Άλλο το δημόσιο και άλλο το δωρεάν
Το δωρεάν είναι απλώς μια λέξη. Μια λέξη που ακούγεται ωραία σε συνεντεύξεις, τηλεοπτικά πάνελ και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Υπάρχει μια πολιτική ασθένεια στην Ελλάδα που επιβιώνει πεισματικά εδώ και δεκαετίες. Μια ασθένεια που ούτε η χρεοκοπία, ούτε τα μνημόνια, ούτε η δεκαπενταετής οικονομική περιπέτεια κατάφεραν να θεραπεύσουν. Είναι η βαθιά πεποίθηση ότι κάθε πρόβλημα λύνεται με μία λέξη: «δωρεάν».
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε έναν άτυπο διαγωνισμό πολιτικής πλειοδοσίας με αφορμή τις μετακινήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Δωρεάν μετακινήσεις για όλους, δωρεάν μετακινήσεις για πολλούς, δωρεάν μετακινήσεις για συγκεκριμένες ομάδες. Η μόνη λεπτομέρεια που λείπει από τη συζήτηση είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Αλλά αυτή είναι μια ενοχλητική λεπτομέρεια. Και στην ελληνική πολιτική, οι ενοχλητικές λεπτομέρειες συνήθως χαλάνε το αφήγημα.
Πρωταγωνιστές σε αυτή τη νέα παράσταση είναι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης. Δύο πολιτικοί αρχηγοί που προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, αλλά φαίνεται να συναντώνται στην ίδια παλιά και δοκιμασμένη συνταγή: υποσχέσου κάτι ευχάριστο, άφησε τη δύσκολη συζήτηση για αργότερα και ελπίζεις ότι κανείς δεν θα ρωτήσει πόσο κοστίζει.
Το παράδοξο είναι ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι θα έπρεπε να έχουν διδαχθεί περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον από την πρόσφατη ιστορία της χώρας.
Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε ο άνθρωπος που έχτισε την πολιτική του άνοδο πάνω σε υποσχέσεις οι οποίες τελικά συγκρούστηκαν μετωπικά με την πραγματικότητα όταν βρέθηκε στην εξουσία. Η περίφημη λογική ότι μπορείς να αγνοήσεις τους οικονομικούς περιορισμούς και να προσφέρεις τα πάντα σε όλους δοκιμάστηκε. Και απέτυχε.
Από την άλλη, ο Νίκος Ανδρουλάκης ηγείται ενός κόμματος που εξακολουθεί να κουβαλά την ιστορική κληρονομιά μιας εποχής κατά την οποία η πολιτική συχνά μετριόταν με το πόσα μπορούσε να μοιράσει το κράτος και όχι με το πόσα πραγματικά μπορούσε να αντέξει η οικονομία.
Κι όμως, δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της μεταπολίτευσης, μοιάζει σαν να μην μάθαμε τίποτα.
Διότι άλλο δημόσιο και άλλο δωρεάν.
Δημόσιες συγκοινωνίες σημαίνει περισσότερα λεωφορεία, καλύτερα δρομολόγια, νέοι συρμοί, σύγχρονες υποδομές, προσωπικό, συντήρηση και επενδύσεις. Σημαίνει ένα κράτος που εξασφαλίζει ότι ο πολίτης έχει πρόσβαση σε αξιόπιστες υπηρεσίες.
Το δωρεάν, αντίθετα, είναι απλώς μια λέξη. Μια λέξη που ακούγεται ωραία σε συνεντεύξεις, τηλεοπτικά πάνελ και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Μια λέξη που συχνά χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο πολιτικής σκέψης.
Γιατί τα λεωφορεία δεν κινούνται με συνθήματα. Οι οδηγοί δεν πληρώνονται με likes. Οι σταθμοί δεν συντηρούνται με hashtags. Και οι συγκοινωνιακοί οργανισμοί δεν χρηματοδοτούνται με ευχές.
Το ερώτημα λοιπόν παραμένει βασανιστικά απλό: πόσο κοστίζουν όλα αυτά που προτείνουν; Πόσα εκατομμύρια θα χαθούν από τα εισιτήρια; Από πού θα καλυφθεί το κενό; Ποιες άλλες δαπάνες θα περικοπούν; Ποιοι φόροι θα αυξηθούν; Ποια είναι η κοστολόγηση;
Μέχρι στιγμής, σιωπή.
Και αυτή η σιωπή είναι ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση.
Διότι η κοστολόγηση απαιτεί σοβαρότητα. Τα συνθήματα απαιτούν μόνο μικρόφωνο.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την πολιτική κουλτούρα των εύκολων υποσχέσεων. Πλήρωσε ακριβά την αντίληψη ότι η οικονομία είναι μια ενοχλητική λεπτομέρεια και ότι η πραγματικότητα μπορεί να προσαρμοστεί στις προεκλογικές ανάγκες της στιγμής. Θα περίμενε κανείς ότι μετά από δεκαπέντε χρόνια κρίσης, η πολιτική τάξη θα είχε αποκτήσει μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης.
Αντί γι’ αυτό, παρακολουθούμε μια ακόμη αναμέτρηση για το ποιος θα μοιράσει περισσότερα χρήματα που δεν εξηγεί από πού θα βρει.
Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι οι προτάσεις. Είναι ότι εξακολουθούν να πιστεύουν πως οι πολίτες θα εντυπωσιαστούν από αυτές.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι όσοι συνεχίζουν να πουλάνε το παραμύθι του «δωρεάν». Ίσως να είναι ότι ένα μέρος του πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβη ποτέ η χρεοκοπία.
Και αυτό είναι πολύ ακριβότερο από οποιοδήποτε εισιτήριο λεωφορείου.