Η Ευρώπη σε αναζήτηση ρόλου σε έναν κατακερματισμένο κόσμο

Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας, η εξωστρέφεια ως στρατηγική επιλογή και τα όρια της ευρωπαϊκής πολυμέρειας μετά το σοκ Τραμπ

Η Ευρώπη σε αναζήτηση ρόλου σε έναν κατακερματισμένο κόσμο
EPA/RAJAT GUPTA

Η εμπορική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η παγκόσμια τάξη πραγμάτων δεν αναδιατάσσεται απλώς, αλλά επαναθεμελιώνεται. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ, με την επιστροφή του προστατευτισμού, της μονομέρειας και της ωμής γεωοικονομικής πίεσης, επιτάχυνε μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει. Η παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών υποχωρεί και στη θέση της αναδύεται ένα σύστημα πολλαπλών πόλων, ασύμμετρων εξαρτήσεων και ανταγωνιστικών μπλοκ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα υπαρξιακό ερώτημα. Θα παραμείνει ένας κανονιστικός παρατηρητής ή θα επιχειρήσει να λειτουργήσει ως ενεργός γεωοικονομικός παίκτης.

Η συμφωνία με την Ινδία, όπως και εκείνες με τον Καναδά και τη Mercosur, συγκροτούν ένα συνεκτικό πολιτικό μοτίβο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να οικοδομήσει ένα πλέγμα σχέσεων που εκτείνεται από τον Ατλαντικό έως τον Ινδικό Ωκεανό, συνδέοντας αγορές, παραγωγικές αλυσίδες, ανθρώπινο κεφάλαιο και τεχνολογικά οικοσυστήματα. Πρόκειται για μια στροφή που υπερβαίνει τη στενή εμπορική διάσταση. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής ταυτότητας.

Για μεγάλο διάστημα, η Ένωση λειτούργησε κυρίως ως «ρυθμιστική δύναμη». Εξήγαγε πρότυπα, περιβαλλοντικούς κανόνες, ψηφιακές ρυθμίσεις και νομικά πλαίσια, σε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί παρέμεναν λειτουργικοί και η Δύση διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία. Αυτή η προσέγγιση επέτρεπε στην Ευρώπη να ασκεί επιρροή χωρίς να επενδύει συστηματικά σε σκληρή ισχύ ή σε στρατηγικά δίκτυα. Η σημερινή συγκυρία, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό των αγορών, τη μετατροπή του εμπορίου σε εργαλείο πίεσης και την υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους πολυμερείς θεσμούς. Οι κανόνες από μόνοι τους δεν αρκούν όταν οι μεγάλες δυνάμεις προτάσσουν την ισχύ.

Η συμφωνία με την Ινδία εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς τη μετατόπιση. Η Ευρώπη επιδιώκει να περάσει από την αποκλειστική έμφαση στη ρύθμιση σε μια πολιτική διασυνδεσιμότητας, η οποία συνδέει οικονομίες, διευκολύνει τη ροή επενδύσεων και ανθρώπινου δυναμικού και δημιουργεί γεωοικονομικούς διαδρόμους. Η Ινδία, με πληθυσμό 1,4 δισεκατομμυρίων και ταχύτατη ανάπτυξη, προσφέρει πρόσβαση σε μια αγορά τεράστιας κλίμακας, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί αναδυόμενη δύναμη με στρατηγική αυτονομία, κάτι που προσδίδει στη συμφωνία σαφή γεωπολιτική βαρύτητα.

Οι τομείς που έχουν περισσότερα να κερδίσουν από την εμπορική συμφωνία ΕΕ-Ινδίας

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ένωση επενδύει σε συνεργασία με μια μεγάλη δημοκρατία του Παγκόσμιου Νότου. Η επιλογή αυτή επιτρέπει τη συγκρότηση ενός ενδιάμεσου πόλου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, μειώνοντας την εξάρτηση από κάθε μία ξεχωριστά και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης. Παράλληλα, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής συμβατότητας που καθιστούν ευκολότερη τη σύγκλιση σε τομείς όπως οι υπηρεσίες, η ψηφιακή οικονομία και η κινητικότητα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

Η συμφωνία ΕΕ-Ινδίας και τα ελληνικά συμφέροντα

Από την κανονιστική Ευρώπη στη στρατηγική συνδεσιμότητα

Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας πρέπει να ιδωθεί μαζί με την CETA και τη Mercosur ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας. Η Ευρώπη αναζητά τρόπους να αποκτήσει βάθος στις διεθνείς της σχέσεις, μετατρέποντας το εμπόριο σε προέκταση της εξωτερικής πολιτικής. Η στρατηγική αυτή επιδιώκει τη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, την ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης και τη δημιουργία σταθερών δεσμών με περιοχές που μέχρι πρότινος βρίσκονταν στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής προσοχής.

