Η ακρίβεια των τιμών και η φτήνια του δημόσιου διαλόγου
Για τον πληθωρισμό της ανοησίας, δυστυχώς, δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη κανένα μέτρο
Αν παρακολουθήσει κανείς για μισή ώρα τον δημόσιο διάλογο περί ακρίβειας, κινδυνεύει να καταλήξει σε δύο συμπεράσματα: είτε ότι ο πρωθυπουργός ξυπνάει κάθε πρωί και αποφασίζει προσωπικά πόσο θα κοστίζει το λάδι, είτε ότι η κυβέρνηση δεν έχει απολύτως καμία σχέση με όσα συμβαίνουν στην ελληνική αγορά.
Και τα δύο, βεβαίως, είναι ανοησίες.
Αλλά στον δημόσιο διάλογο έχουμε μια ιδιαίτερη ικανότητα: παίρνουμε ένα σύνθετο οικονομικό πρόβλημα, αφαιρούμε τα δεδομένα, πετάμε έξω τις διεθνείς εξελίξεις, προσθέτουμε λίγη κομματική εμπάθεια και το σερβίρουμε στο πάνελ ως «ανάλυση».
Η αντιπολίτευση έχει βρει εδώ και καιρό την πιο ξεκούραστη οικονομική θεωρία του πλανήτη. Ακριβαίνει η βενζίνη; Φταίει η κυβέρνηση. Ακριβαίνει το ρεύμα; Η κυβέρνηση. Τα ενοίκια; Η κυβέρνηση. Αν αύριο υπάρξει πρόβλημα στην παραγωγή κακάο στη Δυτική Αφρική, δεν αποκλείεται να ακούσουμε ότι πρόκειται για ακόμη μία αποτυχία του Μεγάρου Μαξίμου.
Πολιτικά εύκολο. Οικονομικά λίγο πιο σύνθετο.
Γιατί ο πληθωρισμός, η ενεργειακή κρίση, οι διεθνείς τιμές, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι εφοδιαστικές αλυσίδες δεν δημιουργούνται στα υπουργικά συμβούλια της Αθήνας. Η Ελλάδα δεν είναι οικονομικό νησί με δικό της πετρέλαιο, δικό της φυσικό αέριο και δική της παγκόσμια αγορά.
Από την άλλη, βέβαια, υπάρχει και η κυβέρνηση.
Η οποία πολλές φορές καταφέρνει το πραγματικά εντυπωσιακό: να έχει ένα απολύτως λογικό επιχείρημα και να το υπερασπίζεται τόσο άτσαλα ώστε στο τέλος να μοιάζει ύποπτο.
Αντί να εξηγεί καθαρά ποιο μέρος των αυξήσεων είναι εισαγόμενο, πού υπάρχουν ελληνικές στρεβλώσεις, πού υπάρχει πρόβλημα ανταγωνισμού και πού ακριβώς μπορεί να παρέμβει το κράτος, ακούμε συχνά μια παρέλαση επιλεκτικών αριθμών.
«Αυτό μειώθηκε».
«Εκεί είμαστε καλύτερα».
«Σε αυτή την κατηγορία είμαστε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Πολύ ωραία.
Ο πολίτης, όμως, έχει την κακή συνήθεια να πληρώνει λογαριασμούς αντί να διαβάζει PowerPoint.
Και όταν βλέπει ότι το ενοίκιο, το ρεύμα, η μετακίνηση και το καλάθι του πιέζουν όλο και περισσότερο το εισόδημά του, δεν μπορείς να του απαντάς με ένα Excel και να περιμένεις χειροκρότημα.
Υπάρχει κυβερνητική ευθύνη; Φυσικά.
Στον έλεγχο της αγοράς. Στον ανταγωνισμό. Στη φορολογία. Στις παρεμβάσεις για το διαθέσιμο εισόδημα. Στην αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας όπου αυτή υπάρχει. Στην ενεργειακή πολιτική. Όποιος κυβερνά δεν δικαιούται να εμφανίζεται ως απλός σχολιαστής της πραγματικότητας.
Αλλά άλλο κυβερνητική ευθύνη και άλλο κυβερνητική παντοδυναμία.
Και κάπου εδώ φτάνουμε στο πραγματικό πρόβλημα.
Δεν είναι ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση διαφωνούν. Ευτυχώς που διαφωνούν.
Είναι ότι ολοένα και περισσότερο διαφωνούν χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίζουν για τι ακριβώς μιλούν.
Ο ένας φωνάζει «ακρίβεια της κυβέρνησης». Ο άλλος απαντά «εισαγόμενος πληθωρισμός».
Τέλος.
Οικονομική ανάλυση μηδέν, σύνθημα δύο.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό απ’ όλα. Γιατί αυτός ο δημόσιος διάλογος δεν είναι απλώς φτωχός. Είναι καθρέφτης.
Καθρέφτης μιας κοινωνίας που όλο και συχνότερα προτιμά τη βολική απάντηση από τη δύσκολη εξήγηση, το σύνθημα από το δεδομένο και τον ένοχο από την κατανόηση του προβλήματος.
Και αυτή η κοινωνία σύντομα θα πάει στην κάλπη.
Ο πληθωρισμός, λοιπόν, κάποτε θα πέσει.
Για τον πληθωρισμό της ανοησίας, δυστυχώς, δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη κανένα μέτρο.