Γαλλία: Ποιοι κρύβονται πίσω από τη βία και τις λεηλασίες
Από τους οργανωμένους εξτρεμιστές στους ευκαιριακούς ταραχοποιούς, η κοινωνιολογία της βίας και ο κίνδυνος εξάπλωσής της στην Ευρώπη
Οι εικόνες από τη Γαλλία, με φλεγόμενα αυτοκίνητα, λεηλατημένα καταστήματα, επιθέσεις σε δημόσια κτίρια και συγκρούσεις με την αστυνομία, επαναφέρουν ένα ερώτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνιολογική έρευνα: ποιοι είναι τελικά οι άνθρωποι που μετατρέπουν μια κοινωνική διαμαρτυρία σε βίαιη αναταραχή; Πρόκειται για πολιτικοποιημένους εξτρεμιστές, για νέους που αντιδρούν στις κοινωνικές ανισότητες ή για κοινούς εγκληματίες που εκμεταλλεύονται την αποδιοργάνωση της δημόσιας τάξης;
Οι πρώτες ημέρες των επεισοδίων του Οκτωβρίου προσφέρουν ορισμένες απαντήσεις, αναδεικνύοντας όμως και την πολυπλοκότητα του φαινομένου. Η βία που εκδηλώθηκε στο περιθώριο των κινητοποιήσεων για την ακρίβεια, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες συγκέντρωσε ανθρώπους με διαφορετική κοινωνική προέλευση, πολιτική συγκρότηση και προσωπικά κίνητρα. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποδυναμώνει τις ερμηνείες που επιχειρούν να αποδώσουν το σύνολο των ταραχών σε μία συγκεκριμένη κοινωνική ή ιδεολογική κατηγορία.
Παράλληλα, η εμφάνιση συγκρούσεων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υποδηλώνει ότι οι συνθήκες που ευνοούν τέτοιες εκρήξεις υπερβαίνουν τη γαλλική πραγματικότητα. Η Γαλλία διαθέτει, ωστόσο, ιδιαίτερα ιστορικά και θεσμικά χαρακτηριστικά, τα οποία βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται εκεί τόσο συχνά σε εκτεταμένη σύγκρουση με το κράτος.
Οι ταραχοποιοί δεν έχουν ενιαίο κοινωνικό προφίλ
Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου συγκέντρωσε, σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 διαδηλωτές σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ οι διοργανωτές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε 800.000. Η μεγάλη πλειονότητα συμμετείχε ειρηνικά, αλλά τα σοβαρά επεισόδια στο Παρίσι, στη Μασσαλία, στη Λυών και σε άλλες πόλεις κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση.
Οι πρώτες συλλήψεις και οι δικαστικές διαδικασίες αποκαλύπτουν μια αξιοσημείωτη ετερογένεια. Ανάμεσα στους κατηγορουμένους βρίσκονται φοιτητές, εργαζόμενοι, άνεργοι, άστεγοι, άνθρωποι με προηγούμενες καταδίκες, αλλά και πρόσωπα χωρίς ποινικό μητρώο. Ορισμένοι φαίνεται ότι είχαν προετοιμαστεί για συγκρούσεις, ενώ άλλοι κατηγορούνται για πράξεις που διαπράχθηκαν μέσα στη γενικευμένη αναταραχή.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος κοινωνιολογικός τύπος ταραχοποιού, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η συμμετοχή σε βίαιες ενέργειες προϋποθέτει ακραία φτώχεια, περιθωριοποίηση ή προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα.
Ακόμη και τα στοιχεία των συλλήψεων χρειάζονται προσεκτική αξιολόγηση. Οι συλληφθέντες δεν αποτελούν αναγκαστικά αντιπροσωπευτικό δείγμα όλων όσοι συμμετείχαν στις ταραχές. Οι πρώτες δικαστικές υποθέσεις αφορούν κυρίως περιστατικά για τα οποία υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η αναγνώριση και η σύλληψη οργανωμένων ομάδων μπορεί να αποδειχθούν δυσκολότερες. Η εικόνα που διαμορφώνεται επιτρέπει, πάντως, να διακρίνουμε διαφορετικές κατηγορίες δραστών, οι οποίες συνυπάρχουν χωρίς να έχουν απαραίτητα κοινή καθοδήγηση.
