αναγκαία. Και αυτές τις ώρες η σκέψη πηγαίνει πρώτα στους οικείους των θυμάτων, που καλούνται τώρα να συνεχίσουν χωρίς τους ανθρώπους τους.

Μακάρι όχι άλλο θανατικό. Μακάρι να μάθουμε, έστω και μέσα από τον πόνο, να φροντίζουμε περισσότερο τη ζωή – στους δρόμους, στους χώρους εργασίας, στις μικρές και μεγάλες διαδρομές μας. Γιατί στο τέλος, πέρα από στατιστικές και τους τίτλους στα δελτία ειδήσεων, μένουν οι άνθρωποι. Και αυτοί αξίζουν να γυρίζουν σπίτι.