Κυπριακό: Η διπλωματία της επιμονής και το παράθυρο μιας νέας ευκαιρίας
Η παρουσία του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο επανέφερε το Κυπριακό στον πυρήνα της διεθνούς διπλωματίας και υπενθύμισε ότι, ακόμη και όταν μια συνολική συμφωνία μοιάζει μακρινή, η διατήρηση του διαλόγου αποτελεί από μόνο του στρατηγικό κεφάλαιο
Λίγα διεθνή ζητήματα έχουν επιδείξει τέτοια ανθεκτικότητα στον χρόνο όσο το Κυπριακό. Πενήντα δύο πλέον χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, το νησί εξακολουθεί να παραμένει διαιρεμένο, ενώ οι διαδοχικές προσπάθειες εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής λύσης σκοντάφτουν στις ίδιες θεμελιώδεις διαφωνίες. Η αποτυχία της Διάσκεψης του Κραν Μοντανά το 2017 δημιούργησε την εντύπωση ότι ο κύκλος των διαπραγματεύσεων είχε κλείσει και ότι η διεθνής κοινότητα θα περιοριζόταν πλέον στη διαχείριση μιας μόνιμης εκκρεμότητας.
Η πρόσφατη παρουσία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, στην Κύπρο ανέτρεψε αυτή την εικόνα. Η επίσκεψή του δεν συνοδεύτηκε από εντυπωσιακές ανακοινώσεις ούτε από κάποια ιστορική συμφωνία, ωστόσο επανέφερε το Κυπριακό στο υψηλότερο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας και υπενθύμισε ότι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εξακολουθεί να θεωρεί την επίλυση του προβλήματος εφικτό στόχο, εφόσον δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες.
Αυτή ακριβώς είναι η πρώτη ουσιαστική εξέλιξη των τελευταίων ετών. Το Κυπριακό έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μια υπόθεση που απλώς αναπαράγει το αδιέξοδό της και επανήλθε στη λογική μιας διαδικασίας η οποία μπορεί να εξελιχθεί σταδιακά. Στη διπλωματία, η διατήρηση μιας ενεργής διαδικασίας διαθέτει συχνά μεγαλύτερη αξία από μια βεβιασμένη προσπάθεια παραγωγής αποτελεσμάτων, όταν οι πολιτικές προϋποθέσεις απουσιάζουν.
Η συγκρατημένη αισιοδοξία της Λευκωσίας έχει συγκεκριμένη βάση
Η κυπριακή κυβέρνηση αποφεύγει τις θριαμβολογίες και αυτό αποτελεί συνειδητή επιλογή. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών έχει διδάξει ότι οι υπερβολικές προσδοκίες οδηγούν συνήθως σε βαθύτερες απογοητεύσεις. Παρ’ όλα αυτά, η Λευκωσία θεωρεί ότι υπάρχουν λόγοι για συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς η πρόσφατη κινητικότητα παράγει συγκεκριμένα πολιτικά και διπλωματικά οφέλη.
Πρώτον, ο ΟΗΕ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως μοναδικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, όπως προβλέπεται από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το στοιχείο αυτό διαθέτει ιδιαίτερη σημασία, επειδή διατηρεί ανέπαφη τη διεθνή νομιμοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν επιτρέπει στη θέση περί δύο κρατών να αποκτήσει θεσμική υπόσταση.
Δεύτερον, συμφωνήθηκε η συνέχιση της διαδικασίας με νέα διευρυμένη συνάντηση, γεγονός που απομακρύνει τον κίνδυνο μιας πλήρους κατάρρευσης των συνομιλιών. Η διατήρηση του διαλόγου δημιουργεί χώρο για την προώθηση μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα οποία μπορεί να μοιάζουν περιορισμένης εμβέλειας, συμβάλλουν όμως στη σταδιακή αποκατάσταση ενός κλίματος συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Τρίτον, η προσωπική εμπλοκή του Αντόνιο Γκουτέρες προσδίδει μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στη διαδικασία. Όταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας επενδύει προσωπικό διπλωματικό κεφάλαιο σε μια υπόθεση, γίνεται σαφές ότι ο ΟΗΕ θεωρεί το Κυπριακό ενεργό διεθνές ζήτημα και επιδιώκει να αποτρέψει την οριστική παγίωση της διχοτόμησης.
Η ουσία του προβλήματος ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει αμετάβλητη
Παρά τη νέα κινητικότητα, οι βασικές διαφωνίες εξακολουθούν να βρίσκονται στο ίδιο σημείο όπου βρίσκονταν και πριν από αρκετά χρόνια. Η Κυπριακή Δημοκρατία επιδιώκει την επανέναρξη των συνομιλιών στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ και της συμφωνημένης μορφής ομοσπονδιακής λύσης. Η τουρκική πλευρά, με την πλήρη υποστήριξη της Άγκυρας, συνεχίζει να θεωρεί ότι η κυρίαρχη ισότητα των δύο πλευρών πρέπει να προηγηθεί κάθε νέας διαπραγμάτευσης, προσέγγιση που οδηγεί ουσιαστικά στη λογική δύο ξεχωριστών κρατικών οντοτήτων.
