Η Θεσσαλονίκη ψάχνει εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι ψάχνουν δουλειά. Κάπου στη μέση χάθηκε η σύνδεση.
Σήμερα, η αγορά δείχνει να ζητά από τους εργαζόμενους: εξειδίκευση, πρακτικές δεξιότητες και επαγγελματική κατάρτιση.
Υπάρχει ένα παράδοξο που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε συζήτηση επιχειρηματιών, επαγγελματιών και στελεχών στη Θεσσαλονίκη. Όλοι ψάχνουν προσωπικό. Και την ίδια στιγμή χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν δουλειά.
Αν αυτό ακούγεται αντιφατικό, είναι γιατί πράγματι είναι.
Η πόλη που για χρόνια συζητούσε αποκλειστικά για την ανεργία, σήμερα βρίσκεται μπροστά σε ένα διαφορετικό πρόβλημα. Δεν λείπουν μόνο οι θέσεις εργασίας. Λείπουν οι άνθρωποι με τις δεξιότητες που ζητά η αγορά. Και αυτό το χάσμα μεγαλώνει με ταχύτερο ρυθμό από όσο μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Οι επιχειρήσεις αναζητούν προγραμματιστές, τεχνικούς, στελέχη ψηφιακού μάρκετινγκ, ανθρώπους με γνώσεις logistics, ειδικούς στην ανάλυση δεδομένων, τεχνίτες, ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς, μηχανικούς παραγωγής. Συχνά οι αγγελίες μένουν ανοιχτές για μήνες. Οι συνεντεύξεις γίνονται, αλλά οι κατάλληλοι υποψήφιοι δεν εμφανίζονται.
Την ίδια στιγμή, νέοι άνθρωποι με πτυχία, μεταπτυχιακά και ξένες γλώσσες στέλνουν βιογραφικά χωρίς αποτέλεσμα ή καταλήγουν σε θέσεις που δεν έχουν καμία σχέση με τις σπουδές τους. Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η έλλειψη γνώσεων. Είναι ότι οι γνώσεις που παράγονται και οι δεξιότητες που ζητούνται μοιάζουν συχνά να κινούνται σε παράλληλους δρόμους χωρίς να συναντιούνται.
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα ακαδημαϊκά οικοσυστήματα της χώρας. Κάθε χρόνο χιλιάδες απόφοιτοι βγαίνουν στην αγορά εργασίας. Κι όμως, αρκετοί εργοδότες επιμένουν ότι δυσκολεύονται περισσότερο από ποτέ να στελεχώσουν τις επιχειρήσεις τους.
Πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια πραγματικότητα που σπάνια συζητάμε. Για δεκαετίες μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τα τεχνικά επαγγέλματα ως «δεύτερη επιλογή». Η κοινωνία έστειλε σχεδόν όλους τους νέους προς τα πανεπιστήμια, θεωρώντας ότι η επιτυχία περνά αποκλειστικά μέσα από ένα πτυχίο. Σήμερα, όμως, η αγορά δείχνει να ζητά ακριβώς το αντίθετο: εξειδίκευση, πρακτικές δεξιότητες και επαγγελματική κατάρτιση.
K. Μητσοτάκης: «Από το 39,5% που παραλάβαμε το 2019, η ανεργία των νέων έχει πέσει στο 13%» (VIDEO)
Το αποτέλεσμα είναι ορατό παντού. Εταιρείες που επεκτείνονται αλλά δεν βρίσκουν προσωπικό. Επενδύσεις που καθυστερούν λόγω έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού. Νέοι που αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε χαμηλόμισθες θέσεις χωρίς προοπτική. Και μια πόλη που ενώ διαθέτει τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο, δυσκολεύεται να το αξιοποιήσει αποτελεσματικά.
Οι ανισότητες αποτυπώνονται και στον χάρτη της ίδιας της Θεσσαλονίκης. Στις δυτικές συνοικίες η ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα για πολλές οικογένειες. Στις ανατολικές περιοχές συναντά κανείς συχνότερα εργαζόμενους σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ταχύτητες μέσα στην ίδια πόλη.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και το φαινόμενο της διαρροής ταλέντου. Κάθε φορά που ένας νέος επιστήμονας ή επαγγελματίας επιλέγει να φύγει για την Αθήνα, το εξωτερικό ή μια άλλη αγορά που του προσφέρει καλύτερες προοπτικές, η Θεσσαλονίκη χάνει ένα κομμάτι από το μέλλον της.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν μπορεί να περιορίζεται πλέον στο πόσοι είναι άνεργοι. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν δημιουργούμε εργαζόμενους έτοιμους για την οικονομία που έρχεται. Αν εκπαιδεύουμε ανθρώπους για τις ανάγκες του χθες ή για τις απαιτήσεις του αύριο.
Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση της Θεσσαλονίκης δεν είναι να δημιουργήσει απλώς περισσότερες θέσεις εργασίας. Είναι να δημιουργήσει τη γέφυρα που θα ενώσει τους ανθρώπους με τις ευκαιρίες.
Και αυτή η γέφυρα σήμερα μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.