Anna Unfiltered: Τί πρός ἡμᾶς;*
Υπάρχει μια κοινή παραδοχή. Κάτι στο οποίο, συμφωνούμε άπαντες, ανεξάρτητα από φυλή, φύλο, θρησκεία, εκπαίδευση, πολιτική, κοινωνική, οικονομική ιδεολογία: η μέγιστη οδύνη σε αυτήν τη ζωή είναι να χάσεις το παιδί σου. Τελεία και παύλα. Δεν μπαίνω στον κόπο να προσθέσω οποιοδήποτε επιχείρημα, για το αυταπόδεικτο. Καμία φιοριτούρα, καμία πομπώδης λεξιλογική προσπάθεια. Ακόμα κι αν δεν είσαι γονιός, το αντιλαμβάνεσαι. Πολλώ δε μάλλον, αν είσαι.
Με δεδομένο το παραπάνω, δεν αναρωτιέμαι ούτε στο ελάχιστο, τι ήταν αυτό που όπλισε το χέρι του φονιά στην Κρήτη. Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη, έγραφε ο Νίκος Γκάτσος. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, βέβαια, όχι τόση παραφροσύνη, ώστε να τον οδηγήσει στην αυτοχειρία – κάτι που θα έλυνε τα προβλήματα όλων, κυρίως τα δικά του. Ολίγην παραφροσύνη. Τόση, ώστε να βρει το ψυχικό σθένος, να κοιτάξει στα μάτια τον Νικήτα Γεμιστό, ένα παιδί μόλις 21 ετών, και να τον πυροβολήσει από τα δυο μέτρα. Και εδώ ολοκληρώνεται η αναφορά μου στον (ούτως ή άλλως ανάξιο οιασδήποτε περεταίρω αναφοράς) φονιά.
Πάμε τώρα στα ουσιώδη. Πού ήταν η δικαιοσύνη; Πού ήταν η αστυνομία; Πού ήταν το (επιτελικό!) κράτος; Άκρα του τάφου σιωπή. Από τη στιγμή, που υπήρχαν κατά το πρόσφατο παρελθόν πάμπολλες απειλές και επιθέσεις κατά του Νικήτα, τι ακριβώς περίμεναν οι ταγοί των μηχανισμών ισχύος προκειμένου να επέμβουν; Όπως περίτρανα αποδείχτηκε σε αυτήν και σε παρόμοιες ή χειρότερες περιπτώσεις (βλ. Marfin, Μάνδρα, Μάτι, Daniel, Τέμπη) post factum nemo sapiens. Σε τούτη την Ψωροκώσταινα πρώτα κλέβουν τα γάιδαρο και μετά κλειδώνουν το στάβλο. Και αφού αυτό αποτελεί πάγια τακτική, αναγνώστη μου, γιατί μπαίνουμε καν στη διαδικασία να συνεδριάζουμε αενάως, να εκπονούμε πρωτόκολλα, να συγκροτούμε επιτροπές, να συντάσσουμε νόμους και εν γένει να αναπαράγουμε την ψευδαίσθηση κράτους; Τω όντι αχρείαστο! Ας γίνει το κακό και βλέπουμε. Ή αλλιώς πάμε κι όπου βγει.
Η εβδομάδα που πέρασε, προκάλεσε οδυρμό και κοπετό σε τόσες οικογένειες. Κι έβλεπα άναυδη τους ίδιους τους ηθικά υπαίτιους – αδιάφορο από ποιο κομματικό μετερίζι – να υπερασπίζονται στα εκράν των τηλεοράσεων, στις αντένες των ραδιοφώνων και στις στήλες των διαδικτυακών εφημερίδων τις πολιτικές τους, που όλα αυτά τα χρόνια έχουν εκσυγχρονίσει την Ελλάδα, την έχουν κάνει Ελλάδα 2.0 και προσεχώς Ελλάδα 3.0, υπόδειγμα διακυβέρνησης για την οικουμένη.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη άποψη που – δικαίως ίσως – θα μου πει, τι φταίει το κράτος, αν το 13χρονο παιδί στην Ηλεία σκοτώθηκε με το πατίνι; Τι φταίει το κράτος, αν το 20 μηνών βρέφος πνίγηκε στην Αίγινα; Αν έπνιξε με καλώδιο την 32χρονη σύζυγό του στους Αμπελόκηπους; Αν χτύπησε μέχρι θανάτου τον 17χρονο στις Σέρρες; Αν μαχαίρωσε τον 27χρονο γιο του Ταξίαρχου στον Άγιο Δημήτριο; Και πολλά ακόμα ‘’αν’’, που συνεπάγονται χαμένες ζωές. Το γαϊτανάκι του κυνισμού θα διακοπεί εδώ από μία και μόνη απάντηση: φταίει, γιατί δεν τους εκπαίδευσε. Μπορεί τα ως άνω ερωτήματα να είναι αρεστά στους πολλούς (κάτι τέτοια άλλωστε λένε μεταξύ τους στα καφενεία και οι δυνητικοί δράστες), αλλά η δημοφιλία είναι αδερφή του λαϊκισμού. Και αυτό το παιχνιδάκι, αν και το γνωρίζω πολύ καλά, δεν θα το παίξω. Το κράτος φταίει για τους πολίτες που έχει, γιατί αυτό έχει θρέψει χρόνια τώρα το τέρας.
Αν το 1844 ο Karl Marx έλεγε το περίφημο «η θρησκεία είναι το όπιο το λαού», τα σημερινά κράτη, ανεξαρτήτως χρώματος, λένε ότι «η αμορφωσιά είναι η αδυναμία του». Και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους να διατηρήσουν το status quo. Όσο πιο απαίδευτος ο λαός, τόσο πιο ευκολοδιαχείριστος. Βέβαια, κάπου θα ξεσπάσει κι αυτός, σωστά; Ε, ας ξεσπάσει! Από τη στιγμή, που δεν θα το κάνει στις κάλπες …τί πρός ἡμᾶς;
*«Λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει.» (Κατά Ματθαίον 27:4). Πρόκειται για τη στιγμή που ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, κυριευμένος από μεταμέλεια, επιστρέφει τα τριάκοντα αργύρια στους Αρχιερείς και τους Πρεσβυτέρους, ομολογώντας ότι πρόδωσε έναν αθώο. Η απάντηση των Αρχιερέων μεταφράζεται ως: «Τι μας νοιάζει εμάς; Δικό σου πρόβλημα». Η φράση αυτή έχει μείνει στην ιστορία ως η απόλυτη έκφραση κυνισμού και αδιαφορίας για τις συνέπειες μιας πράξης από εκείνους που την υποκίνησαν.