Αντιπολίτευση του «τζάμπα», πολιτική χωρίς λογαριασμό

Αντιπολίτευση του «τζάμπα», πολιτική χωρίς λογαριασμό

Ο αντιπολιτευτικός ανταγωνισμός για τις δωρεάν μετακινήσεις μεταξύ Τσίπρα και Ανδρουλάκη, αποκαλύπτει μια βαθύτερη κρίση πολιτικής σοβαρότητας

 

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και του Αλέξη Τσίπρα γύρω από τις αστικές συγκοινωνίες παρουσιάστηκαν ως μέτρα κοινωνικής ευαισθησίας και ανακούφισης των πολιτών από το αυξανόμενο κόστος ζωής. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πρότεινε δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους νέους έως 24 ετών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Λίγες ώρες αργότερα, ο πρώην πρωθυπουργός και επικεφαλής του νέου πολιτικού εγχειρήματος που διαμορφώνει στον χώρο της Κεντροαριστεράς προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους κατοίκους των δύο πόλεων, με εξαίρεση τους τουρίστες. Αξίζει τον κόπο τέτοιες πρόδηλα ακοστολόγητες προτάσεις, να αντιμετωπιστούν όσο πιο σοβαρά γίνεται, μέσα στην εμφανή προχειρότητά τους.

Η χρονική εγγύτητα των δύο ανακοινώσεων προσέδωσε στη συζήτηση χαρακτηριστικά πολιτικής πλειοδοσίας. Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι ότι επανέφερε στο προσκήνιο μια παλιά ελληνική συνήθεια, σύμφωνα με την οποία η ποιότητα μιας πολιτικής πρότασης κρίνεται από το πόσο ευχάριστη ακούγεται και όχι από το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί με συνέπεια, αποτελεσματικότητα και δημοσιονομική υπευθυνότητα.

Οι συγκοινωνίες αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους πυλώνες της λειτουργίας μιας σύγχρονης μητρόπολης. Η συζήτηση γύρω από αυτές αξίζει πολύ μεγαλύτερο βάθος από αυτό που επιτρέπει το σύνθημα της δωρεάν μετακίνησης.

Το πραγματικό πρόβλημα των δημόσιων συγκοινωνιών

Όποιος χρησιμοποιεί καθημερινά τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη γνωρίζει ότι το βασικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ύψος του εισιτηρίου. Οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με μεγάλες αναμονές σε λεωφορειακές γραμμές, με οχήματα που συχνά λειτουργούν στα όρια της πληρότητάς τους, με ελλείψεις προσωπικού, με προβλήματα συντήρησης και με ένα δίκτυο που δυσκολεύεται να ακολουθήσει τις ανάγκες μιας πόλης η οποία εξακολουθεί να αναπτύσσεται.

Η εμπειρία του επιβάτη καθορίζεται πρωτίστως από τη συχνότητα των δρομολογίων, από την αξιοπιστία του συστήματος, από την αίσθηση ασφάλειας και από τον χρόνο που απαιτείται για να φτάσει στον προορισμό του. Όταν ένας εργαζόμενος περιμένει είκοσι ή τριάντα λεπτά σε μια στάση, η διαφορά μεταξύ ενός δωρεάν εισιτηρίου και ενός εισιτηρίου χαμηλού κόστους έχει μικρότερη σημασία από την ύπαρξη ενός δεύτερου λεωφορείου που θα μείωνε τον χρόνο αναμονής στο μισό.

Η δημόσια πολιτική οφείλει να ιεραρχεί τις ανάγκες. Εάν ένα κράτος διαθέτει περιορισμένους πόρους, καλείται να αποφασίσει αν αυτοί θα κατευθυνθούν προς την αύξηση της ποιότητας της υπηρεσίας ή προς την κατάργηση του αντιτίμου χρήσης. Η επιλογή της δεύτερης κατεύθυνσης προϋποθέτει ισχυρή τεκμηρίωση ότι το κοινωνικό όφελος θα υπερβεί το κόστος. Μέχρι στιγμής τέτοια τεκμηρίωση δεν έχει παρουσιαστεί.

Η οικονομική πραγματικότητα πίσω από το σύνθημα του τζάμπα

Οι αστικές συγκοινωνίες στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη με σημαντική κρατική επιδότηση. Τα έσοδα από τα εισιτήρια καλύπτουν μόνο μέρος του συνολικού λειτουργικού κόστους, ενώ το υπόλοιπο προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό σημαίνει ότι η δωρεάν μετακίνηση δεν καταργεί κάποιο κόστος. Μεταφέρει το κόστος από τον επιβάτη στον φορολογούμενο. Πρόκειται για μια απολύτως θεμιτή επιλογή πολιτικής, εφόσον προηγηθεί δημόσια συζήτηση γύρω από τη χρηματοδότησή της. Η συζήτηση αυτή απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά.

Πόσα έσοδα θα χαθούν από την εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων; Ποιες πηγές χρηματοδότησης θα τα αντικαταστήσουν; Θα απαιτηθεί αύξηση φορολογίας; Θα μειωθούν δαπάνες από άλλους τομείς; Θα αυξηθεί το δημόσιο έλλειμμα;

Τα ερωτήματα αυτά δεν αποτελούν τεχνικές λεπτομέρειες που τις θέτουν κάποιοι τεχνοκράτες. Βρίσκονται στον πυρήνα κάθε σοβαρής δημόσιας πολιτικής. Όταν παραμένουν αναπάντητα, η πολιτική πρόταση μετατρέπεται σε φτηνή παροχολογία.

Η ελληνική κοινωνία διαθέτει επώδυνη εμπειρία από περιόδους κατά τις οποίες οι πολιτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν τη δημοσιονομική πραγματικότητα ως δευτερεύον ζήτημα. Η εμπειρία αυτή θα έπρεπε να έχει ενισχύσει τα αντανακλαστικά σοβαρότητας ολόκληρου του πολιτικού συστήματος.

