Επτά χρόνια ΝΔ: Η πρόοδος και οι ανοιχτοί λογαριασμοί
Η επταετία Μητσοτάκη άλλαξε την οικονομική και διοικητική εικόνα της Ελλάδας. Τα μετρήσιμα αποτελέσματα, οι θεσμικές αδυναμίες και οι προκλήσεις της επόμενης περιόδου
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, ο απολογισμός της περιόδου 2019-2026 προσφέρει την ευκαιρία για μια συνολικότερη εξέταση της πορείας της χώρας. Η Ελλάδα του 2026 έχει αισθητές διαφορές από εκείνη του 2019, τόσο ως προς τα οικονομικά της δεδομένα όσο και ως προς τη λειτουργία του κράτους και τη διεθνή της παρουσία. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να επικαλεστεί συγκεκριμένα, μετρήσιμα αποτελέσματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μεταβολές έχουν ωφελήσει στον ίδιο βαθμό όλους τους πολίτες ή ότι αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά όλες οι χρόνιες παθογένειες.
Η αποτίμηση οφείλει, άλλωστε, να λάβει υπόψη τις συνθήκες μέσα στις οποίες ασκήθηκε η κυβερνητική πολιτική. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός και η γεωπολιτική αστάθεια διαμόρφωσαν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί πόροι προσέφεραν σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά τον βαθμό στον οποίο οι κυβερνητικές επιλογές αξιοποίησαν αυτές τις δυνατότητες, ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα της οικονομίας και δημιούργησαν προϋποθέσεις διατηρήσιμης ευημερίας.
Η οικονομική κανονικότητα και τα διαρθρωτικά της όρια
Η σημαντικότερη μεταβολή της επταετίας εντοπίζεται στα δημόσια οικονομικά και στην αποκατάσταση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η ενίσχυση των επενδύσεων και η δημοσιονομική σταθερότητα αποτυπώνουν μια ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ οι επενδύσεις, σύμφωνα με τον κυβερνητικό απολογισμό, υπερδιπλασιάστηκαν σε ονομαστικούς όρους από το 2019. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη σημαντικότερη είναι η διαπίστωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η Ελλάδα έχει απαλλαγεί από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που επί χρόνια περιόριζαν την αξιοπιστία της.
Η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί πλέον ένα ουσιαστικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας. Επιτρέπει ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης, δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια αντιμετώπισης κρίσεων και μειώνει τον κίνδυνο επιστροφής σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας. Πρόκειται για εξέλιξη που συνδέεται με τη συνεπή δημοσιονομική πολιτική, αλλά και με την ανάκαμψη του ονομαστικού ΑΕΠ, στην οποία συνέβαλε ο πληθωρισμός.
Παράλληλα, η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, οι παρεμβάσεις στη φορολογική διοίκηση και η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής έχουν βελτιώσει τη δυνατότητα του κράτους να εισπράττει έσοδα χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών.
Ωστόσο, η ανάπτυξη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικούς περιορισμούς. Η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο 54,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποκαλύπτει τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές. Η αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης έχει στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα, όμως η σταδιακή ολοκλήρωσή του καθιστά επιτακτική τη διεύρυνση των ιδιωτικών παραγωγικών επενδύσεων.
Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να ενισχύσει την εξωστρεφή παραγωγή, τη βιομηχανία, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε η ανάπτυξη να αποκτήσει ισχυρότερη αυτόνομη δυναμική.
Η απασχόληση, οι μισθοί και το κόστος ζωής
Από τις πιο σημαντικές κοινωνικές μεταβολές της επταετίας είναι η μείωση της ανεργίας από το 17,8% το 2019 στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026, σύμφωνα με τον κυβερνητικό απολογισμό. Η αύξηση της απασχόλησης, η μείωση της μακροχρόνιας ανεργίας και η ενίσχυση της συμμετοχής περισσότερων πολιτών στην παραγωγή έχουν πραγματική οικονομική και κοινωνική σημασία.
Παράλληλα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από 650 σε 920 ευρώ, ενώ πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας αποτελεί επίσης σημαντική θεσμική παρέμβαση, καθώς δημιουργεί δυνατότητες αποτελεσματικότερου ελέγχου του χρόνου απασχόλησης.
