Οι αγρότες και ο λαϊκισμός του νέου Έλληνα
Μια χώρα που δεν συζητά. Δεν ιεραρχεί. Δεν ζυγίζει κόστος και όφελος. Μια κοινωνία που μπερδεύει τον αγώνα με το happening και τη διεκδίκηση με το πανηγύρι.
Δευτέρα πρωί και ακολουθεί ο εξής διάλογος με πολύ καλή μου φίλη:
— Καλημέρα, ενημερωτικά έχουν αφήσει τα παλιά τρακτέρ στις εθνικές οδούς και αυτοί πάνε και σπέρνουν κανονικότατα.
— Καλημέρα, δεν με εκπλήσσει τίποτα πλέον από αυτούς…
Και κάπου εκεί, σχεδόν αυτόματα, μου έρχεται η εικόνα του Ξανθιώτη και της Αναστασίας Γιούσεφ να πηγαίνουν στα μπλόκα για να χορέψουν, να τραγουδήσουν και να «στηρίξουν τον αγώνα» των αγροτών. Όχι για να μάθουν τι ζητούν, όχι για να καταλάβουν αν αυτά που απαιτούν στέκουν, αλλά για το content. Για το στιγμιότυπο. Για το πανηγύρι της αγανάκτησης.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα αιτήματα. Στα χαρτιά, ακούγονται γνώριμα: αφορολόγητο πετρέλαιο, ρεύμα με πλαφόν, εγγυημένες τιμές στα προϊόντα, πλήρεις αποζημιώσεις για φυσικές καταστροφές, κατάργηση ΦΠΑ στις εισροές, επιδοτήσεις παντού και για όλους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι αγρότες δεν έχουν προβλήματα, τα έχουν. Το πρόβλημα είναι ότι παρουσιάζουν ένα πακέτο απαιτήσεων που αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα: τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τα δημοσιονομικά όρια, την ισονομία και κυρίως το γεγονός ότι δεν μπορεί κάθε κοινωνική ομάδα να απαιτεί ειδικό καθεστώς, απειλώντας να κλείσει τη χώρα αν δεν το πάρει.
Η απαίτηση για αφορολόγητο πετρέλαιο και ρεύμα στα 7 λεπτά την κιλοβατώρα δεν είναι «αγώνας», είναι δημοσιονομική φαντασίωση. Οι εγγυημένες τιμές από το κράτος δεν είναι «στήριξη», είναι επιστροφή σε μοντέλα που έχουν καταρρεύσει εδώ και δεκαετίες. Και η λογική «δώστε τα όλα αλλιώς κλείνουμε τους δρόμους» δεν είναι διαπραγμάτευση, είναι εκβιασμός με κοινωνικό κόστος.
Και εδώ μπαίνει το δεύτερο, ακόμη πιο προβληματικό στοιχείο: η αδιαλλαξία. Οι αγρότες απαιτούν ο Πρωθυπουργός να πάει στα μπλόκα, αρνούμενοι να πάνε οι ίδιοι σε θεσμικό διάλογο που αυτοί ζήτησαν. Σαν να μην είναι το Μαξίμου ο χώρος λήψης αποφάσεων, αλλά ένα είδος περιοδεύοντος θεάτρου όπου η εξουσία οφείλει να απολογείται επί τόπου. Δεν θέλουν διάλογο, θέλουν επικύρωση των αιτημάτων τους. Και αν δεν την πάρουν, τιμωρούν την κοινωνία.
Κάπου εδώ μπαίνει ο νέος Έλληνας. Ο πολίτης που δεν έχει ιδέα τι ακριβώς ζητούν οι αγρότες. Δεν έχει διαβάσει τα αιτήματα. Δεν ξέρει αν είναι εφαρμόσιμα, αν συγκρούονται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, αν δημιουργούν ανισότητες. Τον ενδιαφέρει μόνο το μπάχαλο. Να βρίζει. Να αγανακτεί. Να ανεβάζει story από το μποτιλιάρισμα γράφοντας «πού πάμε ρε φίλε».
Κι όμως, ο ίδιος άνθρωπος θα χειροκροτήσει τον αγρότη «που αγωνίζεται». Όχι γιατί συμφωνεί μαζί του, αλλά γιατί ο σύγχρονος ελληνικός λαϊκισμός δεν χρειάζεται περιεχόμενο. Χρειάζεται μόνο θυμό. Σήμερα ο αγρότης, αύριο ο φοιτητής, μεθαύριο ο επόμενος «αδικημένος».
Το αποτέλεσμα; Μια χώρα που δεν συζητά. Δεν ιεραρχεί. Δεν ζυγίζει κόστος και όφελος. Μια κοινωνία που μπερδεύει τον αγώνα με το happening και τη διεκδίκηση με το πανηγύρι. Όπου τα τρακτέρ μένουν για ντεκόρ στις εθνικές οδούς και οι δουλειές γίνονται κανονικά στα χωράφια.
Η αλήθεια είναι απλή και ενοχλητική: δεν είναι όλοι οι αγώνες δίκαιοι ή δεν καταλήγουν να είναι και δεν είναι όλες οι απαιτήσεις ρεαλιστικές. Και μια κοινωνία που φοβάται να το πει αυτό, καταλήγει να πληρώνει το κόστος οικονομικά, πολιτικά και ηθικά.
Αλλά τουλάχιστον, χορέψαμε στα μπλόκα.
Κάτι είναι κι αυτό.