Οι αντιφάσεις των δύο προτάσεων

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δημιουργεί μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με τα κριτήρια επιλογής των δικαιούχων. Η ηλικία των 24 ετών εμφανίζεται ως ένα αυθαίρετο όριο, το οποίο δύσκολα συνδέεται με πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Ένας νέος 24 ετών που προέρχεται από εύπορο περιβάλλον αποκτά προνόμιο που δεν θα διαθέτει ένας εργαζόμενος 26 ετών με χαμηλό μισθό και αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις.

Η λογική των οριζόντιων παροχών προς ηλικιακές κατηγορίες συχνά δημιουργεί περισσότερα ζητήματα δικαιοσύνης από όσα επιλύει. Όταν ο στόχος είναι η στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων, τα εισοδηματικά ή κοινωνικά κριτήρια παρέχουν μεγαλύτερη ακρίβεια και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζει ακόμη πιο σύνθετα προβλήματα. Η διάκριση μεταξύ κατοίκων και τουριστών ακούγεται εύλογη σε επίπεδο πολιτικού συνθήματος, ωστόσο εγείρει σοβαρά τεχνικά ζητήματα. Η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος απαιτεί μηχανισμούς πιστοποίησης, ελέγχου και διαχείρισης εξαιρέσεων.

Ποιος θεωρείται κάτοικος; Ο εργαζόμενος που ζει προσωρινά στην Αθήνα; Ο φοιτητής από άλλη πόλη; Ο Ευρωπαίος πολίτης που εργάζεται στην Ελλάδα; Ο ομογενής που διαμένει μεγάλο μέρος του χρόνου στη χώρα; Κάθε απάντηση δημιουργεί νέα ερωτήματα και νέα διοικητικά βάρη που καλούνται να επιλυθούν με περισσότερη γραφειοκρατία, που κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει.

Η εμπειρία μας έχει δείξει ότι τα απλά πολιτικά συνθήματα συχνά κρύβουν πολύπλοκους μηχανισμούς εφαρμογής. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στο σύνθημα και στην πρακτική υλοποίηση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος αποτυχίας. Και αυτό στην Ελλάδα το ζήσαμε και το πληρώσαμε πολύ ακριβά

Η ευρωπαϊκή εμπειρία και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες

Οι υποστηρικτές της δωρεάν μετακίνησης επικαλούνται συχνά παραδείγματα από την Ευρώπη. Η αναφορά σε πόλεις ή χώρες όπου εφαρμόζονται αντίστοιχα μοντέλα περιέχει πραγματικά στοιχεία, τα οποία όμως παρουσιάζονται συχνά αποσπασματικά.

Κάθε συγκοινωνιακό σύστημα λειτουργεί μέσα σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό, θεσμικό και δημογραφικό περιβάλλον. Οι πηγές χρηματοδότησης, η πυκνότητα του δικτύου, το επίπεδο φορολογίας, οι συνήθειες μετακίνησης και οι δυνατότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Η μεταφορά μιας πολιτικής από ένα περιβάλλον σε ένα άλλο απαιτεί προσεκτική προσαρμογή. Η επίκληση ξένων παραδειγμάτων έχει αξία όταν συνοδεύεται από ανάλυση των προϋποθέσεων που κατέστησαν δυνατή την εφαρμογή τους.

Στην ελληνική περίπτωση, η προτεραιότητα θα μπορούσε να αφορά τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, την ανανέωση του στόλου, την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και τη μείωση των χρόνων αναμονής. Οι παρεμβάσεις αυτές παράγουν άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα για εκατομμύρια επιβάτες.

Η συζήτηση γύρω από το εισιτήριο αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο για το μέλλον των αστικών συγκοινωνιών. Όταν αποσπάται από αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό εργαλείο.

Η επιστροφή μιας παλιάς, ξεπερασμένης πολιτικής κουλτούρας

Η σημαντικότερη διάσταση της υπόθεσης βρίσκεται τελικά πέρα από τις ίδιες τις συγκοινωνίες. Οι συγκεκριμένες προτάσεις φωτίζουν μια ευρύτερη τάση του πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με την οποία η αντιπολίτευση αναζητά εύκολη απήχηση μέσα από ολοένα πιο γενναιόδωρες εξαγγελίες.

Η ποιότητα μιας δημοκρατίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του ανταγωνισμού μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Όταν ο ανταγωνισμός επικεντρώνεται στην παραγωγή τεκμηριωμένων προτάσεων, οι πολίτες ωφελούνται. Όταν μετατρέπεται σε διαγωνισμό υποσχέσεων, η δημόσια συζήτηση χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια αντιπολίτευση που θα ασκεί πίεση στην κυβέρνηση για καλύτερες υπηρεσίες, για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και για πιο αποδοτική χρήση των δημόσιων πόρων, από προτάσεις που θα ξεκινούν από τη διάγνωση των προβλημάτων και θα καταλήγουν σε εφαρμόσιμες λύσεις, από πολιτικές δυνάμεις που θα αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως ώριμους συνομιλητές και όχι ως ένα κοινό στο οποίο αρκεί η διατύπωση ενός ευχάριστου συνθήματος.

Η συζήτηση για τις συγκοινωνίες προσφέρει μια χρήσιμη ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά κρίσιμο ερώτημα. Ποιος είναι ο σκοπός της πολιτικής; Η παραγωγή ψεύτικων προσδοκιών ή η επίλυση προβλημάτων; Η απάντηση σε αυτό το αμείλικτο ερώτημα καθορίζει τελικά όχι μόνο την ποιότητα των συγκοινωνιών, αλλά και την ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας.