Η Νέα Υόρκη και η καινούργια ισορροπία στα ελληνοτουρκικά
Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην 81η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ολοκλήρωσε μια πολυήμερη παρουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατά την οποία η Αθήνα επιχείρησε να παρουσιάσει τη διεθνή θέση της χώρας μέσα από ένα ευρύτερο πλαίσιο από τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Από τις επαφές με την τεχνολογική και επενδυτική κοινότητα μέχρι τις συναντήσεις στη Νέα Υόρκη και το τετ α τετ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η ελληνική πλευρά συνέδεσε την εξωτερική πολιτική με τη γεωπολιτική θέση της χώρας, την οικονομική της ανάκαμψη και την ενίσχυση των διεθνών συνεργασιών της.
Η ίδια λογική πέρασε και στην ομιλία του Πρωθυπουργού. Το Αιγαίο και το Κυπριακό κατείχαν σημαντική θέση, εντάχθηκαν όμως σε μια συνολικότερη επιχειρηματολογία για την αξία του Διεθνούς Δικαίου σε μια εποχή κατά την οποία η χρήση ισχύος επιστρέφει στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων. Η ελληνική επιδίωξη ήταν εμφανής: οι διαφορές με την Τουρκία να αντιμετωπιστούν ως μέρος του ευρύτερου ζητήματος εφαρμογής διεθνών κανόνων και όχι ως μία ακόμη αντιπαράθεση δύο γειτονικών κρατών.
Η εικόνα της Ελλάδας που θέλησε να εκπέμψει ο Μητσοτάκης
Η αναφορά στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας ήταν κομβική. Για την Αθήνα η UNCLOS αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να διευθετηθεί η εκκρεμότητα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, την οποία η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ως τη διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε νομική επίλυση.
Ο Μητσοτάκης διατήρησε ταυτόχρονα ανοιχτή την πόρτα του διαλόγου με την Τουρκία, συνδέοντάς τον με τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και των αρχών καλής γειτονίας. Η αναφορά σε απειλές πολέμου για την άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων παρέπεμπε ευθέως στο τουρκικό casus belli, ενώ η επιλογή να μη μετατραπεί η ομιλία σε αναλυτικό κατάλογο ελληνοτουρκικών διαφορών υπηρετούσε την προσπάθεια να εμφανιστεί η ελληνική εξωτερική πολιτική ως προσανατολισμένη στη σταθερότητα.
Στο Κυπριακό, η επιχειρηματολογία ήταν ακόμη σαφέστερη. Η Αθήνα παρουσίασε τη συνέχιση της τουρκικής κατοχής ως δοκιμασία της αξιοπιστίας του ΟΗΕ, δεδομένου ότι παραμένουν ανεφάρμοστες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η επανάληψη της ελληνικής στήριξης σε λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών είχε ως στόχο να μεταφέρει το βάρος από τη διμερή αντιπαράθεση Αθήνας και Άγκυρας στην ίδια τη διεθνή νομιμότητα.
Μέσα από αυτή την εικόνα, η Ελλάδα επιχείρησε να παρουσιαστεί ως κράτος που έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης στο περιφερειακό περιβάλλον. Η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, η στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η αυξημένη ενεργειακή σημασία της χώρας συνδέθηκαν με την ενίσχυση της οικονομικής και αμυντικής της θέσης. Η βασική επιδίωξη ήταν η ελληνική εξωτερική πολιτική να πάψει να διαβάζεται αποκλειστικά μέσα από το ελληνοτουρκικό πρίσμα.
Κοινές λέξεις, διαφορετική αφετηρία με την Άγκυρα
Η αντιπαραβολή με όσα είχε πει δύο ημέρες νωρίτερα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι αποκαλυπτική. Ο Τούρκος πρόεδρος χρησιμοποίησε και αυτός τις έννοιες της καλής γειτονίας και του Διεθνούς Δικαίου, αναφερόμενος στην ανάγκη επίλυσης των ζητημάτων του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, χωρίς να επιλέξει από το βήμα του ΟΗΕ μια ιδιαίτερα επιθετική γλώσσα απέναντι στην Ελλάδα.
Πίσω από τις παρόμοιες διατυπώσεις παραμένει, ωστόσο, η γνωστή απόσταση. Η Αθήνα περιορίζει το αντικείμενο της νομικής διαφοράς στις θαλάσσιες ζώνες, ενώ η Άγκυρα εξακολουθεί να αναφέρεται σε ένα ευρύτερο σύνολο «αλληλένδετων» ζητημάτων στο Αιγαίο. Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη στην Κύπρο, όπου ο Ερντογάν παρέμεινε στη γραμμή της «κυρίαρχης ισότητας» των Τουρκοκυπρίων και της ανάπτυξης διεθνών σχέσεων με το ψευδοκράτος.
