Τα βυζαντινά τείχη σε μία πόλη που ανασαίνει επί αιώνες
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Χρόνος
Δεν παίρνει πολύ χρόνο να ανηφορίσεις στην Άνω Πόλη και να συναντήσεις τα Τείχη της Θεσσαλονίκης. Ριζωμένα στο dna της πόλης, τα τμήματα αυτού του βυζαντινό – οθωμανικού οχυρωματικού έργου, που σώζονται σήμερα σε μήκος 4,5 χλμ., είναι κάτι παραπάνω από ένα τουριστικό αξιοθέατο «του κουτιού».

Τα Τείχη της Θεσσαλονίκης δεν είναι μουσειακό έκθεμα. Είναι η ίδια η πόλη που ζει και ξαναζεί ιστορίες: ιστορίες Βυζαντινών και Οθωμανών που μοιράστηκαν τις ίδιες αγωνίες (αν και από διαφορετική πλευρά), ιστορίες Ελλήνων, Τούρκων, Εβραίων, ιστορίες προσφύγων που μετά το 1922 ήρθαν και «ακούμπησαν» τα πρόχειρα, αβέβαια καταλύματά τους στα ασάλευτα επί αιώνες Βυζαντινά Τείχη.

Θρησκείες, γλώσσες και εθνότητες άφησαν το ίχνος τους στους πολυάριθμους πύργους και τις πύλες των Τειχών, που δομήθηκαν από επαναλαμβανόμενες σειρές τούβλων και πετρωμάτων διακοσμημένες με χριστιανικά (σταυρούς) και αρχαιοελληνικά σύμβολα (απεικονίσεις του Ήλιου, ρόμβους), αλλά και πολλά επάλληλα πλίνθινα τόξα.

Όμως, αν και κατεξοχήν ιστορικό, το μνημείο εξακολουθεί να δεσπόζει στο τοπίο της σύγχρονης πόλης, αναπνέοντας την καθημερινότητά της και ζώντας στον αστικό της πυρήνα. Κανένα άλλο σημείο της δεν αποτυπώνει αυτή τη διαχρονικότητα τόσο έντονα όσο τα Βυζαντινά Τείχη, αλλά και τα προσφυγικά σπίτια που στέκονται κολλητά πάνω τους.
Το Τείχος — από αμυντικό οχυρωματικό έργο — μετατράπηκε σε κατώφλι φιλοξενίας, σε σημείο μετάβασης από την αβεβαιότητα στη στέγη.
Τα Καστρόπληκτα
Η περιοχή της Άνω Πόλης αποτελεί μία από τις βασικές περιοχές της Θεσσαλονίκης όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Αυτά τα σπίτια των προσφύγων, τα λεγόμενα «Καστρόπληκτα», επί των Τειχών και κατά μήκος της οδού Επταπυργίου, έχουν πλέον ιστορική αξία καθώς αποτελούν ζωντανά παραδείγματα αυτοστέγασης προσφύγων και έχουν ταυτιστεί με την ταυτότητα, τις μνήμες και τη φυσιογνωμία της περιοχής.

Οι άνθρωποι αυτοί αξιοποίησαν τμήματα του βυζαντινο – οθωμανικού τείχους για να στεγαστούν, να χτίσουν το σπίτι τους, να στήσουν τη νέα τους ζωή, «ακουμπώντας» στο ιστορικό μνημείο, δίνοντάς του πρόσθετη ιστορικότητα. Έτσι, το Τείχος — από αμυντικό οχυρωματικό έργο — μετατράπηκε σε κατώφλι φιλοξενίας, σε σημείο μετάβασης από την αβεβαιότητα στη στέγη.
Το 1997, όταν η Θεσσαλονίκη ανακηρύχθηκε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, προβλέφθηκε ένα σημαντικό κονδύλι για την αποζημίωση των κατοίκων τους και την κατεδάφιση των Καστρόπληκτων, προκειμένου να δημιουργηθεί ζώνη πρασίνου για την ανάδειξη των Τειχών. Οι εργασίες τελικά ξεκίνησαν μετά το 2010, κατόπιν πολλών αντιδράσεων που υπογράμμιζαν ότι δεν μπορεί μια ιστορική περίοδος της Θεσσαλονίκης να καταστρέφει την άλλη, δεν μπορεί η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη να… σβήνει την προσφυγική Θεσσαλονίκη.

Έτσι, παρά τις προσπάθειες των αρχών να κατεδαφίσουν τα Καστρόπληκτα, αποφασίστηκε να διατηρηθούν ορισμένα. Κάποια μάλιστα έχουν σήμερα μετατραπεί σε χώρους στέγασης για νέους μετανάστες και πρόσφυγες από την Ασία και την Αφρική. Η ιστορία, λοιπόν, φαίνεται να επαναλαμβάνεται, καθώς οι τειχισμένες αυλές της Άνω Πόλης με τα γεράνια και τις γάτες εξακολουθούν να λειτουργούν ως καταφύγια ανθρώπων που αναζητούν ασφάλεια, σε μια Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί αέναα να στεγάζει ιστορίες.
Η Θεσσαλονίκη, μέσα από τα Τείχη, τους πύργους και τα Καστρόπληκτα, τους χώρους πρασίνου που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύει πως είναι μια πόλη που δεν σταματά να μεταμορφώνεται αλλά και να ενσωματώνει στη σύγχρονη καθημερινότητα τα ιστορικά της μνημεία.

Στην Άνω Πόλη, το βυζαντινό παρελθόν αγκαλιάζει την προσφυγική και μεταναστευτική εμπειρία, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό μνήμης και συνέχειας και αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος σε αυτή την πόλη δεν διαχωρίζει, αλλά ενώνει.