Η απόσταση αυτή δεν αφορά μόνο ένα νομικό ή συνταγματικό ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα του ίδιου του προβλήματος, καθώς κάθε διαφορετική αφετηρία οδηγεί σε διαφορετικό τελικό προορισμό. Για τον λόγο αυτό, η πρόσφατη πρόοδος χαρακτηρίζεται διαδικαστική και όχι ουσιαστική.
Την ίδια στιγμή, ο χρόνος εξακολουθεί να επηρεάζει τις εξελίξεις. Στα κατεχόμενα ενισχύεται σταδιακά η οικονομική, διοικητική και θεσμική σύνδεση με την Τουρκία, ενώ η καθημερινότητα των κατοίκων διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η διαίρεση αντιμετωπίζεται ως κανονικότητα. Κάθε έτος που περνά δυσκολεύει περισσότερο την προοπτική μιας λειτουργικής επανένωσης και καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη διατήρηση του διεθνούς ενδιαφέροντος.
Η Ελλάδα ως πυλώνας διπλωματικής και ευρωπαϊκής στήριξης
Η ελληνική στρατηγική έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη θεσμική ωριμότητα. Η Αθήνα αποφεύγει να εμφανίζεται ως η δύναμη που καθορίζει τις αποφάσεις της Λευκωσίας και επιλέγει να λειτουργεί ως ο ισχυρότερος υποστηρικτής της σε όλα τα διεθνή φόρα. Η προσέγγιση αυτή ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα, καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί κυρίαρχο κράτος και πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ελληνική διπλωματία διαθέτει σήμερα ένα σημαντικό πλεονέκτημα που δεν υπήρχε σε προηγούμενες δεκαετίες. Η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού επιτρέπει στην Αθήνα και στη Λευκωσία να εντάσσουν το ζήτημα στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας. Η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, η οικονομική συνεργασία, οι χρηματοδοτήσεις και η συνολική πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων αποτελούν πεδία μέσα από τα οποία μπορούν να διαμορφωθούν κίνητρα για μια περισσότερο εποικοδομητική στάση της Άγκυρας.
Παράλληλα, η Ελλάδα συμβάλλει στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου μέσω της ενίσχυσης των στρατηγικών συνεργασιών με χώρες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην περιοχή. Οι σχέσεις με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλα κράτη δημιουργούν ένα ευρύτερο πλέγμα ασφάλειας και συνεργασίας, μέσα στο οποίο το Κυπριακό αντιμετωπίζεται ως παράγοντας περιφερειακής σταθερότητας και όχι ως απομονωμένη ελληνοτουρκική διαφορά.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η διατήρηση ενός ήπιου κλίματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όσο περιορίζεται η ένταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τόσο αυξάνονται οι δυνατότητες της διπλωματίας να λειτουργήσει με μεγαλύτερη ευελιξία και να αναζητήσει σημεία σύγκλισης.
Η επόμενη ημέρα θα κριθεί από τη γεωπολιτική και τη στρατηγική υπομονή
Το Κυπριακό βρίσκεται σήμερα σε ένα μεταβατικό στάδιο. Οι συνθήκες δεν ευνοούν μια άμεση συνολική συμφωνία, ενώ η πλήρης εγκατάλειψη της διαδικασίας δεν εξυπηρετεί καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Το πιθανότερο σενάριο αφορά μια παρατεταμένη περίοδο διπλωματικής διαχείρισης, κατά την οποία θα συνεχιστούν οι επαφές υπό τον ΟΗΕ, θα προωθηθούν επιμέρους μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και θα επιχειρηθεί η δημιουργία ενός ευνοϊκότερου πολιτικού περιβάλλοντος.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να αποδειχθούν ο σημαντικότερος παράγοντας των επόμενων ετών. Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, η στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, η αναζήτηση νέων ισορροπιών στις σχέσεις της Δύσης με την Τουρκία και η επιθυμία της Άγκυρας να διατηρήσει στενή σύνδεση με την ευρωπαϊκή οικονομία δημιουργούν ένα διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που επικρατούσε πριν από μία δεκαετία.
Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε λύση. Όλες μαζί, όμως, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο η διπλωματία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα. Η ιστορία του Κυπριακού έχει αποδείξει ότι οι μεγάλες συμφωνίες γεννιούνται όταν οι πολιτικές συγκυρίες, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η βούληση των εμπλεκομένων συναντώνται την κατάλληλη στιγμή.
Η σημερινή συγκυρία απέχει ακόμη από εκείνο το σημείο. Παρ’ όλα αυτά, η ενεργός παρουσία του ΟΗΕ, η σταθερή προσήλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο διεθνές δίκαιο, η στήριξη της Ελλάδας και η ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος συντηρούν ένα πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο. Η διατήρηση αυτού του κεφαλαίου αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη κατάκτηση της παρούσας περιόδου, καθώς επιτρέπει στην ελπίδα της επανένωσης να παραμένει συνδεδεμένη με μια ρεαλιστική στρατηγική και με μια διεθνώς νομιμοποιημένη διαδικασία που εξακολουθεί να διαθέτει προοπτική.