Η Μαρία Καρυστιανού στην πολιτική σφαίρα – Μεταμόρφωση ή φαντασίωση εξουσίας;

Από τον πόνο των Τεμπών στην πολιτική αντιπροσώπευση – Μια πρωτοβουλία που δοκιμάζει τα όρια του ελληνικού κομματικού συστήματος;

Η Μαρία Καρυστιανού στην πολιτική σφαίρα – Μεταμόρφωση ή φαντασίωση εξουσίας;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Στην τελευταία περίοδο η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού στον δημόσιο διάλογο έχει ξεφύγει από την αρχική της διάσταση ως φωνή για δικαιοσύνη μετά την τραγωδία των Τεμπών και έχει μετατραπεί σε αντικείμενο ευρύτερων πολιτικών συζητήσεων – με δημοσιογραφικές υποθέσεις για πιθανή ίδρυση κινήματος ή κόμματος και με δημοσκοπικά σενάρια για ψηφοθηρική απήχηση. Αυτή η εξέλιξη εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί μια προσωπικότητα που έγινε γνωστή μέσα από την τραγωδία και την κοινωνική κινητοποίηση να αποτελέσει σοβαρό και βιώσιμο πολιτικό πόλο με ουσιαστική πρόταση εξουσίας;

Οι δύο βασικές γραμμές του τρέχοντος πολιτικού διαλόγου γύρω από την Καρυστιανού αφορούν πρώτον το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου φορέα και δεύτερον τον αντίκτυπο που αυτό θα είχε στην αντιπολίτευση. Από τη μία πλευρά, δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και αναλύσεις θέτουν ως πιθανότητα η ίδια να «επισπεύσει» τα σχέδιά της και ακόμα να «προλάβει» παραδοσιακές πολιτικές ηγεσίες, αλλάζοντας τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού – ακόμη και με εντυπωσιακές δημοσκοπικές εκτιμήσεις για «ανύπαρκτο κόμμα» με μονοψήφια αλλά αξιοσημείωτα ποσοστά σε σενάρια μέτρησης.

Παράλληλα, άλλες πηγές εκφράζουν επιφυλάξεις για το πώς η ίδια αντιλαμβάνεται το πολιτικό της ρόλο, με την ίδια να έχει απορρίψει αρνητικά ότι σχεδιάζει επισήμως κάποιο κόμμα, κατηγορώντας τα μέσα ότι διαδίδουν «fake news» για να αποπροσανατολίσουν την κοινωνία από τα «πραγματικά προβλήματα» – μια δήλωση που δείχνει πως η ίδια η Καρυστιανού θέλει να διαχωρίσει τη δημοσιογραφική φημολογία από το προσωπικό της πολιτικό σχέδιο.

Αυτή η αντιφατική εικόνα ενισχύει μια ευρύτερη πολιτική προβληματική που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στο δημόσιο χώρο για το ρόλο που καλούνται να παίξουν νέα ή «εναλλακτικά» πρόσωπα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Σε μια πολιτική συγκυρία όπου η αντιπολίτευση εμφανίζεται διχασμένη και ευάλωτη σε ψηφοθηρικές μετατοπίσεις, υπάρχει μια αίσθηση πως οποιοδήποτε νέο σχήμα μπορεί να τραβήξει μέρος της δυσαρέσκειας του εκλογικού σώματος – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι διαθέτει τα εχέγγυα μιας οργανωμένης πολιτικής πρότασης και καθαρής πολιτικής ταυτότητας.

Η βιβλιογραφική ανάλυση που γίνεται γύρω από κινήματα και προσωποκεντρικά σχήματα σε δημοκρατικά συστήματα δείχνει ότι τέτοιου είδους πρωτοβουλίες τείνουν να εμφανίζουν υψηλή αρχική δημοφιλία, αλλά συχνά στερούνται σαφή ιδεολογική βάση και προγράμματα που να απαντούν σε πολύπλοκα ζητήματα διακυβέρνησης (γενική γνώση πολιτικών σχημάτων). Κάτι αντίστοιχο εντοπίζεται και στις συζητήσεις γύρω από την Καρυστιανού, όπου η έμφαση στο «νέο» και στο «διαφορετικό» συχνά υπερβαίνει την ανάλυση για πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο.

Στο επίκεντρο αυτού του προβληματισμού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην αναγνώριση για έναν αγώνα δικαίου και στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής πολιτικής πρότασης. Ο αγώνας της Καρυστιανού για δικαιοσύνη μετά την τραγωδία ήταν και παραμένει κοινωνικά σημαντικός και έχει λογική βάση ως καταλύτης για συζήτηση περί ευθυνών και διαφάνειας στο κράτος – όμως η μετάβαση από αυτόν τον ρόλο σε έναν ρόλο που περιλαμβάνει την άσκηση πολιτικής εξουσίας απαιτεί πολύ περισσότερα από δημοσιογραφική προβολή ή φήμη. Απαιτεί δομημένα προγράμματα, πρόταση για κρίσιμους τομείς όπως η οικονομία, η δημόσια διοίκηση και η κοινωνική πολιτική, καθώς και μια οργανωμένη, συνεκτική ομάδα που να δουλεύει για συγκεκριμένους στόχους πέρα από τη ρητορική.

Αυτό το γεγονός θα πρέπει να προβληματίσει όσους βλέπουν στις δημοσκοπικές μετρήσεις ή στα σενάρια για «νέο κόμμα» μια πιθανή διέξοδο για την αντιπολίτευση. Η απήχηση ενός υποθετικού σχήματος υπό την ηγεσία της Καρυστιανού μπορεί να αποτυπώνει την επιθυμία ενός τμήματος της κοινωνίας για αλλαγή, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για πολιτική βιωσιμότητα ή κυβερνητική ετοιμότητα. Πολιτικές αλλαγές που βασίζονται στη διαμαρτυρία και στην αποδοκιμασία χωρίς σαφή πρόταση μπορούν εύκολα να καταλήξουν σε νέα μορφή πολιτικής ασάφειας.

Περαιτέρω, η εμπλοκή ενός «εξωπολιτικού» προσώπου σε έναν χώρο που απαιτεί διαρκή δημόσιο διάλογο, στρατηγική και ευθύνη μπορεί να οδηγήσει είτε σε ανανέωση είτε, αντιθέτως, στην περαιτέρω αποδυνάμωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι απλώς το αν η Καρυστιανού θα μπορούσε να τραβήξει ψηφοφόρους αλλά το αν μπορεί να μεταφράσει αυτή την κοινωνική απεύθυνση σε συγκροτημένα πολιτικά εργαλεία και αποφάσεις για τη διακυβέρνηση ενός κράτους σε περίοδο προκλήσεων.

Στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά το αν η Μαρία Καρυστιανού μπορεί να γίνει πολιτικό πρόσωπο ή να ιδρύσει κόμμα αλλά το αν η ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα είναι έτοιμα να ενσωματώσουν τέτοιες πρωτοβουλίες με μια ώριμη, προγραμματική και θεσμικά υπεύθυνη προσέγγιση που υπερβαίνει τη στιγμιαία συμπάθεια και αγγίζει τα θεμέλια της πολιτικής αντιπροσώπευσης.