Από το Costa Navarino στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από το Europe Gulf Forum είναι ότι η Ελλάδα επιχειρεί να προσαρμοστεί στη νέα εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας

Από το Costa Navarino στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική
UNSPLASH

Το Europe Gulf Forum, οι νέες ισορροπίες ισχύος και η ελληνική φιλοδοξία να μετατραπεί σε γέφυρα Ευρώπης και αραβικού κόσμου

Το Europe Gulf Forum που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο στο Costa Navarino δεν αποτέλεσε μια ακόμη διεθνή διοργάνωση υψηλού επιπέδου με περιορισμένη πολιτική σημασία. Αντιθέτως, λειτούργησε ως αντανάκλαση των βαθύτερων μετασχηματισμών που συντελούνται σήμερα στο διεθνές σύστημα, αλλά και ως ένδειξη της προσπάθειας της Ελλάδας να αποκτήσει έναν περισσότερο ενεργητικό και διαμεσολαβητικό ρόλο στις σχέσεις Ευρώπης και αραβικού κόσμου. Η ίδια η σύνθεση των συμμετεχόντων έδειξε ότι η συνάντηση αντιμετωπίστηκε ως χώρος ουσιαστικού πολιτικού και γεωοικονομικού διαλόγου και όχι ως μια τυπική δημόσια εκδήλωση διεθνών σχέσεων.

Στο forum συμμετείχαν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ, υπουργοί και ανώτατοι αξιωματούχοι από χώρες του Κόλπου, καθώς και εκπρόσωποι διεθνών επενδυτικών και χρηματοοικονομικών οργανισμών. Η παρουσία τόσο ισχυρών πολιτικών και οικονομικών παραγόντων ανέδειξε ότι η συζήτηση αφορούσε κρίσιμα ζητήματα της νέας γεωπολιτικής και γεωοικονομικής πραγματικότητας, από την ενεργειακή ασφάλεια και τις εμπορικές διαδρομές μέχρι τις επενδύσεις, την τεχνολογία και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Το ουσιαστικότερο ίσως στοιχείο του forum ήταν ότι αποτύπωσε τη μετάβαση από την παλιά αντίληψη των σχέσεων Ευρώπης και Κόλπου σε ένα πολύ πιο σύνθετο και στρατηγικό πλαίσιο συνεργασίας. Για δεκαετίες, οι σχέσεις αυτές ορίζονταν κυρίως από την ενέργεια και τις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Σήμερα, όμως, οι χώρες του Κόλπου επιδιώκουν να μετατραπούν σε αυτόνομους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς πόλους, επενδύοντας στην τεχνητή νοημοσύνη, στις υποδομές, στις μεταφορές, στη ναυτιλία, στις νέες τεχνολογίες και στα παγκόσμια επενδυτικά δίκτυα. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ επιχειρούν να αποκτήσουν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ τη θέση του παραδοσιακού ενεργειακού προμηθευτή της Δύσης.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα εποχή γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση, η αστάθεια στην Ερυθρά Θάλασσα, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις αλυσίδες εφοδιασμού έχουν καταστήσει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται νέες στρατηγικές συνεργασίες και νέες διαδρομές ασφάλειας και συνδεσιμότητας. Το Europe Gulf Forum ήρθε να υπηρετήσει ακριβώς αυτή την ανάγκη δημιουργίας ενός πιο μόνιμου διαύλου επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο περιοχές.

Η θεωρία των διεθνών σχέσεων και η ελληνική στρατηγική της «διαμεσολαβητικής δύναμης»

Η σημασία του forum γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν αναλυθεί μέσα από τη θεωρία των διεθνών σχέσεων. Από φιλελεύθερη σκοπιά, η διοργάνωση αντανακλά την προσπάθεια δημιουργίας ενός πλέγματος αλληλεξάρτησης και πολυμερούς συνεργασίας. Η λογική αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι τα κράτη, ακόμη και μέσα σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, έχουν κίνητρο να οικοδομούν μηχανισμούς συνεννόησης που μειώνουν την αβεβαιότητα και ενισχύουν τη σταθερότητα. Η ενέργεια, οι επενδύσεις, οι υποδομές, οι θαλάσσιες μεταφορές και η τεχνολογία αποτελούν τομείς όπου Ευρώπη και χώρες του Κόλπου αντιλαμβάνονται ότι η συνεργασία παράγει αμοιβαία οφέλη.

Ωστόσο, η πραγματική γεωπολιτική βαρύτητα του Europe Gulf Forum αναδεικνύεται περισσότερο μέσα από τη νεορεαλιστική προσέγγιση. Το διεθνές σύστημα μετατρέπεται σταδιακά από μονοπολικό σε πολυκεντρικό. Η αμερικανική κυριαρχία παραμένει ισχυρή, αλλά δεν διαθέτει πλέον τον σχεδόν απόλυτο χαρακτήρα που είχε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Κίνα διευρύνει την επιρροή της, η Ρωσία συνεχίζει να λειτουργεί ως αναθεωρητική δύναμη, ενώ οι περιφερειακοί παίκτες αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων.

Οι χώρες του Κόλπου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής. Διατηρούν στενές σχέσεις ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ταυτόχρονα ενισχύουν τις οικονομικές και διπλωματικές τους σχέσεις με την Κίνα και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις. Επιδιώκουν να λειτουργούν με όρους στρατηγικής αυτονομίας και όχι αποκλειστικής εξάρτησης από τη Δύση. Το Europe Gulf Forum αποτύπωσε ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της μέσα από μια στρατηγική που στη θεωρία των διεθνών σχέσεων συνδέεται με τις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις». Τα κράτη αυτά, παρότι δεν διαθέτουν το μέγεθος των μεγάλων δυνάμεων, προσπαθούν να αυξήσουν την επιρροή τους μέσω της πολυμερούς διπλωματίας, της διαμεσολάβησης και της δημιουργίας δικτύων συνεργασίας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να έχει υιοθετήσει ακριβώς αυτή τη λογική. Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει επενδύσει συστηματικά στις τριμερείς συνεργασίες με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, στην ενίσχυση των σχέσεων με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, αλλά και στη δημιουργία νέων πολυμερών σχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Europe Gulf Forum εντάσσεται πλήρως σε αυτή τη στρατηγική φιλοσοφία.

Η Αθήνα επιδιώκει να παρουσιάσει τον εαυτό της ως χώρα που μπορεί να συνομιλεί αποτελεσματικά με διαφορετικά γεωπολιτικά κέντρα, αξιοποιώντας τη θέση της ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, αλλά και τη γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα προσπαθεί να μετατραπεί σε «γέφυρα συνδεσιμότητας» ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τις παγκόσμιες εμπορικές και ενεργειακές ροές.

Η γεωοικονομία, οι επενδύσεις και η νέα λογική της ισχύος

Το forum στο Costa Navarino ανέδειξε επίσης τη μετατόπιση της διεθνούς πολιτικής προς τη γεωοικονομία. Στον 21ο αιώνα, η ισχύς των κρατών δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική τους δύναμη, αλλά και από τη θέση τους μέσα στα διεθνή δίκτυα ενέργειας, μεταφορών, δεδομένων, επενδύσεων και τεχνολογίας. Τα λιμάνια, οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί αποκτούν τεράστια στρατηγική σημασία.

Η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή τη συγκυρία. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και η Αλεξανδρούπολη μετατρέπονται σταδιακά σε κρίσιμους κόμβους μεταφορών και ενέργειας, ενώ τα σχέδια ηλεκτρικής και ψηφιακής διασύνδεσης της Ευρώπης με τη Μέση Ανατολή ενισχύουν περαιτέρω τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως ασφαλής πύλη εισόδου αραβικών κεφαλαίων προς την Ευρώπη, προσελκύοντας επενδύσεις σε τουρισμό υψηλής ποιότητας, πράσινη ενέργεια, logistics, data centers και μεγάλες υποδομές.

Αυτή η στρατηγική συνδέεται με τη σύγχρονη έννοια της «δικτυακής ισχύος». Σε ένα διεθνές περιβάλλον που λειτουργεί ολοένα περισσότερο μέσω δικτύων, οι χώρες που αποτελούν κόμβους διασυνδέσεων αποκτούν δυσανάλογα μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με το μέγεθός τους. Η Ελλάδα επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει ακριβώς αυτό το πλεονέκτημα.

Παράλληλα, η εξωστρεφής πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει και σαφή εσωτερική διάσταση. Η διοργάνωση διεθνών forums και η παρουσία της Ελλάδας σε περιφερειακές πρωτοβουλίες λειτουργούν και ως μήνυμα ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της οικονομικής κρίσης και επιχειρεί να επανέλθει ως ενεργός και χρήσιμος παίκτης στις διεθνείς εξελίξεις. Η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται έτσι και σε εργαλείο ενίσχυσης της εικόνας πολιτικής σταθερότητας και διεθνούς αξιοπιστίας.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική συνοδεύεται και από προκλήσεις. Η Μέση Ανατολή παραμένει περιοχή εύθραυστων ισορροπιών και έντονων ανταγωνισμών, ενώ η Ελλάδα χρειάζεται να διατηρεί τη δυνατότητα να συνομιλεί με διαφορετικούς παίκτες χωρίς να εγκλωβίζεται σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις που υπερβαίνουν τα άμεσα συμφέροντά της. Η γεωπολιτική αναβάθμιση συνεπάγεται μεγαλύτερες ευθύνες, αλλά επιφυλάσσει και μεγαλύτερους κινδύνους.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από το Europe Gulf Forum είναι ότι η Ελλάδα επιχειρεί να προσαρμοστεί στη νέα εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας μέσα από μια στρατηγική πολυμερούς διπλωματίας, γεωοικονομικής διασύνδεσης και περιφερειακής εξωστρέφειας. Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από το στρατιωτικό ή οικονομικό μέγεθος, αλλά και από τη δυνατότητα σύνδεσης διαφορετικών περιοχών, συμφερόντων και δικτύων, η Αθήνα φιλοδοξεί να καταστεί ένας αναγκαίος και αξιόπιστος κόμβος του νέου διεθνούς συστήματος.