Η εβδομάδα στη Νέα Υόρκη είχε, μάλιστα, ξεκινήσει με σαφώς διαφορετικό κλίμα. Η Άγκυρα είχε επαναφέρει το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, τις αντιρρήσεις της για το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου και μια σειρά από πάγιες αμφισβητήσεις. Ελληνικές διπλωματικές πηγές είχαν τότε υπογραμμίσει ότι η Αθήνα δεν απειλεί, αλλά δεν αποδέχεται και να απειλείται, ενώ μόλις μία ημέρα πριν από τη μεταστροφή του Ερντογάν είχαν κατηγορήσει την Άγκυρα ότι η εργαλειοποίηση της Ιστορίας με αφορμή την Τριπολιτσά υπονόμευε το κλίμα εμπιστοσύνης.
Ακριβώς γι’ αυτό η αλλαγή ύφους που ακολούθησε προκάλεσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Ο παράγοντας Ισραήλ και η στιγμή της μεταστροφής
Ανάμεσα στην αρχική όξυνση και στις μεταγενέστερες δηλώσεις Ερντογάν μεσολάβησε η συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου. Οι δύο πρωθυπουργοί συζήτησαν τις περιφερειακές εξελίξεις και την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, ενώ επιβεβαιώθηκε η προοπτική συνέχισης του τριμερούς σχήματος Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Το γεγονός αποκτά μεγαλύτερη σημασία μέσα στο σημερινό περιβάλλον των σχέσεων Τουρκίας και Ισραήλ. Η ίδια η Άγκυρα έχει δηλώσει ότι αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία την αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Ο Χακάν Φιντάν είχε υποστηρίξει δημόσια ήδη από τον Απρίλιο ότι μια στρατιωτική σύμπραξη των τριών χωρών δημιουργεί στην Τουρκία την εντύπωση ότι έχει συγκεκριμένο προσανατολισμό εναντίον της, παρότι είχε προσθέσει ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί να διαταραχθεί για αυτόν τον λόγο η διαδικασία διαλόγου με την Ελλάδα.
Η καχυποψία αυτή εξηγεί γιατί η ελληνοϊσραηλινή σχέση αποτελεί πλέον παράμετρο των ελληνοτουρκικών ισορροπιών. Ο Νετανιάχου προχώρησε, άλλωστε, στη συνέχεια σε ιδιαίτερα σκληρή επίθεση κατά του Ερντογάν, αναφέροντας μεταξύ άλλων την Κύπρο και την Ελλάδα. Η Αθήνα έχει κάθε συμφέρον να ενισχύει μια στρατηγική συνεργασία που της προσφέρει τεχνογνωσία και πρόσθετα διπλωματικά ερείσματα. Ταυτόχρονα, ελληνικές διπλωματικές πηγές έχουν επισημάνει και τον κίνδυνο η Ελλάδα και η Κύπρος να ενταχθούν από το Ισραήλ στο δικό του μέτωπο αντιπαράθεσης με την Τουρκία, μία σύγκρουση η οποία έχει πολύ ευρύτερα χαρακτηριστικά από τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Αυτή η επιφύλαξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Αθήνα επιθυμεί να αξιοποιεί τη σχέση με το Ισραήλ χωρίς να μετατρέπεται σε μέρος μιας αντιπαράθεσης για την περιφερειακή πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ.
Πώς Αθήνα και Άγκυρα διάβασαν την αλλαγή τόνου
Λίγες ώρες αργότερα ο Ερντογάν επέλεξε μια αισθητά διαφορετική διατύπωση. Η Ελλάδα, είπε, είναι γείτονας και σύμμαχος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, ενώ χαρακτήρισε τις διμερείς σχέσεις υπερβολικά σημαντικές για να χρησιμοποιούνται ως αντικείμενο προεκλογικής αντιπαράθεσης. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι εκείνο που ενδιαφέρει την Τουρκία είναι η ασφάλειά της και η διατήρηση της ειρήνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική πλευρά κατέγραψε αμέσως τη μεταβολή. Ανώτατη κυβερνητική πηγή στη Νέα Υόρκη επισήμανε ότι οι νέες δηλώσεις Ερντογάν κινούνταν «σε διαφορετική κατεύθυνση» από όσα είχαν ακουστεί το προηγούμενο διάστημα, προσθέτοντας ότι το ζητούμενο πλέον ήταν να χαμηλώσει μια ένταση την οποία, κατά την ελληνική εκτίμηση, δεν είχε προκαλέσει η Αθήνα.
