Η επιστήμη απαντά γιατί μετά τα 60 ο χαρακτήρας αλλάζει
Νέα έρευνα δείχνει ότι η συναισθηματική εξέλιξη συνεχίζεται δυναμικά και στην τρίτη ηλικία, αρκεί να υπάρχει κίνητρο και ενεργή συμμετοχή
Για δεκαετίες, η αντίληψη ότι ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου «παγιώνεται» με την ενηλικίωση αποτελούσε σχεδόν αξίωμα. Η λαϊκή ρήση ότι «ο άνθρωπος δεν αλλάζει» έχει επηρεάσει όχι μόνο τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας αλλά και το πώς αντιμετωπίζουμε τη γήρανση.
Ωστόσο, σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα έρχονται να ανατρέψουν αυτή την πεποίθηση, αναδεικνύοντας μια πολύ πιο δυναμική εικόνα της ανθρώπινης εξέλιξης.
Νέα ψυχολογική μελέτη από ερευνητικές ομάδες στη Γερμανία και την Ελβετία αποδεικνύει ότι ακόμη και μετά τα 60, οι άνθρωποι μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους και ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προκλήσεις.
Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκαν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, δηλαδή η ικανότητα αναγνώρισης, έκφρασης και ρύθμισης των συναισθημάτων, καθώς και η αποτελεσματική διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων. Οι δεξιότητες αυτές συνδέονται άμεσα με βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η συναισθηματική σταθερότητα και η εξωστρέφεια, τα οποία επηρεάζουν τον τρόπο που τα άτομα λειτουργούν στην καθημερινότητά τους.
Για τις ανάγκες της έρευνας σχεδιάστηκε ένα οργανωμένο πρόγραμμα οκτώ εβδομάδων, στο οποίο συμμετείχαν 165 άτομα διαφορετικών ηλικιών, μεταξύ των οποίων και άνθρωποι από 60 έως 80 ετών. Μέσα από εβδομαδιαίες συνεδρίες και πρακτικές ασκήσεις, οι συμμετέχοντες εκπαιδεύτηκαν σε τεχνικές διαχείρισης άγχους και κοινωνικών δυσκολιών, ενώ η πρόοδός τους καταγράφηκε πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η παρακολούθηση συνεχίστηκε για έναν ολόκληρο χρόνο, προκειμένου να αποτυπωθεί και η διάρκεια των αλλαγών.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν μια εικόνα που αιφνιδίασε ακόμη και τους ίδιους τους ερευνητές. Οι μεταβολές στη συμπεριφορά και στα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ήταν σχεδόν ίδιες τόσο στους νεότερους όσο και στους μεγαλύτερους συμμετέχοντες. Με άλλα λόγια, η ηλικία δεν φάνηκε να αποτελεί εμπόδιο στην εξέλιξη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη συναισθηματική και κοινωνική προσαρμογή.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης σχετίζεται με τον ρόλο του κινήτρου. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες παρουσίασαν ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα δέσμευσης στις ασκήσεις και μεγαλύτερη εμβάθυνση στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Αυτή η αυξημένη συμμετοχή φαίνεται ότι αντιστάθμισε τις όποιες δυσκολίες μάθησης συνδέονται με την ηλικία, επιτρέποντας ουσιαστικές αλλαγές σε συμπεριφορικό επίπεδο.
Η σημασία των ευρημάτων ξεπερνά το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Σε μια περίοδο όπου ο παγκόσμιος πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς, η αναγνώριση ότι η προσωπική ανάπτυξη δεν σταματά σε μια συγκεκριμένη ηλικία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η δυνατότητα αλλαγής και προσαρμογής φαίνεται να παραμένει ενεργή σε όλη τη διάρκεια της ζωής, αρκεί να υπάρχουν τα κατάλληλα ερεθίσματα και η διάθεση για συμμετοχή.
Η μελέτη επανατοποθετεί τη συζήτηση γύρω από τη γήρανση, μετατοπίζοντας την από την έννοια της στασιμότητας σε εκείνη της εξέλιξης. Αντί για μια περίοδο σταδιακής φθοράς, η τρίτη ηλικία αναδεικνύεται ως ένα στάδιο με προοπτικές ανάπτυξης, επιβεβαιώνοντας ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα παραμένει πιο ευέλικτη απ’ όσο πιστεύαμε.