Από τους πολιτικούς εξτρεμιστές στους ευκαιριακούς εγκληματίες
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις οργανωμένες ομάδες που επιδιώκουν συνειδητά τη σύγκρουση με τις αστυνομικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τακτική του «Μαύρου Μπλοκ», κατά την οποία μασκοφόροι, συνήθως ντυμένοι στα μαύρα, κινούνται συγκροτημένα και επιτίθενται σε στόχους με πολιτικό ή οικονομικό συμβολισμό. Οι ομάδες αυτές συνδέονται ιστορικά με αναρχικά, αυτόνομα και αντικαπιταλιστικά δίκτυα, χωρίς να συγκροτούν μία ενιαία οργάνωση. Οι επιθέσεις σε τράπεζες, κρατικά κτίρια και αστυνομικούς έχουν συχνά σαφή ιδεολογική διάσταση. Η καταστροφή αντιμετωπίζεται από τους συμμετέχοντες ως μορφή αντιπαράθεσης με την κρατική εξουσία και το οικονομικό σύστημα.
Η ύπαρξη πολιτικού κινήτρου, ωστόσο, δεν αναιρεί τον εγκληματικό χαρακτήρα των πράξεων. Ο εμπρησμός, η επίθεση εναντίον αστυνομικών και η καταστροφή περιουσίας παραμένουν αξιόποινες συμπεριφορές, ανεξαρτήτως της ιδεολογίας που επικαλείται ο δράστης.
Διαφορετική είναι η περίπτωση των ευκαιριακών ταραχοποιών. Πρόκειται για άτομα που εκμεταλλεύονται τη συγκέντρωση μεγάλου πλήθους και την προσωρινή αδυναμία αποτελεσματικής αστυνόμευσης για να προχωρήσουν σε κλοπές και λεηλασίες. Η επιλογή καταστημάτων ηλεκτρονικών ειδών, αθλητικών υποδημάτων ή πολυτελών προϊόντων υποδηλώνει συχνά οικονομικό κίνητρο, καθώς τα συγκεκριμένα εμπορεύματα έχουν αξία μεταπώλησης. Εδώ η εγκληματολογία προσφέρει μια ιδιαίτερα χρήσιμη εξήγηση. Σύμφωνα με τη θεωρία των καθημερινών δραστηριοτήτων, η εγκληματική πράξη διευκολύνεται όταν συνυπάρχουν ένας πρόθυμος δράστης, ένας κατάλληλος στόχος και η απουσία αποτελεσματικής επιτήρησης. Οι μαζικές ταραχές δημιουργούν ακριβώς αυτή τη συγκυρία.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τους περιστασιακούς συμμετέχοντες, οι οποίοι ενδέχεται να παρασυρθούν από τη δυναμική του πλήθους, χωρίς να διαθέτουν συγκροτημένη πολιτική ταυτότητα ή προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά. Η επιρροή των συνομηλίκων, η αίσθηση ανωνυμίας και η προσωρινή υποχώρηση των συνηθισμένων κοινωνικών περιορισμών μπορούν να μεταβάλουν την ατομική συμπεριφορά. Η εγκληματική επιλογή αποκτά έτσι μια συλλογική διάσταση, χωρίς να παύει να αποτελεί προσωπική ευθύνη.
Η κοινωνική οργή και τα όρια της πολιτικής ερμηνείας
Μια τρίτη κατηγορία αφορά τους κοινωνικά αποξενωμένους νέους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τους κρατικούς θεσμούς με έντονη δυσπιστία. Η γαλλική εμπειρία των ταραχών του 2005 και του 2023 προσφέρει σημαντικό ερευνητικό υλικό, ιδιαίτερα ως προς τη σχέση της νεανικής παραβατικότητας με τις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, τις κοινωνικές ανισότητες και τις συγκρουσιακές σχέσεις με την αστυνομία.
Η απουσία συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι απουσιάζει και το κοινωνικό υπόβαθρο της βίας. Ένας νέος μπορεί να επιτίθεται σε ένα δημόσιο κτίριο χωρίς να επιδιώκει κάποια συγκεκριμένη πολιτική μεταρρύθμιση, εκφράζοντας μια γενικευμένη εχθρότητα απέναντι σε θεσμούς από τους οποίους αισθάνεται αποκλεισμένος.
