Η ΔΕΘ κρίνεται σε όσα μπορούν να γίνουν, όχι στη σειρά αυτών που τα εξαγγέλλουν

Η αντιπαράθεση για το ποιος θα μιλήσει πρώτος στη Θεσσαλονίκη προσφέρει εύκολο πολιτικό θέαμα. Η ουσία της φετινής, προεκλογικής ΔΕΘ βρίσκεται στις κυβερνητικές αποφάσεις, στο διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο και στην αξιοπιστία όσων θα ανακοινωθούν ενόψει της άνοιξης του 2027.

Η ΔΕΘ κρίνεται σε όσα μπορούν να γίνουν, όχι στη σειρά αυτών που τα εξαγγέλλουν
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλάει κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της 89ης ΔΕΘ, όπου παρουσιάζει τους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης για το επόμενο διάστημα στο συνεδριακό κέντρο «Ι. Βελλίδης», το Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025. Με 1100 εκθέτες σε 33.000 τετραγωνικά μέτρα εκθεσιακού χώρου και με εκδηλώσεις «γέφυρες» ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ξεκίνησε σήμερα τη λειτουργία της η 89η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), που εγκαινιάστηκε από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Η εκατοστή επέτειος από την ίδρυσή της, το 1925, δίνει το ιδιαίτερο στίγμα της φετινής διοργάνωσης. Η έκθεση έχει διάρκεια 6-14 Σεπτεμβρίου. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ

Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την παρουσία των πολιτικών αρχηγών στη Θεσσαλονίκη, πριν και κατά τη διάρκεια της ΔΕΘ, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας υπόθεσης που προσφέρεται για έντονο παραπολιτικό θόρυβο. Η απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάσει το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. πριν από την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη δημιουργεί αναπόφευκτα εικόνες πολιτικής μονομαχίας, τροφοδοτεί τη συζήτηση για το ποιος καταλαμβάνει πρώτος την ατζέντα και επιτρέπει στο νεοσύστατο κόμμα να εμφανιστεί ως ο άμεσος ανταγωνιστής της κυβέρνησης.

Η πραγματική πολιτική σημασία αυτής της επιλογής χρειάζεται πιο ψύχραιμη αποτίμηση. Η σειρά των ομιλιών μπορεί να επηρεάσει τον ειδησεογραφικό κύκλο, να προσφέρει μερικές ημέρες αυξημένης προβολής και να λειτουργήσει ως εργαλείο συμβολισμού. Η ιδιαίτερη βαρύτητα της ΔΕΘ προκύπτει από το γεγονός ότι αποτελεί το βήμα από το οποίο ο πρωθυπουργός παρουσιάζει αποφάσεις που μπορούν να ενσωματωθούν στον προϋπολογισμό, να μετατραπούν σε νόμους και να επηρεάσουν πραγματικά τα εισοδήματα των πολιτών. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η απόσταση που χωρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη από τον Αλέξη Τσίπρα και, ακόμη περισσότερο, από τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Η σειρά των ομιλιών και το όριο της θεσμικής συζήτησης

Υπάρχει ασφαλώς μια πολιτική παράδοση γύρω από τη ΔΕΘ. Ο εκάστοτε πρωθυπουργός εγκαινιάζει το πολιτικό σκέλος της Έκθεσης, παρουσιάζει την οικονομική και κυβερνητική ατζέντα και ακολουθούν οι αρχηγοί των κομμάτων, με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα στην παρουσία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η παράδοση αυτή έχει τη σημασία της, επειδή αποτυπώνει έναν τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε επί δεκαετίες η πολιτική παρουσία στη Θεσσαλονίκη.

Από αυτό το σημείο μέχρι να θεωρηθεί ότι κάθε εκδήλωση που προηγείται της πρωθυπουργικής ομιλίας παραβιάζει κάποια θεσμική τάξη υπάρχει μεγάλη απόσταση. Ο Τσίπρας οργανώνει κομματική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη πριν από την επίσημη έναρξη της ΔΕΘ. Η επιλογή έχει προφανή επικοινωνιακή στόχευση και μπορεί να αξιολογηθεί πολιτικά. Δεν αποκτά από μόνη της θεσμικό χαρακτήρα ούτε δημιουργεί κάποια νέα ιεραρχία ανάμεσα στους πολιτικούς αρχηγούς.

Το προηγούμενο της περυσινής χρονιάς βοηθά να τοποθετηθεί η συζήτηση στις πραγματικές της διαστάσεις. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε εμφανιστεί στη Θεσσαλονίκη, σε εκδήλωση του Economist, πριν από την πρωθυπουργική παρουσία στη ΔΕΘ, όταν ακόμη δεν ηγείτο νέου κόμματος. Και τότε είχε επιχειρηθεί να δοθεί στην παρουσία του χαρακτήρας πολιτικής επιστροφής και άτυπης αναμέτρησης με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η φετινή κίνηση είναι πιο οργανωμένη και περισσότερο κομματική, επειδή συνδέεται με την παρουσίαση προγράμματος της ΕΛ.Α.Σ. Η βασική επικοινωνιακή τεχνική παραμένει γνώριμη.

Ο Τσίπρας χρειάζεται το δίπολο περισσότερο από τον Μητσοτάκη

Για τον Αλέξη Τσίπρα η επιλογή της χρονικής στιγμής είναι απολύτως κατανοητή. Ένα νέο κόμμα που φιλοδοξεί να εδραιωθεί ως δεύτερος πόλος έχει ανάγκη από γεγονότα που δημιουργούν την αίσθηση άμεσης αναμέτρησης με τον πρωθυπουργό. Η Θεσσαλονίκη, λόγω του πολιτικού συμβολισμού της ΔΕΘ, προσφέρει το κατάλληλο σκηνικό.

Η ΕΛ.Α.Σ. επιδιώκει να μεταφέρει το κέντρο της συζήτησης από το ερώτημα αν μπορεί να παγιωθεί ως ισχυρό κόμμα στο ερώτημα αν μπορεί να αποτελέσει κυβερνητική εναλλακτική. Για να συμβεί αυτό, ο Τσίπρας χρειάζεται να εμφανίζεται δίπλα στον Μητσοτάκη, όχι απλώς δίπλα στους υπόλοιπους αρχηγούς της αντιπολίτευσης. Η πρόωρη ομιλία, η παρουσίαση οικονομικού προγράμματος και η επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη για συνέντευξη Τύπου υπηρετούν ακριβώς αυτή την εικόνα.

Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να μην υπερτιμήσει αυτή τη στρατηγική. Όσο περισσότερο συζητείται αν ο Τσίπρας «πρόλαβε» τον πρωθυπουργό, τόσο περισσότερο ενισχύεται το πλαίσιο που επιδιώκει η ΕΛ.Α.Σ. Η προσέγγιση του Κωστή Χατζηδάκη είναι γι’ αυτό πολιτικά πιο αποτελεσματική. Το αν ο Τσίπρας θα μιλήσει πριν ή μετά έχει περιορισμένη σημασία. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το περιεχόμενο των προτάσεων και, κυρίως, τη δυνατότητα εφαρμογής τους.

Ο Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να κερδίσει τον Τσίπρα στη σειρά του προγράμματος. Προσέρχεται στη ΔΕΘ ως πρωθυπουργός, με κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με την ευθύνη του προϋπολογισμού και με τη δυνατότητα να μετατρέψει τις ανακοινώσεις σε κυβερνητικές αποφάσεις. Η διαφορά αυτή είναι πολύ πιο ουσιαστική από οποιαδήποτε μάχη εντυπώσεων γύρω από το ημερολόγιο.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην εξαγγελία και την εφαρμογή

Σε κάθε προεκλογική περίοδο η αντιπολίτευση έχει μεγαλύτερη ελευθερία στις εξαγγελίες. Μπορεί να προτείνει περισσότερες φορολογικές μειώσεις, υψηλότερες παροχές, νέες ενισχύσεις και ευρύτερα προγράμματα στήριξης, επειδή η αξιολόγηση της κοστολόγησης γίνεται σε διαφορετικές συνθήκες. Η κυβέρνηση βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπη με το κόστος κάθε επιλογής, με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, με την εκτέλεση του προϋπολογισμού και με την ανάγκη να διατηρείται η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η φετινή ΔΕΘ μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά σημαντική για τη Νέα Δημοκρατία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα χρειαστεί να παρουσιάσει ένα πακέτο που θα απαντά στην πίεση της ακρίβειας, στις ανάγκες της μεσαίας τάξης, στις δυσκολίες των οικογενειών και στις προσδοκίες των επαγγελματιών, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα που έχει αποκτηθεί με κόπο τα προηγούμενα χρόνια.

Η γραμμή που έχει ήδη περιγράψει ο Χατζηδάκης προσφέρει ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο. Το κοινωνικό μέρισμα που μπορεί να διανεμηθεί προκύπτει από την ανάπτυξη, την αύξηση των εσόδων και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Αυτή η λογική επιτρέπει στην κυβέρνηση να στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε διαθέσιμους πόρους και σε συγκεκριμένες προτεραιότητες. Η αξιοπιστία μιας εξαγγελίας συνδέεται τελικά με το αν μπορεί να ψηφιστεί, να χρηματοδοτηθεί και να εμφανιστεί στην τσέπη του πολίτη.

Από αυτή την άποψη, η πιθανότητα ο Τσίπρας ή ο Ανδρουλάκης να παρουσιάσουν αριθμητικά μεγαλύτερα πακέτα έχει περιορισμένη αξία από μόνη της. Οι πολίτες δεν συγκρίνουν μόνο τα ποσά που ακούγονται από τα βήματα. Συγκρίνουν επίσης την πιθανότητα να υλοποιηθούν.