Εντούτοις, η αύξηση των ονομαστικών αποδοχών δεν έχει μετατραπεί σε αντίστοιχη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης για το σύνολο των εργαζομένων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι πραγματικοί μισθοί δεν είχαν ανακτήσει μέχρι το 2025 τα επίπεδα του 2019, παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών. Η ακρίβεια στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες περιόρισε σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα.
Ιδιαίτερα πιεστική παραμένει η στεγαστική κρίση. Το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 35,5% του εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, έναντι 19,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα προγράμματα «Σπίτι μου», οι επιδοτήσεις και τα κίνητρα ανακαίνισης προσφέρουν λύσεις σε χιλιάδες δικαιούχους, αλλά οι περιορισμοί στην προσφορά κατοικιών και η άνοδος των τιμών απαιτούν ευρύτερες παρεμβάσεις.
Η κυβέρνηση διαθέτει πλέον μεγαλύτερες δημοσιονομικές δυνατότητες κοινωνικής στήριξης. Η αποτελεσματικότερη αξιοποίησή τους προϋποθέτει στοχευμένες παρεμβάσεις, που θα προστατεύουν τα ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να υπονομεύουν τη δημοσιονομική αξιοπιστία. Η βελτίωση των πραγματικών εισοδημάτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να γίνει ευρύτερα αισθητό το οικονομικό αποτέλεσμα της επταετίας.
Ο εκσυγχρονισμός του κράτους και οι κοινωνικές υπηρεσίες
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών. Η λειτουργία του gov.gr, η επέκταση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών, η ψηφιακή συνταγογράφηση και η απλούστευση διοικητικών διαδικασιών έχουν περιορίσει τη γραφειοκρατία και διευκολύνει τις συναλλαγές με το Δημόσιο.
Η πρόοδος αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπου οι διοικητικές δυσλειτουργίες αποτελούσαν επί δεκαετίες εμπόδιο στην οικονομική δραστηριότητα και στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Η κυβέρνηση πέτυχε να επιταχύνει αλλαγές που παλαιότερα προχωρούσαν με πολύ βραδύτερους ρυθμούς.
Αντίστοιχα, στον τομέα της υγείας, ο κυβερνητικός απολογισμός καταγράφει διπλασιασμό της δημόσιας χρηματοδότησης, περισσότερους εργαζομένους, αναβάθμιση νοσοκομείων και διεύρυνση της προληπτικής ιατρικής. Το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», με εκατομμύρια εξετάσεις, αποτελεί συγκεκριμένη παρέμβαση που ενισχύει τη δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης σοβαρών ασθενειών.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 21,9% όσων χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία το 2024 δήλωσαν ότι δεν μπόρεσαν να καλύψουν αυτή την ανάγκη λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης. Η στελέχωση, η ισότιμη πρόσβαση και η αποτελεσματική οργάνωση των υπηρεσιών παραμένουν ζητήματα που απαιτούν συστηματική αντιμετώπιση.
Στην εκπαίδευση, οι διορισμοί, ο ψηφιακός εξοπλισμός και οι αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνθέτουν ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Η πραγματική αποτελεσματικότητά του, ωστόσο, θα κριθεί από τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και τη δυνατότητα των νέων να αποκτήσουν πρόσβαση σε ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Η επόμενη φάση του διοικητικού εκσυγχρονισμού χρειάζεται να επικεντρωθεί περισσότερο στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η ψηφιοποίηση δημιουργεί τις υποδομές, αλλά η συνολική αποτελεσματικότητα του κράτους εξαρτάται επίσης από την οργάνωση, τη στελέχωση και τη λογοδοσία.
Η γεωπολιτική ενίσχυση και η θεσμική λογοδοσία
Στην εξωτερική πολιτική και στην άμυνα, η επταετία χαρακτηρίζεται από πρωτοβουλίες που διεύρυναν τις στρατηγικές δυνατότητες της Ελλάδας. Οι συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία και την Αίγυπτο, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία και η ανάπτυξη περιφερειακών συνεργασιών ενίσχυσαν τη διεθνή παρουσία της χώρας.
Το εξοπλιστικό πρόγραμμα, με τα Rafale, την αναβάθμιση των F-16, τις φρεγάτες Belharra και την προγραμματισμένη απόκτηση F-35, δημιουργεί προϋποθέσεις ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας. Παράλληλα, η αναβάθμιση των ενεργειακών υποδομών και των διασυνδέσεων διευρύνει τον γεωοικονομικό ρόλο της Ελλάδας.