Ωστόσο, η κοινωνική αποξένωση δεν οδηγεί αυτομάτως στην εγκληματικότητα. Η μεγάλη πλειονότητα όσων αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή ζουν σε υποβαθμισμένες περιοχές δεν συμμετέχει σε βίαιες ενέργειες. Οποιαδήποτε γενικευμένη σύνδεση της φτώχειας, της μεταναστευτικής καταγωγής ή της νεότητας με την παραβατικότητα θα ήταν επιστημονικά αβάσιμη.
Αντίστοιχα, θα ήταν προβληματικό να παρουσιάζεται κάθε πράξη βίας ως αυθεντική έκφραση κοινωνικής αδικίας. Μια τέτοια ερμηνεία παραγνωρίζει τόσο τα ιδιοτελή κίνητρα ορισμένων δραστών όσο και τις συνέπειες των καταστροφών για τους κατοίκους, τους εργαζομένους και τους μικροεπιχειρηματίες. Η ουσιαστική διάκριση βρίσκεται ανάμεσα στις κοινωνικές συνθήκες που δημιουργούν δυσαρέσκεια, στα προσωπικά κίνητρα των συμμετεχόντων και στις συγκεκριμένες πράξεις που τελούνται. Οι τρεις αυτές διαστάσεις μπορούν να συνδέονται, χωρίς όμως να ταυτίζονται.
Γιατί η Γαλλία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση
Η συχνότητα των γαλλικών κοινωνικών συγκρούσεων συνδέεται με την ιστορική παράδοση της χώρας, τον ισχυρό συγκεντρωτισμό και τον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού της συστήματος. Από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Μάη του 1968 έως τις μεγάλες συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις και τα Κίτρινα Γιλέκα, η εξωκοινοβουλευτική διαμαρτυρία διατηρεί κεντρική θέση στη γαλλική πολιτική κουλτούρα. Η μαζική κινητοποίηση θεωρείται από σημαντικό μέρος της κοινωνίας θεμιτός μηχανισμός άσκησης πολιτικής πίεσης, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αποδοχή της βίας.
Παράλληλα, η ισχυρή θέση της εκτελεστικής εξουσίας ευνοεί τη συγκέντρωση διαφορετικών κοινωνικών δυσαρεσκειών απέναντι στην κυβέρνηση και στον πρόεδρο. Ζητήματα που σε περισσότερο αποκεντρωμένα πολιτικά συστήματα θα αντιμετωπίζονταν από διαφορετικά επίπεδα διοίκησης αποκτούν στη Γαλλία ευρύτερη πολιτική σημασία.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η κοινωνική γεωγραφία των μεγάλων πόλεων. Ορισμένα υποβαθμισμένα προάστια συγκεντρώνουν υψηλότερη ανεργία, εκπαιδευτικές δυσκολίες και εντονότερη δυσπιστία απέναντι στις δημόσιες αρχές. Η κατάσταση αυτή μπορεί να ευνοεί την ανάπτυξη συγκρουσιακών σχέσεων, χωρίς να αποτελεί επαρκή εξήγηση για το σύνολο της βίας. Τα σημερινά επεισόδια, άλλωστε, δεν περιορίζονται στα προάστια. Οι καταστροφές σε κεντρικές εμπορικές περιοχές και η συμμετοχή δραστών με διαφορετική κοινωνική προέλευση υποδεικνύουν ένα περισσότερο σύνθετο φαινόμενο.
Η διάδοση της βίας και η ευρωπαϊκή διάσταση
Η εξάπλωση των επεισοδίων από πόλη σε πόλη αναδεικνύει τη σημασία της κοινωνικής μίμησης. Όταν οι εικόνες συγκρούσεων και λεηλασιών διαδίδονται μαζικά, μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά ανθρώπων που βρίσκονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, χωρίς να υπάρχει κοινή οργανωτική καθοδήγηση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία. Η καταγραφή μιας επίθεσης ή μιας λεηλασίας μπορεί να μετατραπεί σε μέσο κοινωνικής αναγνώρισης μέσα σε ορισμένες διαδικτυακές κοινότητες, προσφέροντας πρόσθετα κίνητρα για την αναπαραγωγή αντίστοιχων συμπεριφορών.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η μεταβολή της αντίληψης για την πιθανότητα τιμωρίας. Όταν εκατοντάδες άνθρωποι συμμετέχουν ταυτόχρονα σε παραβατικές ενέργειες, ο κίνδυνος άμεσης σύλληψης μπορεί να εμφανίζεται μικρότερος. Η προσωρινή αυτή αίσθηση ατιμωρησίας ευνοεί την εμπλοκή και ανθρώπων που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα προχωρούσαν σε αντίστοιχες πράξεις.