Η ανάγνωση στην Αθήνα παραμένει προσεκτική. Το Μέγαρο Μαξίμου είχε ήδη εκτιμήσει πριν από τη Γενική Συνέλευση ότι ο Ερντογάν επιδίωκε περισσότερο την ένταση παρά μια πραγματική κρίση, χρησιμοποιώντας την πίεση προς την Ελλάδα χωρίς να επιθυμεί να φθάσει σε σημείο ανεξέλεγκτης σύγκρουσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η υποχώρηση των τόνων στη Νέα Υόρκη μπορεί να ερμηνευθεί ως επαναφορά της σχέσης στα όρια ενός ελεγχόμενου ανταγωνισμού.
Από την τουρκική πλευρά η ανάγνωση είναι διαφορετική. Το επίσημο μήνυμα της Άγκυρας κατά τις επαφές Ερντογάν στη Νέα Υόρκη ήταν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να επενδύει στη «σταθερότητα και τον διάλογο» ακόμη και όταν διατηρεί ακέραιες τις θέσεις της. Τουρκικές διπλωματικές πηγές είχαν ήδη τους προηγούμενους μήνες επιχειρήσει να υποβαθμίσουν την ιδέα ότι οι εντάσεις με την Ελλάδα και το Ισραήλ πρέπει να καθορίζουν τη συνολική τουρκική στρατηγική, επιμένοντας ότι η Άγκυρα διαθέτει πολύ ευρύτερη περιφερειακή ατζέντα.
Μέσα σε αυτή τη λογική μπορεί να διαβαστεί και η επιλογή Ερντογάν να διαχωρίσει ουσιαστικά την αντιπαράθεση με το Ισραήλ από τη σχέση με την Ελλάδα. Το μήνυμα ήταν ότι η Άγκυρα μπορεί να θεωρεί προβληματική την αμυντική σύμπλευση Αθήνας και Τελ Αβίβ χωρίς να επιδιώκει αυτομάτως μια νέα ελληνοτουρκική κρίση. Πρόκειται περισσότερο για επιλογή διαχείρισης των διαφορετικών μετώπων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής παρά για μεταβολή των τουρκικών αξιώσεων.
Τι πραγματικά άλλαξε στη Νέα Υόρκη
Η χρονική ακολουθία επιτρέπει τη διατύπωση ενός εύλογου ερωτήματος για το κατά πόσο η εμφανής εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας επηρέασε τον τουρκικό υπολογισμό. Η απάντηση δύσκολα μπορεί να είναι μονοσήμαντη.
Η σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ αποτελεί, ωστόσο, έναν από τους παράγοντες που η Άγκυρα συνυπολογίζει. Η Αθήνα διαθέτει πλέον περισσότερες περιφερειακές συνεργασίες και αναβαθμισμένες αμυντικές δυνατότητες, ενώ η αντιπαράθεση Τουρκίας και Ισραήλ προσδίδει στις ελληνικές επιλογές πρόσθετο γεωπολιτικό βάρος. Αυτό αυξάνει την πολυπλοκότητα του τουρκικού σχεδιασμού χωρίς να σημαίνει ότι ανατρέπει τον συσχετισμό ισχύος στην περιοχή.
Ούτε προκύπτει από τη Νέα Υόρκη αλλαγή στις θεμελιώδεις θέσεις της Άγκυρας. Το casus belli παραμένει, η τουρκική ατζέντα για το Αιγαίο δεν έχει περιοριστεί και η θέση για δύο κράτη στην Κύπρο επαναλήφθηκε με απόλυτη σαφήνεια. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού, στην επιλογή να διαχωριστούν αυτές οι διαφωνίες από την ανάγκη διατήρησης μιας λειτουργικής σχέσης.
Αυτό μπορεί να είναι και το ουσιαστικότερο αποτέλεσμα των ημερών στη Νέα Υόρκη. Η Ελλάδα εμφανίστηκε με μεγαλύτερη διεθνή αυτοπεποίθηση και με ένα πυκνότερο πλέγμα περιφερειακών σχέσεων, ενώ η Τουρκία, αφού είχε δοκιμάσει τα όρια μιας νέας περιόδου έντασης, επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο τη συμμαχική ιδιότητα των δύο χωρών.
Οι διαφορές παραμένουν και καμία συμφωνία δεν βρίσκεται ξαφνικά πιο κοντά. Εάν όμως η νέα ισορροπία οδηγήσει την Άγκυρα και την Αθήνα στην εκτίμηση ότι η κλιμάκωση παράγει μεγαλύτερο κόστος από όφελος, η Νέα Υόρκη μπορεί να έχει συμβάλει, έστω οριακά, στην επαναφορά ενός πιο προβλέψιμου πλαισίου. Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στις οποίες ακόμη και η διαχείριση της έντασης αποτελεί συχνά δύσκολο ζητούμενο, ούτε αυτή η μεταβολή είναι αμελητέα.