Η στρατηγική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η αποτελεσματικότητά της, βέβαια, εξαρτάται από τη συνέπεια στην υλοποίηση των συμφωνιών, τη συντήρηση των εξοπλισμών και τη διατήρηση δημοσιονομικά βιώσιμων αμυντικών δαπανών.
Αντίθετα, στο εσωτερικό θεσμικό πεδίο, η κυβερνητική θητεία παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις. Οι μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, η ψηφιοποίηση και ο νέος δικαστικός χάρτης δημιουργούν προϋποθέσεις επιτάχυνσης της απονομής της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ορισμένες από αυτές τις αλλαγές, καταγράφοντας συγχρόνως συνεχιζόμενες καθυστερήσεις και προβλήματα στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Η υπόθεση των παρακολουθήσεων και οι έρευνες για τις αγροτικές επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν αναδείξει την ανάγκη ισχυρότερων μηχανισμών ελέγχου, διαφάνειας και θεσμικής λογοδοσίας. Οι ευθύνες κάθε εμπλεκομένου πρέπει να κρίνονται από τα αρμόδια όργανα, με σεβασμό στις προβλεπόμενες διαδικασίες. Η πολιτική ευθύνη για την αποτελεσματική εποπτεία της διοίκησης αποτελεί, πάντως, αυτοτελές ζήτημα.
Ιδιαίτερα βαρύ αποτύπωμα άφησε και η τραγωδία των Τεμπών. Οι χρόνιες παθογένειες του σιδηροδρομικού συστήματος προϋπήρχαν του 2019, αλλά το δυστύχημα ανέδειξε σοβαρά κενά ασφάλειας και εποπτείας. Η ολοκλήρωση των αναγκαίων παρεμβάσεων και η πλήρης διαλεύκανση των ευθυνών αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.
Από την οικονομική ανάκαμψη στην ευρύτερη ευημερία
Η συνολική εικόνα της επταετίας περιλαμβάνει ουσιαστικές αλλαγές στην οικονομία, στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και στη διεθνή θέση της χώρας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα, το οποίο υποστηρίζεται από σημαντικούς οικονομικούς δείκτες και αναγνωρίζεται σε αρκετά επιμέρους πεδία από ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι αλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων, γεγονός που πρέπει να συνεκτιμάται. Η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της αναπτυξιακής δυναμικής δεν ήταν αυτονόητη, όπως άλλωστε επιβεβαιώνουν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Παράλληλα, η πρόοδος στα μακροοικονομικά μεγέθη έχει αυξήσει τις απαιτήσεις από την κυβερνητική πολιτική. Η κοινωνία προσδοκά πλέον ουσιαστικότερη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης, μεγαλύτερη πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, αποτελεσματικότερη υγεία και παιδεία και ισχυρότερη προστασία απέναντι στις διοικητικές δυσλειτουργίες.
Το δημογραφικό, με τη συνεχιζόμενη μείωση των γεννήσεων, προσθέτει έναν ακόμη μακροπρόθεσμο περιορισμό. Η αντιμετώπισή του απαιτεί συνδυασμό οικονομικής ασφάλειας, οικογενειακής πολιτικής, στεγαστικών λύσεων και δημιουργίας προοπτικών για τους νεότερους εργαζομένους.
Η μέχρι σήμερα κυβερνητική εμπειρία δείχνει ότι η πολιτική σταθερότητα, η δημοσιονομική συνέπεια και η μεταρρυθμιστική συνέχεια μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση βασικών οικονομικών και διοικητικών δεικτών. Η περαιτέρω πρόοδος προϋποθέτει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην κοινωνική πολιτική και ισχυρότερες εγγυήσεις θεσμικής αξιοπιστίας.
Το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι η αξιοποίηση των οικονομικών και διοικητικών δυνατοτήτων που έχουν δημιουργηθεί, ώστε τα οφέλη της ανάπτυξης να κατανέμονται ευρύτερα και να αποκτούν σταθερότερο αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Εκεί θα δοκιμαστεί η δυνατότητα της μεταρρυθμιστικής πολιτικής να μετατρέψει τις επιμέρους επιτυχίες σε διατηρήσιμη κοινωνική και οικονομική πρόοδο.