Η συγκεκριμένη δυναμική δεν αποτελεί γαλλική αποκλειστικότητα. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις στο Βέλγιο και στην Ιταλία, όπου επίσης καταγράφηκαν σοβαρά επεισόδια, αναδεικνύουν τη δυνατότητα εμφάνισης παρόμοιων μορφών βίας. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι διαμαρτυρίες για τη στεγαστική κρίση και το κόστος ζωής αποτυπώνουν ένα κοινό υπόβαθρο οικονομικής ανασφάλειας, χωρίς να παρουσιάζουν αναγκαστικά την ίδια ένταση συγκρούσεων. Η διάκριση έχει σημασία. Οι κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν τη δυσαρέσκεια υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά η μετατροπή της σε βία εξαρτάται από πρόσθετους παράγοντες: την παρουσία οργανωμένων συγκρουσιακών ομάδων, τη συμπεριφορά της αστυνομίας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και τη δυνατότητα πολιτικής διαμεσολάβησης.
Το πολιτικό πρόβλημα πίσω από τις ταραχές
Η γαλλική εμπειρία αναδεικνύει τελικά ένα σύνθετο πρόβλημα δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων και η αποτελεσματική προστασία της δημόσιας τάξης αποτελούν διαφορετικές αλλά εξίσου ουσιαστικές κρατικές λειτουργίες. Η υποτίμηση των κοινωνικών αιτίων μπορεί να επιτείνει τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Αντίστοιχα, η ανοχή απέναντι στη βία υπονομεύει την ασφάλεια των πολιτών και μπορεί να αποδυναμώσει την κοινωνική νομιμοποίηση των ίδιων των κινητοποιήσεων.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πολιτική εξιδανίκευση της καταστροφής ως δήθεν αναπόφευκτης μορφής κοινωνικής αντίδρασης. Η δημοκρατική διαμαρτυρία διαθέτει θεσμική και πολιτική νομιμοποίηση, αλλά η βίαιη επιβολή, η λεηλασία και ο εκφοβισμός δεν μπορούν να αποκτήσουν αντίστοιχη νομιμοποίηση επειδή εκδηλώνονται στο περιθώριο ενός κοινωνικού κινήματος. Το ίδιο ισχύει, από την αντίθετη πλευρά, για την απόδοση συλλογικής ευθύνης σε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες ή πολιτικούς χώρους χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Η καταπολέμηση της βίας προϋποθέτει ακριβή αναγνώριση των δραστών και των κινήτρων τους.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η σύγχρονη αστική βία μπορεί να αναπτύσσεται χωρίς ενιαία ιδεολογία, κοινή ηγεσία ή συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο. Πολιτικοί εξτρεμιστές, ευκαιριακοί εγκληματίες και περιστασιακοί παραβάτες μπορούν να συναντηθούν στην ίδια αναταραχή, αξιοποιώντας ο καθένας διαφορετικές δυνατότητες.
Η Γαλλία προσφέρει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνύπαρξης. Το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι μηχανισμοί που την καθιστούν δυνατή δεν περιορίζονται στα γαλλικά σύνορα. Η πρόκληση για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες είναι να αποτρέπουν τη μετατροπή της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε γενικευμένη αναταραχή, προστατεύοντας ταυτόχρονα την ελευθερία της διαμαρτυρίας και την ασφάλεια των πολιτών. Η αποτελεσματικότητα του κράτους δικαίου κρίνεται ακριβώς από την ικανότητά του να διατηρεί αυτή την ισορροπία, χωρίς να συγχέει την κοινωνική διαμαρτυρία με την εγκληματικότητα και χωρίς να επιτρέπει στην εγκληματικότητα να καλύπτεται πίσω από τη διαμαρτυρία.