Η περίπτωση της Mercosur αποκαλύπτει, ωστόσο, τα όρια αυτής της πορείας. Η αναπομπή της συμφωνίας από το Ευρωκοινοβούλιο ανέδειξε τις εσωτερικές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής εξωστρέφειας. Από τη μία πλευρά, οι γεωπολιτικές ελίτ αντιλαμβάνονται την ανάγκη για άνοιγμα αγορών και στρατηγικές συμμαχίες. Από την άλλη, κοινωνικά και παραγωγικά στρώματα, ιδίως στον αγροτικό τομέα, εκφράζουν ανησυχίες για τον ανταγωνισμό, τα περιβαλλοντικά πρότυπα και το κόστος της προσαρμογής. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δομικό δίλημμα, στο πώς μπορεί να διεκδικήσει ρόλο σε έναν ασταθή κόσμο, χωρίς να διαρραγεί το εσωτερικό της πολιτικό κονσένσους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ινδία εμφανίζεται ως εταίρος με μικρότερο πολιτικό κόστος. Η συνεργασία επικεντρώνεται περισσότερο στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στην τεχνολογία, τομείς όπου οι ευρωπαϊκές οικονομίες διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, ενώ οι άμεσες πιέσεις στον πρωτογενή τομέα είναι περιορισμένες. Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική αφήγηση είναι πιο πειστική, καθώς πρόκειται για σύμπραξη μεταξύ μεγάλων δημοκρατιών σε έναν κόσμο αυξανόμενου αυταρχισμού.

Το ερώτημα της Κίνας παραμένει ανοικτό και σύνθετο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση γνωρίζει ότι το Πεκίνο αποτελεί αναντικατάστατο οικονομικό εταίρο, ιδίως σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες. Την ίδια στιγμή, ο συστημικός ανταγωνισμός, ο κρατικός καπιταλισμός και η ασύμμετρη πρόσβαση στις αγορές καθιστούν δύσκολη μια συνολική προσέγγιση αντίστοιχη με εκείνη της Ινδίας. Πιο πιθανό είναι ένα μοντέλο επιλεκτικής συνεργασίας σε συγκεκριμένους τομείς, όπως η πράσινη τεχνολογία ή η κλιματική πολιτική, μέσα σε ένα πλαίσιο προσεκτικής αποσύνδεσης όπου κρίνεται αναγκαίο.

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της αναδιάταξης. Η επιστροφή των δασμών και της μονομερούς πίεσης υποχρεώνει την Ευρώπη να αναζητήσει εναλλακτικές. Η πολυμέρεια, σε αυτή τη συγκυρία, αποκτά εργαλειακό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί απλώς αξιακή αναφορά, αλλά πρακτική στρατηγική διασποράς κινδύνου. Με τη δημιουργία πολλαπλών εμπορικών και επενδυτικών αξόνων, η Ένωση επιχειρεί να μειώσει την έκθεσή της σε αιφνίδιες πολιτικές μεταβολές τρίτων δυνάμεων.

Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας, επομένως, υπερβαίνει το επίπεδο των δασμών και των ποσοστώσεων. Εντάσσεται σε μια προσπάθεια επανατοποθέτησης της Ευρώπης ως κόμβου συνδεσιμότητας σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιστρέφει και η οικονομία μετατρέπεται σε γεωπολιτικό εργαλείο. Μαζί με την CETA και τη Mercosur, ακόμη και με τις δυσκολίες εφαρμογής τους, συγκροτεί τα πρώτα στοιχεία ενός νέου ευρωπαϊκού γεωοικονομικού χάρτη.

Το κρίσιμο ζητούμενο βρίσκεται πλέον στο εσωτερικό της ίδιας της Ένωσης. Η εξωστρέφεια προϋποθέτει κοινωνική συναίνεση, μηχανισμούς αναδιανομής του κόστους και πολιτικές που στηρίζουν όσους πλήττονται από τον διεθνή ανταγωνισμό. Χωρίς αυτά, κάθε στρατηγική διασυνδεσιμότητας κινδυνεύει να παραμείνει έργο περιορισμένων κύκλων.

Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια φάση όπου καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη γεωπολιτική φιλοδοξία και την κοινωνική συνοχή. Η συμφωνία με την Ινδία δείχνει την κατεύθυνση. Το αν θα μπορέσει να τη διανύσει μέχρι τέλους, χωρίς εσωτερικές ρωγμές, αποτελεί το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας.