Η τοξικότητα πουλήθηκε ως αυθεντικότητα – Και εμείς την αγοράσαμε
Η τοξικότητα δεν είναι πια παρενέργεια. Είναι κανονικότητα.
Κάποτε η πολιτική απαιτούσε σκέψη, επιχειρήματα και έστω μια στοιχειώδη προσπάθεια κατανόησης της πραγματικότητας. Σήμερα απαιτεί καλό WiFi, θυμό, κεφαλαία γράμματα και ιδανικά ένα meme με προσβλητική λεζάντα. Καλωσορίσατε στη νέα πολιτική εποχή των social media, όπου η άποψη μετριέται σε likes και η δημοκρατία χωράει σε story δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Τα κοινωνικά δίκτυα δεν έφεραν απλώς την πολιτική πιο κοντά στον πολίτη. Την πέταξαν κυριολεκτικά πάνω του. Χωρίς φίλτρα, χωρίς μέτρο, χωρίς καμία απολύτως υποχρέωση σοβαρότητας. Η πολιτική έγινε καθημερινό reality show και ο πολίτης κριτής, παίκτης και σχολιαστής ταυτόχρονα. Με ένα πληκτρολόγιο στο χέρι και την ψευδαίσθηση ότι επειδή φωνάζει, συμμετέχει.
Η τοξικότητα δεν είναι πια παρενέργεια. Είναι κανονικότητα. Αν δεν προσβάλεις, αν δεν ειρωνευτείς, αν δεν μιλήσεις για προδότες, σκοτεινά συμφέροντα και παγκόσμιες συνωμοσίες, απλώς δεν παίζεις στο παιχνίδι. Ο αλγόριθμος δεν αγαπά τη λογική. Αγαπά τον θυμό. Τον επιβραβεύει, τον σπρώχνει, τον κάνει viral. Και κάπως έτσι η πολιτική συζήτηση κατέληξε να θυμίζει σχόλια κάτω από ποδοσφαιρικό ντέρμπι χαμηλής ποιότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον φυσικά δεν ευνοούνται οι ψύχραιμοι. Ευνοούνται όσοι φωνάζουν πιο δυνατά, όσοι απλουστεύουν τα πάντα, όσοι υπόσχονται εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα social media έγιναν το φυσικό σπίτι των πολιτικών άκρων. Ο Κυριάκος Βελόπουλος δεν χρειάζεται πρόγραμμα. Χρειάζεται ένα βίντεο, μια καταγγελία και λίγη συνωμοσία για να δέσει το γλυκό. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν χρειάζεται διάλογο. Χρειάζεται σύγκρουση, καταγγελία και κάμερα ανοιχτή. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν χρειάζεται να κυβερνήσει ξανά. Χρειάζεται απλώς να θυμίσει ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι οι άλλοι.
Τα social media λατρεύουν το δίπολο. Καλός κακός. Εμείς αυτοί. Φως σκοτάδι. Δεν υπάρχει χώρος για αποχρώσεις γιατί οι αποχρώσεις δεν κάνουν engagement. Έτσι ο ψηφοφόρος εκπαιδεύεται να σκέφτεται όχι με βάση το τι είναι εφικτό, αλλά με βάση το τι τον εξοργίζει περισσότερο. Και φυσικά να ψηφίζει όχι υπέρ κάποιου, αλλά εναντίον κάποιου άλλου.
Το φαινόμενο δεν είναι ελληνική πατέντα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε πολιτική με tweets γραμμένα σαν καβγάς σε πάρκινγκ. Ο Βίκτορ Όρμπαν έχτισε ένα ολόκληρο καθεστώς πάνω στον φόβο, την καχυποψία και τον εθνικό θυμό, με τα social media να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής προπαγάνδας. Παντού το ίδιο μοτίβο. Πολιτική απλοποιημένη, συναισθηματική, διχαστική. Ιδανική για scrolling, καταστροφική για δημοκρατία.
Και ο ψηφοφόρος; Ο ψηφοφόρος έχει πειστεί ότι επειδή σχολιάζει, συμμετέχει. Ότι επειδή βρίζει, αντιστέκεται. Ότι επειδή ανεβάζει story με πολιτική άποψη, κάνει επανάσταση. Στην πραγματικότητα όμως απλώς τροφοδοτεί τον ίδιο μηχανισμό που τον χειραγωγεί. Ο θυμός του γίνεται καύσιμο. Η αγανάκτησή του προϊόν. Η άποψή του δεδομένο προς εκμετάλλευση.
Η πολιτική δεν έγινε πιο δημοκρατική. Έγινε πιο θορυβώδης. Δεν έγινε πιο συμμετοχική. Έγινε πιο επιφανειακή. Και όσο η τοξικότητα παρουσιάζεται ως αυθεντικότητα και η κραυγή ως πολιτική στάση, τόσο οι ακραίοι θα μοιάζουν κανονικοί και η λογική θα φαντάζει γραφική.
Η δημοκρατία όμως δεν είναι story. Δεν είναι meme. Δεν είναι viral. Θέλει χρόνο, σκέψη και ευθύνη. Και αυτά δυστυχώς δεν χωράνε στον αλγόριθμο.