ΗΠΑ- Κίνα: Από τον Νίξον στον Τραμπ και από την ύφεση στη διαχειριζόμενη αντιπαλότητα
Η νέα επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο φωτίζει τις βαθιές διαφορές ανάμεσα στον Ψυχρό Πόλεμο και τον ασταθή διπολισμό του 21ου αιώνα
Όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον κατέβαινε το 1972 από το προεδρικό αεροσκάφος στο Πεκίνο, κρατούσε στα χέρια του ίσως το πιο τολμηρό γεωπολιτικό σχέδιο της μεταπολεμικής αμερικανικής διπλωματίας. Η επίσκεψή του στην Κίνα δεν είχε ως στόχο απλώς τη βελτίωση των σχέσεων με ένα απομονωμένο κομμουνιστικό κράτος. Αποτελούσε μια στρατηγική ανατροπή του παγκόσμιου συσχετισμού ισχύος, μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον επιχειρούσε να εκμεταλλευτεί τη ρήξη ανάμεσα στο Πεκίνο και τη Μόσχα ώστε να περιορίσει τη Σοβιετική Ένωση.
Περισσότερο από πενήντα χρόνια αργότερα, ο Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στην κινεζική πρωτεύουσα υπό σχεδόν αντίστροφες συνθήκες. Η Ουάσιγκτον δεν προσπαθεί πλέον να ενσωματώσει την Κίνα σε μια αμερικανοκεντρική διεθνή τάξη, αλλά να διαχειριστεί την ανάδυση ενός ανταγωνιστή που θεωρείται ικανός να αμφισβητήσει συνολικά την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο ταξίδια συνοψίζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη βαθιά μεταμόρφωση του διεθνούς συστήματος όλο αυτό το χρονικό διάστημα.
Το ταξίδι του Νίξον πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή όπου η Κίνα ήταν φτωχή, απομονωμένη και στρατηγικά ευάλωτη απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Το ταξίδι του Τραμπ πραγματοποιείται σε έναν κόσμο όπου η Κίνα διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, φιλοδοξεί να αποκτήσει τεχνολογική αυτονομία, επεκτείνει την επιρροή της στην Ασία, στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή και αντιμετωπίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο βασικός συστημικός ανταγωνιστής του 21ου αιώνα.
Αυτή η αλλαγή εξηγεί γιατί η σημερινή επίσκεψη δεν αντιμετωπίζεται ως η απαρχή μιας ιστορικής συμφιλίωσης, αλλά ως μια προσπάθεια διαχείρισης μιας ήδη δομικής αντιπαράθεσης.
Από την ύφεση του Ψυχρού Πολέμου στη νέα εποχή της αλληλεξαρτώμενης σύγκρουσης
Η ύφεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του 1970 στηρίχθηκε σε μια μορφή αμοιβαίας αναγνώρισης ορίων και σφαιρών επιρροής. Παρά την ιδεολογική αντιπαλότητα, το διεθνές σύστημα διέθετε μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Οι δύο υπερδυνάμεις λειτουργούσαν σε διαφορετικά οικονομικά και τεχνολογικά οικοσυστήματα, ενώ η πυρηνική ισορροπία είχε αρχίσει να αποκτά σχετικά σταθερούς κανόνες.
Στη σημερινή συγκυρία, αντίθετα, η αλληλεξάρτηση συνυπάρχει με τη σύγκρουση σε πρωτοφανή βαθμό. Οι οικονομίες ΗΠΑ και Κίνας παραμένουν βαθιά διασυνδεδεμένες μέσω του εμπορίου, των εφοδιαστικών αλυσίδων και του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, οι δύο χώρες συγκρούονται για τα πλέον κρίσιμα πεδία ισχύος του μέλλοντος, από τους ημιαγωγούς και την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι τις σπάνιες γαίες, τις τηλεπικοινωνίες και τις υποδομές δεδομένων.
Αυτό το παράδοξο δημιουργεί μια πολύ πιο ασταθή συνθήκη από εκείνη του κλασικού Ψυχρού Πολέμου. Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο δεν μπορούν ούτε να αποσυνδεθούν πλήρως ούτε να συνυπάρξουν χωρίς ένταση. Ο ανταγωνισμός τους διεξάγεται μέσα στο ίδιο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, γεγονός που καθιστά κάθε κρίση δυνητικά συστημική.
Η Ταϊβάν αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρχαν σαφέστερες γεωγραφικές και πολιτικές γραμμές ανάμεσα στα δύο μπλοκ. Σήμερα, το νησί λειτουργεί ταυτόχρονα ως στρατηγικό, τεχνολογικό και οικονομικό επίκεντρο της παγκόσμιας ισορροπίας, καθώς εκεί παράγεται κρίσιμο μέρος των προηγμένων μικροτσίπ που στηρίζουν τη σύγχρονη ψηφιακή οικονομία.
Ακριβώς γι’ αυτό, η αμερικανική στρατηγική της τελευταίας δεκαετίας χαρακτηρίζεται από μια λογική ταυτόχρονης ανάσχεσης και διαχείρισης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να περιορίσουν την κινεζική επιρροή στον Ινδοειρηνικό μέσω νέων στρατηγικών σχημάτων και στρατιωτικών συνεργασιών, αποφεύγοντας παράλληλα μια ανεξέλεγκτη ρήξη που θα αποσταθεροποιούσε την παγκόσμια οικονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το QUAD, το τετραμερές σχήμα συνεργασίας ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Ινδία και την Αυστραλία, το οποίο λειτουργεί ως άτυπος μηχανισμός εξισορρόπησης της κινεζικής ισχύος στον Ινδοειρηνικό. Παρότι δεν αποτελεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία, αντανακλά τη σταδιακή οικοδόμηση ενός πλέγματος συνεργασιών που αποσκοπεί στον περιορισμό της κινεζικής επιρροής στις θαλάσσιες οδούς και στις περιφερειακές ισορροπίες ασφαλείας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η AUKUS, η στρατηγική συμφωνία ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, μέσω της οποίας η Καμπέρα αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογία πυρηνοκίνητων υποβρυχίων. Η συμφωνία αυτή αποκάλυψε ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί τον Ινδοειρηνικό το κεντρικό γεωπολιτικό μέτωπο του 21ου αιώνα και ότι προετοιμάζεται για μακροχρόνιο ανταγωνισμό με την Κίνα σε στρατιωτικό, τεχνολογικό και ναυτικό επίπεδο.
Παράλληλα, οι αμερικανικοί περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων chips προς την Κίνα, η προσπάθεια μεταφοράς κρίσιμων βιομηχανιών σε φιλικές χώρες και η στρατηγική του λεγόμενου friendshoring αποκαλύπτουν ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μειώσει σταδιακά την εξάρτησή της από την κινεζική παραγωγική ισχύ.
Η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ και η επιστροφή της μεγάλης ισχύος
Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται άμεσα με τη μεταμόρφωση της ίδιας της Κίνας υπό τον Σι Τζινπίνγκ. Η κινεζική ηγεσία δεν αντιμετωπίζει πλέον τη χώρα ως μια αναδυόμενη δύναμη που οφείλει να κινείται διακριτικά μέσα στο διεθνές σύστημα. Αντίθετα, θεωρεί ότι η εποχή της μονοπολικής αμερικανικής κυριαρχίας φτάνει σταδιακά στο τέλος της και ότι το Πεκίνο διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις ώστε να διαμορφώσει έναν εναλλακτικό πόλο ισχύος.
Η στρατηγική αυτή έχει πολλές διαστάσεις. Η Κίνα επιδιώκει τεχνολογική αυτονομία ώστε να περιορίσει την εξάρτησή της από αμερικανικά συστήματα και δυτικές πλατφόρμες. Παράλληλα, επιχειρεί να ενισχύσει τη διεθνή χρήση του γουάν και να δημιουργήσει εναλλακτικούς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που θα μειώσουν την κυριαρχία του δολαρίου. Η πρωτοβουλία Belt and Road, η διεύρυνση των BRICS και η αυξανόμενη κινεζική παρουσία στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική αντανακλούν αυτή τη φιλοδοξία.
Η Κίνα διαθέτει επίσης ένα πλεονέκτημα που διαφοροποιεί ριζικά τη σημερινή αντιπαράθεση από εκείνη με τη Σοβιετική Ένωση. Η σοβιετική ισχύς στηριζόταν κυρίως στη στρατιωτική και πυρηνική ισορροπία. Η κινεζική ισχύς στηρίζεται επιπλέον στη βαθιά οικονομική και βιομηχανική ενσωμάτωση στο ίδιο το κέντρο της παγκοσμιοποίησης. Αυτό καθιστά την αντιπαράθεση πολύ πιο περίπλοκη, καθώς οι δύο πλευρές ανταγωνίζονται μέσα στο ίδιο σύστημα από το οποίο εξαρτώνται αμοιβαία.
Η επίσκεψη Τραμπ πραγματοποιείται, επομένως, σε μια περίοδο όπου καμία από τις δύο υπερδυνάμεις δεν θεωρεί εφικτή την πλήρη επικράτηση επί της άλλης, αλλά και καμία δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί ομαλά τη μεταβολή των παγκόσμιων συσχετισμών.
Η λογική της διαχειριζόμενης αντιπαλότητας
Το πιθανότερο αποτέλεσμα της επίσκεψης αφορά μια προσπάθεια σταθεροποίησης της αντιπαράθεσης μέσα από προσωρινές ισορροπίες και περιορισμένες συνεννοήσεις. Οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση θα είχε σοβαρές συνέπειες για το παγκόσμιο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή, η Ουκρανία και η ενεργειακή αστάθεια επιβαρύνουν ήδη το διεθνές περιβάλλον.
Ωστόσο, οι βαθύτερες δομές του ανταγωνισμού παραμένουν ενεργές. Η τεχνολογική αντιπαράθεση θα συνεχιστεί με ένταση, καθώς αφορά τον πυρήνα της μελλοντικής ισχύος. Η στρατιωτική πίεση γύρω από την Ταϊβάν δύσκολα θα υποχωρήσει ουσιαστικά, επειδή για το Πεκίνο το ζήτημα συνδέεται με την ίδια την εθνική ολοκλήρωση και τη νομιμοποίηση του κινεζικού κράτους. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η διατήρηση της ισορροπίας στον Ινδοειρηνικό αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της παγκόσμιας επιρροής τους.
Γι’ αυτό και η έννοια που περιγράφει καλύτερα τη σημερινή εποχή είναι ίσως η «διαχειριζόμενη αντιπαλότητα». Πρόκειται για μια κατάσταση όπου ο ανταγωνισμός θεωρείται μόνιμος, αλλά επιχειρείται να τεθούν όρια ώστε να αποτρέπεται η μετατροπή του σε ανοιχτή σύγκρουση.
Η ιστορική ειρωνεία είναι, ότι η παγκοσμιοποίηση η οποία μετά το 1990 θεωρήθηκε εργαλείο ενοποίησης του κόσμου υπό φιλελεύθερους κανόνες, δημιούργησε τελικά τις προϋποθέσεις ενός νέου διπολισμού. Μόνο που αυτή τη φορά οι αντίπαλοι συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο σύστημα, ανταγωνίζονται για τον έλεγχό του και εξαρτώνται ταυτόχρονα ο ένας από τον άλλον για την κυριαρχία του.