Ο Ανδρουλάκης και το πρόβλημα της πολιτικής βαρύτητας

Η θέση του Νίκου Ανδρουλάκη στη φετινή ΔΕΘ έχει μια ιδιαίτερη αμηχανία. Ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαθέτει την κοινοβουλευτική θέση που παραδοσιακά προσδίδει αυξημένη βαρύτητα στην παρουσία ενός πολιτικού αρχηγού στη Θεσσαλονίκη. Η θέση αυτή αποτελεί πραγματικό θεσμικό δεδομένο. Η πολιτική δυναμική που απαιτείται για να μετατραπεί σε κεντρικό ρόλο στην προεκλογική αντιπαράθεση χρειάζεται να κατακτηθεί στην πράξη.

Η επανεμφάνιση Τσίπρα και η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. έχουν περιπλέξει σημαντικά αυτή την εξίσωση. Ο πρώην πρωθυπουργός διαθέτει υψηλή αναγνωρισιμότητα, εμπειρία κυβερνητικής εξουσίας και την ικανότητα να προκαλεί μεγαλύτερο επικοινωνιακό ενδιαφέρον. Οι δημοσκοπικές επιδόσεις του νέου κόμματος έχουν ενισχύσει την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως βασικός αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας. Έτσι, η συζήτηση για το ποιος μιλά πριν από ποιον λειτουργεί περισσότερο εις βάρος του ΠΑΣΟΚ, το οποίο βλέπει τον θεσμικό του ρόλο να ανταγωνίζεται μια ισχυρότερη επικοινωνιακή αφήγηση.

Για τον Μητσοτάκη η εικόνα είναι διαφορετική. Δεν χρειάζεται να διεκδικήσει τη θέση του κεντρικού προσώπου της ΔΕΘ, επειδή η ιδιότητα του πρωθυπουργού τοποθετεί αυτομάτως την ομιλία του στο επίκεντρο. Η δική του παρουσία θα αξιολογηθεί με βάση τις αποφάσεις που θα ανακοινώσει, τις κοινωνικές ομάδες που θα στηρίξει, το ύψος των παρεμβάσεων και την αξιοπιστία του σχεδίου με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα οδηγηθεί προς τις εκλογές.

Η φετινή προεκλογική ΔΕΘ θα κριθεί στο αποτέλεσμα

Η φετινή ΔΕΘ έχει αυξημένη πολιτική σημασία επειδή βρίσκεται λίγους μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές της άνοιξης του 2027. Η κυβέρνηση μπαίνει στην τελική φάση της τετραετίας με σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα και με την ανάγκη να μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε ένα συνεκτικό αφήγημα για την επόμενη ημέρα. Η οικονομία, η φορολογία, το διαθέσιμο εισόδημα, η στεγαστική πίεση και το κόστος ζωής θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πειστικότητα αυτού του αφηγήματος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρωθυπουργική ομιλία έχει βάρος που καμία άλλη παρουσία στη Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να αποκτήσει μόνο μέσω του χρόνου ή της επικοινωνιακής σκηνοθεσίας. Οι εξαγγελίες του Μητσοτάκη θα αποτελέσουν κυβερνητική δέσμευση και θα δοκιμαστούν αμέσως στην πράξη. Το ύψος του πακέτου, η στόχευσή του, η ισορροπία ανάμεσα στη στήριξη και στη δημοσιονομική ευθύνη, καθώς και η δυνατότητα να δημιουργήσει αισθητή βελτίωση για συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, θα έχουν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τον θόρυβο για το ποιος ανέβηκε πρώτος σε ένα βήμα.

Ο Τσίπρας έχει λόγο να επιδιώκει αυτή τη συζήτηση, επειδή κάθε σύγκριση με τον πρωθυπουργό τον βοηθά να παγιώσει τον ρόλο που διεκδικεί. Ο Ανδρουλάκης έχει λόγο να ανησυχεί, επειδή η ίδια σύγκριση περιορίζει τον χώρο που του προσφέρει η θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση έχει συμφέρον να επαναφέρει τη συζήτηση στην ουσία, δηλαδή στην οικονομική πολιτική, στην κοστολόγηση και στην εφαρμογή.

Εκεί θα κριθεί και η πολιτική αξία της ΔΕΘ. Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρωθυπουργός και η κυβέρνηση διαθέτει την ευθύνη να αποφασίσει ποιο μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου θα επιστρέψει στην κοινωνία και με ποιον τρόπο. Οι υπόλοιποι μπορούν να παρουσιάσουν τις δικές τους προτάσεις και να διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών. Η σύγκριση θα αποκτήσει πραγματικό νόημα όταν περάσει από την επικοινωνία στους αριθμούς, από τις εξαγγελίες στην κοστολόγηση και από τις υποσχέσεις στην εφαρμογή. Στη Θεσσαλονίκη του 2026, αυτό το βάρος εξακολουθεί να βρίσκεται στο βήμα του πρωθυπουργού.