Η ΝΔ στα 52: Η αντοχή στο χρόνο και οι σύγχρονες προκλήσεις της κυριαρχίας
Η Νέα Δημοκρατία άντεξε επειδή προσαρμοζόταν χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα κόμματος εξουσίας. Σήμερα καλείται να διατηρήσει μια πολύ πιο ρευστή κοινωνική και εκλογική συμμαχία
Πενήντα δύο χρόνια μετά την ίδρυσή της, στις 4 Οκτωβρίου 1974, η Νέα Δημοκρατία αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις κομματικής ανθεκτικότητας στη μεταπολεμική Ευρώπη.
Στο διάστημα αυτό γνώρισε βαριές εκλογικές ήττες, εσωτερικές συγκρούσεις, αλλαγές ηγεσίας, οικονομικές κρίσεις και βαθιές κοινωνικές μεταβολές. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί έναν από τους βασικούς διεκδικητές της κυβερνητικής εξουσίας και, μετά την κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού, είναι το μόνο από τα δύο μεγάλα κόμματα της πρώτης Μεταπολίτευσης που διατήρησε ακέραιη την αξίωσή του να κυβερνά.
Η εξήγηση δεν βρίσκεται σε κάποια αμετάβλητη ιδεολογική φυσιογνωμία. Βρίσκεται μάλλον στο αντίθετο. Η ΝΔ κατάφερε να μεταβάλλεται χωρίς να αποσυντίθεται, να προσαρμόζει τις πολιτικές της προτεραιότητες και τις κοινωνικές της συμμαχίες χωρίς να παραδίδει σε άλλον πολιτικό σχηματισμό την ηγεμονία στον χώρο της Κεντροδεξιάς.
Ακριβώς αυτή η ιστορική ικανότητα δοκιμάζεται σήμερα. Μόνο που οι συνθήκες είναι δυσκολότερες, επειδή έχουν εξασθενήσει οι ισχυρές κομματικές ταυτίσεις, η εκλογική συμπεριφορά είναι περισσότερο ευμετάβλητη και οι πολίτες αξιολογούν τα κόμματα πολύ περισσότερο με όρους αποτελέσματος και πολύ λιγότερο μέσα από σταθερές πολιτικές ταυτότητες.
Η ΝΔ ως ευρύ κόμμα εξουσίας
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν ότι η Νέα Δημοκρατία δεν συγκροτήθηκε ως απλή συνέχεια της προδικτατορικής Δεξιάς. Η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, η οριστική επίλυση του πολιτειακού, η εδραίωση του κοινοβουλευτισμού και η στρατηγική επιλογή της ευρωπαϊκής ένταξης επέτρεψαν στη νέα παράταξη να απομακρυνθεί από τις διαιρέσεις της μετεμφυλιακής περιόδου.
Αυτό της έδωσε εξαρχής μεγαλύτερο εύρος. Στη γλώσσα της πολιτικής επιστήμης, η ΝΔ εξελίχθηκε σε πολυσυλλεκτικό κόμμα, δηλαδή σε έναν σχηματισμό που δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε μία κοινωνική τάξη ή σε μία αυστηρά οριοθετημένη ιδεολογική κοινότητα, αλλά επιδιώκει τη συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών ομάδων.
Αυτό εξηγεί γιατί κάτω από την ίδια κομματική στέγη μπόρεσαν, σε διαφορετικές εποχές, να συνυπάρξουν ο κοινωνικός φιλελευθερισμός του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο νεοφιλελεύθερος προσανατολισμός της περιόδου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η στρατηγική του «μεσαίου χώρου» του Κώστα Καραμανλή, η συντηρητική στροφή σε συνθήκες κρίσης επί Αντώνη Σαμαρά και η μεταρρυθμιστική, ευρωπαϊκή και τεχνοκρατική φυσιογνωμία της περιόδου Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η διαφορά ανάμεσα στην ιδεολογική ασυνέπεια και στην πολιτική προσαρμογή είναι λεπτή αλλά καθοριστική. Η ΝΔ διατηρήθηκε ως κόμμα εξουσίας επειδή, παρά τις μετατοπίσεις της, διατήρησε έναν πυρήνα αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών: τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, την προσήλωση στην κοινοβουλευτική ομαλότητα, την έμφαση στην κυβερνησιμότητα, την αποδοχή της οικονομίας της αγοράς και την αντίληψη της ίδιας ως δύναμης θεσμικής σταθερότητας.
Αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό κατά την οικονομική κρίση. Το 2012 το ελληνικό κομματικό σύστημα γνώρισε μια πραγματική εκλογική αποδιάρθρωση. Οι δεσμοί που συνέδεαν για δεκαετίες μεγάλες κοινωνικές ομάδες με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ χαλάρωσαν απότομα. Η ΝΔ υπέστη ιστορικές απώλειες, αλλά κανένα άλλο κόμμα δεν μπόρεσε να την αντικαταστήσει ως κεντρικό φορέα της Κεντροδεξιάς και της φιλευρωπαϊκής πατάταξης της χώρας. Το ΠΑΣΟΚ, αντιθέτως, έχασε την πολιτική πρωτοκαθεδρία στον δικό του χώρο. Αυτή η διαφορά έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση της αντοχής της ΝΔ.
Η διεύρυνση της περιόδου Μητσοτάκη
Η εκλογική στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη από το 2016 και μετά αξιοποίησε αυτή την ιστορική δυνατότητα διεύρυνσης. Η ΝΔ του 2019 και κυρίως του 2023 δεν περιορίστηκε στον παραδοσιακό κομματικό της κορμό, αλλά κατάφερε να συγκροτήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία στην οποία συνυπήρχαν παραδοσιακοί κεντροδεξιοί ψηφοφόροι, φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές, τμήματα του πολιτικού Κέντρου, μεσαία στρώματα και πολίτες που δεν είχαν ιδιαίτερα ισχυρή κομματική ταύτιση, αλλά έδιναν προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητα, στη σταθερότητα και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Το πολιτικό τραύμα της περιόδου 2015 λειτούργησε αποφασιστικά για αυτή τη συμμαχία. Η περιπέτεια του πρώτου εξαμήνου, η σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και το δημοψήφισμα δημιούργησαν μια νέα διαχωριστική γραμμή που ξεπερνούσε την παλαιά διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς. Για ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, η πολιτική σταθερότητα, η ευρωπαϊκή κανονικότητα και η προβλεψιμότητα της διακυβέρνησης απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία.
Αυτό το πλεονέκτημα δεν έχει εξαφανιστεί. Οι σημερινές έρευνες της κοινής γνώμης δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της κυριαρχίας της ΝΔ εξακολουθεί να εξηγείται από την αδυναμία συγκρότησης ενός πειστικού εναλλακτικού πόλου εξουσίας. Εδώ όμως βρίσκεται ταυτόχρονα και ο κίνδυνος.
Ένα κόμμα μπορεί να προηγείται επειδή οι αντίπαλοί του είναι αδύναμοι χωρίς να διαθέτει πλέον την ίδια θετική κοινωνική δυναμική που είχε σε προηγούμενες εκλογές. Η σημερινή πρωτοκαθεδρία της ΝΔ είναι σαφής, αλλά είναι περισσότερο εύθραυστη από την εκλογική κυριαρχία του 2023. Η διαφορά είναι ουσιώδης: άλλο η θετική πολιτική ηγεμονία, όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αναγνωρίζουν σε ένα κόμμα το σχέδιο της επόμενης περιόδου, και άλλο η υπεροχή που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απουσία αξιόπιστου ανταγωνιστή.
Η αποδυνάμωση των κομματικών ταυτίσεων
Το πρόβλημα αυτό συνδέεται με μια ευρύτερη μεταβολή των δυτικών δημοκρατιών. Η πολιτική επιστήμη περιγράφει εδώ και δεκαετίες τη διαδικασία της αποκομματικοποίησης και της εξασθένησης των σταθερών κομματικών ταυτίσεων. Οι πολίτες αισθάνονται λιγότερο δεσμευμένοι απέναντι σε ένα κόμμα, οι οικογενειακές και κοινωνικές παραδόσεις καθορίζουν σε μικρότερο βαθμό την ψήφο και οι μετακινήσεις από εκλογή σε εκλογή γίνονται ευκολότερες.
Αυτό αλλάζει ριζικά την έννοια της εκλογικής δύναμης. Ένα ποσοστό άνω του 40% στη δεκαετία του 1980 σήμαινε σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη μιας βαθιά ριζωμένης κοινωνικής και κομματικής βάσης. Το αντίστοιχο ποσοστό του 2023 είχε διαφορετική σύνθεση. Ένα μεγάλο μέρος εκείνων που ψήφισαν ΝΔ δεν θεωρούσαν απαραίτητα τον εαυτό τους μόνιμο κομμάτι της παράταξης. Την επέλεξαν επειδή, στη συγκεκριμένη συγκυρία, θεωρούσαν ότι αποτελούσε την καλύτερη πρόταση διακυβέρνησης.
Τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή τη ρευστότητα. Το σημαντικότερο εύρημα δεν βρίσκεται τόσο στο ακριβές μέγεθος των διαρροών όσο στην κατεύθυνσή τους. Η ΝΔ χάνει ψηφοφόρους και προς τα δεξιά και προς το Κέντρο ή την Κεντροαριστερά. Η εικόνα αυτή αποδεικνύει ότι δεν αντιμετωπίζει ένα απλό ζήτημα ιδεολογικής μετατόπισης.
Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά η πίεση από κόμματα στα δεξιά της, μια συντηρητικότερη στροφή θα μπορούσε θεωρητικά να λειτουργήσει ως απάντηση. Όμως η εκλογική της συμμαχία φθείρεται και από την αντίθετη πλευρά. Μια μονομερής δεξιά μετατόπιση μπορεί επομένως να συγκρατήσει ένα τμήμα της παραδοσιακής βάσης, αλλά ταυτόχρονα να επιταχύνει την απομάκρυνση κεντρώων και μεταρρυθμιστικών ψηφοφόρων.
Πρόκειται για το κλασικό δίλημμα του μεγάλου πολυσυλλεκτικού κόμματος: όσο ευρύτερη είναι η κοινωνική του συμμαχία τόσο δυσκολότερη γίνεται η ταυτόχρονη ικανοποίηση όλων των επιμέρους ακροατηρίων του.
Το δίλημμα «Κέντρο ή Δεξιά» είναι παραπλανητικό
Γι’ αυτό και η συζήτηση περί «επιστροφής στις ρίζες» της ΝΔ δεν λύνει το πρόβλημα. Η ιστορία της παράταξης δείχνει ότι οι ίδιες οι ρίζες της ήταν σύνθετες. Ο καραμανλισμός συνδύαζε τον ευρωπαϊσμό με τον πατριωτισμό, την οικονομία της αγοράς με ισχυρή κρατική παρέμβαση, τη θεσμική μετριοπάθεια με την έμφαση στην εθνική συνοχή.
Κάτι αντίστοιχο δείχνουν και οι σημερινές έρευνες. Η κοινωνική προσδοκία από την Κεντροδεξιά δεν είναι μονοσήμαντη. Υπάρχει ισχυρό αίτημα για μεταρρυθμίσεις και αποτελεσματικό κράτος, αλλά ταυτόχρονα για ασφάλεια, κοινωνική προστασία, στήριξη της οικογένειας και εθνική αυτοπεποίθηση. Με άλλα λόγια, το εκλογικό σώμα δεν ζητά από τη ΝΔ να επιλέξει ανάμεσα στον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό και στην παραδοσιακή Κεντροδεξιά. Ζητά να αποδείξει ότι μπορεί να τα συνθέσει.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει πόσο επικίνδυνη είναι η αποτυχία αυτής της σύνθεσης. Παραδοσιακά κεντροδεξιά κόμματα σε πολλές χώρες έχασαν από τη μία πλευρά αστικούς, μορφωμένους και περισσότερο φιλελεύθερους ψηφοφόρους και από την άλλη κοινωνικά συντηρητικά στρώματα προς σχηματισμούς της ριζοσπαστικής Δεξιάς.
Ο κίνδυνος για τη ΝΔ δεν είναι επομένως απλώς να χάσει προς τα δεξιά. Είναι να υποστεί ταυτόχρονη αποδυνάμωση στα δύο άκρα της εκλογικής της συμμαχίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται γι’ αυτό μια στρατηγική ισορροπίας. Η ενίσχυση της άμυνας, η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και η έμφαση στην ασφάλεια μπορούν να απαντούν στις ανησυχίες του παραδοσιακού δεξιού ακροατηρίου. Παράλληλα, όμως, η θεσμική μεταρρύθμιση, η αξιοκρατία, η ευρωπαϊκή ταυτότητα, η οικονομική ελευθερία και ο εκσυγχρονισμός του κράτους αποτελούν τους δεσμούς με το Κέντρο που επέτρεψαν στη ΝΔ να ξεπεράσει τα παραδοσιακά της όρια.
Από τους δείκτες στη βιωμένη καθημερινότητα
Υπάρχει ωστόσο ένα πρόβλημα ακόμη σημαντικότερο από την ιδεολογική ισορροπία. Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η ΝΔ αξιολογείται πλέον όλο και λιγότερο σε σύγκριση με τους προκατόχους της και όλο και περισσότερο με βάση το δικό της έργο και τις δικές της παραλείψεις.
Στην πολιτική επιστήμη αυτό περιγράφεται ως αναδρομική αξιολόγηση της ψήφου. Ο πολίτης κρίνει εάν η κυβέρνηση βελτίωσε ή επιδείνωσε τη θέση του και αποφασίζει ανάλογα αν θα ανανεώσει την εμπιστοσύνη του.
Τα σημερινά δημοσκοπικά ευρήματα είναι εξαιρετικά σαφή ως προς αυτό. Η μεγαλύτερη απειλή για τη ΝΔ δεν φαίνεται να είναι η άνοδος κάποιου συγκεκριμένου αντιπάλου. Είναι η ακρίβεια, η πίεση στο εισόδημα, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, τα ζητήματα διαφάνειας και η αίσθηση αποτελεσματικότητας του κράτους.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα της κυβέρνησης έχει μετακινηθεί από το πεδίο της αφήγησης στο πεδίο της απτής απόδοσης. Η ανάπτυξη, η αποκλιμάκωση της ανεργίας, η επενδυτική βαθμίδα και η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελούν σημαντικές επιτυχίες. Δεν αρκούν όμως από μόνες τους αν ο πολίτης δεν βλέπει αντίστοιχη μεταβολή στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του, στην πρόσβαση στην υγεία, στο κόστος της στέγης ή στη λειτουργία της καθημερινότητας.
Σε μια εποχή ισχυρών κομματικών ταυτίσεων, ο ψηφοφόρος μπορούσε να ανεχθεί μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ κυβερνητικής επίδοσης και προσωπικής εμπειρίας. Στη σημερινή εποχή της εκλογικής ρευστότητας αυτή η ανοχή είναι πολύ μικρότερη.
Η μεγαλύτερη πρόκληση του Κυριάκου Μητσοτάκη
Υπάρχει τέλος και η διάσταση της ηγεσίας. Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη έχει περιγράψει την αυξανόμενη προσωποποίηση της κοινοβουλευτικής πολιτικής, κατά την οποία η εικόνα του κόμματος ταυτίζεται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό με τον αρχηγό του.
Στη ΝΔ αυτή η διαδικασία υπήρξε ιδιαίτερα έντονη επί Κυριάκου Μητσοτάκη. Η προσωπική του εικόνα ως αποτελεσματικού και διεθνώς αναγνωρίσιμου πρωθυπουργού λειτούργησε για χρόνια ως πρόσθετος μηχανισμός διεύρυνσης. Το ίδιο χαρακτηριστικό όμως έχει και αντίστροφη όψη. Όσο περισσότερο η παράταξη ταυτίζεται με τον ηγέτη της τόσο περισσότερο η κυβερνητική φθορά συγκεντρώνεται στο ίδιο πρόσωπο.
Το πολιτικό στοίχημα μέχρι τις επόμενες εκλογές δεν είναι συνεπώς απλώς να υπενθυμίσει η κυβέρνηση όσα πέτυχε από το 2019. Είναι να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό σχέδιο επόμενης φάσης.
Αυτή ίσως είναι και η βαθύτερη δυσκολία για μια κυβέρνηση μακράς διάρκειας. Το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούσε εύκολα να ταυτίσει τη ΝΔ με την αλλαγή. Σήμερα καλείται να πείσει ότι η συνέχεια μπορεί να παράγει ανανέωση και ότι η κυβερνητική εμπειρία δεν έχει μετατραπεί σε αδράνεια.
Στα 52 χρόνια της, η Νέα Δημοκρατία απέδειξε επανειλημμένα ότι η δύναμή της βρίσκεται στην ικανότητά της να προσαρμόζεται χωρίς να χάνει τον βασικό πολιτικό της χαρακτήρα. Το 1974 εξέφρασε τη δημοκρατική ομαλότητα και την ευρωπαϊκή πορεία. Σε διαφορετικές περιόδους εξέφρασε την οικονομική μεταρρύθμιση, τον μεσαίο χώρο, τη σταθερότητα και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Η σημερινή πρόκληση είναι πιο σύνθετη επειδή δεν προέρχεται μόνο από έναν πολιτικό αντίπαλο. Προέρχεται από την αποδυνάμωση των ίδιων των κομματικών δεσμών, τη φθορά της μακράς διακυβέρνησης και την αυξημένη απαίτηση των πολιτών να βλέπουν άμεσα αποτελέσματα στην καθημερινότητά τους.
Γι’ αυτό και η πραγματική εξίσωση για τη ΝΔ δεν είναι «Κέντρο ή Δεξιά». Είναι αν μπορεί να διατηρήσει ενωμένη την ευρεία κοινωνική συμμαχία που την έκανε κυρίαρχη, δίνοντάς της εκ νέου θετικό πολιτικό περιεχόμενο.
Εκεί θα κριθεί αν τα 52 χρόνια αποτελούν μόνο απόδειξη μιας εντυπωσιακής κομματικής αντοχής ή τη βάση για την επόμενη μεγάλη προσαρμογή της ελληνικής Κεντροδεξιάς.