Ράσα, Likes και TikTok: Οι Έλληνες ιερείς που έγιναν influencers (VIDEO)
Από την Αγία Τράπεζα στα... «For You» - Οι «δέκα εντολές» για τους influencers κληρικούς από την Ιερά Σύνοδο
Από τα βίντεο με χιούμορ και τις viral ψαλμωδίες μέχρι τις συζητήσεις για την πίστη, την ψυχολογία και την καθημερινότητα, οι κληρικοί αναζητούν τη θέση τους στα social media ως influencers. Η Ιερά Σύνοδος θέτει το ζήτημα των ορίων, σε μια εποχή που ακόμη και η θρησκευτική επικοινωνία περνά μέσα από την οθόνη.
Ένας ιερέας που μιλά για την πίστη σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων, ένας άλλος που καταγράφει μοναστήρια και χωριά με drone, ένας τρίτος που συνδυάζει βυζαντινούς ύμνους με ηλεκτρικές κιθάρες και ηλεκτρονικούς ήχους. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας λογαριασμός στο TikTok που μπορεί να φέρει έναν ιερέα μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, ακόμη και αν οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν περάσει ποτέ το κατώφλι της ενορίας του!
Η Εκκλησία δεν βρίσκεται έξω από αυτή τη νέα πραγματικότητα. Αντίθετα, όπως συμβαίνει με τη μουσική, την ενημέρωση, την πολιτική και την ψυχαγωγία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αρχίσει να επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνείται η θρησκεία. Η πίστη αποκτά ψηφιακή παρουσία, οι κληρικοί γίνονται αναγνωρίσιμα πρόσωπα και το μήνυμα της Εκκλησίας διεκδικεί χώρο σε ένα περιβάλλον όπου η προσοχή του κοινού διαρκεί συχνά μόλις λίγα δευτερόλεπτα.
Δεν είναι, άλλωστε, απαραίτητο κάποιος να αναζητήσει μια θεολογική συζήτηση για να συναντήσει έναν ιερέα στο διαδίκτυο. Μπορεί να τον ανακαλύψει μέσα από ένα χιουμοριστικό βίντεο, μια προσωπική εξομολόγηση για τις δυσκολίες της ζωής, μια εντυπωσιακή εικόνα από ένα μοναστήρι ή ένα απόσπασμα από μια συζήτηση με νέους ανθρώπους.
Αυτό ακριβώς κάνει το φαινόμενο ενδιαφέρον: οι κληρικοί δεν χρησιμοποιούν όλοι τα social media με τον ίδιο τρόπο ούτε απευθύνονται στο ίδιο κοινό. Άλλοι επιχειρούν να εξηγήσουν την Ορθοδοξία με σύγχρονη γλώσσα, άλλοι αξιοποιούν την εικόνα και τη μουσική, ενώ ορισμένοι έχουν αποκτήσει απήχηση που ξεπερνά τα όρια της θρησκευτικής κοινότητας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πόσοι ιερείς έχουν λογαριασμό στο Instagram ή στο TikTok. Είναι τι συμβαίνει όταν μια ιδιότητα που συνδέεται παραδοσιακά με την πνευματική καθοδήγηση, την ενοριακή ζωή και τη φυσική συνάντηση περνά σε μια πλατφόρμα που επιβραβεύει τη συχνή δημοσίευση, την αναγνωρισιμότητα και τη διαρκή διεκδίκηση της προσοχής.
Πώς η Εκκλησία μπαίνει στην καθημερινότητα της Gen Z
Για να καταλάβουμε γιατί το ζήτημα έχει αποκτήσει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργούν τα social media ως χώρος επικοινωνίας. Οι πλατφόρμες δεν περιορίζονται στη μετάδοση πληροφοριών. Δημιουργούν οικειότητα με πρόσωπα που το κοινό μπορεί να παρακολουθεί καθημερινά, να σχολιάζει και να αισθάνεται ότι γνωρίζει προσωπικά.
Αυτή η λογική έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί, οι καλλιτέχνες και οι επιστήμονες. Οι ιερείς δεν αποτελούν εξαίρεση. Ένα σύντομο βίντεο μπορεί να φέρει μια θρησκευτική ιδέα σε κάποιον που δεν θα αναζητούσε ποτέ μια θεολογική διάλεξη, ενώ ένα προσωπικό μήνυμα για το άγχος, την απώλεια ή τις σχέσεις μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για μια πρώτη επαφή με τον εκκλησιαστικό λόγο.
Για τους νεότερους χρήστες, η ανακάλυψη τέτοιου περιεχομένου δεν προϋποθέτει απαραίτητα θρησκευτικό ενδιαφέρον. Μπορεί να συμβεί τυχαία, ανάμεσα σε βίντεο μουσικής, χιούμορ και καθημερινών ιστοριών. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να συναντήσει ανθρώπους σε ένα περιβάλλον που ήδη χρησιμοποιούν.
Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη πλευρά. Όταν ο αλγόριθμος επιβραβεύει το περιεχόμενο που προκαλεί έντονες αντιδράσεις, η απλοποίηση σύνθετων ζητημάτων ή η αντιπαράθεση μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη απήχηση από μια προσεκτική, ισορροπημένη εξήγηση. Ένας κληρικός μπορεί να αισθανθεί την πίεση να δημοσιεύει συχνότερα, να απαντά σε κάθε σχόλιο ή να μετατρέπει κάθε θέμα σε σύντομο βίντεο.
Η διαφορά ανάμεσα στην επικοινωνία και την αυτοπροβολή δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί. Η μεγάλη απήχηση δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ένας ιερέας επιδιώκει τη δημοσιότητα, όπως και η χρήση σύγχρονων τεχνικών παραγωγής βίντεο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αλλοιώνεται το μήνυμά του.
Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο στόχος της παρουσίας του, ποια είναι η σχέση του με την κοινότητα που εκπροσωπεί και κατά πόσο η ψηφιακή επικοινωνία δημιουργεί πραγματικές σχέσεις αντί να εξαντλείται στη συλλογή προβολών.
Το TheOpinion περιηγήθηκε στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου αναζητώντας τους πιο δημοφιλείς παπάδες Influencers:
π. Λίβυος: Όταν η Ορθοδοξία συναντά την ψυχολογία και την αυτογνωσία
Ο πατέρας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, γνωστός ως π. Λίβυος, είναι μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις κληρικού που έχουν αποκτήσει ευρύτερο κοινό μέσα από τη γραφή, τις ομιλίες και την ψηφιακή επικοινωνία.
Γεννήθηκε το 1975 στο Ηράκλειο της Κρήτης και ακολούθησε θεολογικές και εκκλησιαστικές σπουδές. Υπηρετεί ως εφημέριος στην ενορία της Αγίας Ειρήνης στον Πύργο Μονοφατσίου, ενώ παράλληλα έχει αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα με περισσότερα από δέκα βιβλία. Η παρουσία του στο διαδίκτυο συνδέθηκε από νωρίς με την αξιοποίηση ιστολογίων και στη συνέχεια με τη διάδοση των κοινωνικών δικτύων.
Το περιεχόμενό του ξεφεύγει από την αποκλειστικά δογματική παρουσίαση της θρησκείας. Ασχολείται με την αυτογνωσία, τις ανθρώπινες σχέσεις, την ψυχική δυσκολία, την απώλεια, την προσωπική εξέλιξη και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου, προσεγγίζοντας αυτά τα ζητήματα μέσα από την ορθόδοξη πνευματικότητα και τον διάλογο με σύγχρονες προσεγγίσεις της ψυχολογίας.
Η απήχησή του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Αντί να απευθύνεται μόνο σε ένα κοινό με βαθιά θεολογική κατάρτιση, καταπιάνεται με ερωτήματα που συναντά κανείς στην καθημερινότητα: πώς διαχειρίζεται κανείς την απογοήτευση, πώς αντιμετωπίζει τις δυσκολίες μιας σχέσης, τι σημαίνει να αποδέχεται τον εαυτό του και πώς μπορεί να βρει νόημα μέσα σε περιόδους κρίσης.
Η περίπτωση του π. Λίβυου δείχνει ότι η ψηφιακή θρησκευτική επικοινωνία δεν χρειάζεται απαραίτητα να στηρίζεται στο εντυπωσιακό βίντεο ή στο χιούμορ. Μπορεί να βασίζεται στον γραπτό λόγο, στην προσωπική αφήγηση και στη συστηματική ανάπτυξη θεμάτων που απασχολούν τον άνθρωπο ανεξάρτητα από την ηλικία ή τη σχέση του με την Εκκλησία.
Papa-Drone: Ο ιερέας που κάνει το Βόιο viral
Ο πατέρας Κωνσταντίνος Βασιλειάδης από τη Νεάπολη Κοζάνης έγινε γνωστός με τα προσωνύμια «παπα-Drone», «παπα-razzι» και «παπα-Βόιος». Η διαδικτυακή του παρουσία ξεχωρίζει επειδή συνδυάζει την ιδιότητά του ως ιερέα με την αγάπη του για την εικόνα, την τεχνολογία και τον τόπο του.
Με τη βοήθεια καμερών, ηχητικού εξοπλισμού και drone καταγράφει χωριά, τοπία, εκδηλώσεις και στιγμές από την καθημερινότητα της περιοχής του Βοΐου. Τα πλάνα του αναδεικνύουν την τοπική αρχιτεκτονική, τη φύση και την πολιτιστική ταυτότητα της περιοχής, δίνοντας στους θεατές τη δυνατότητα να γνωρίσουν έναν τόπο που συχνά βρίσκεται μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η δραστηριότητά του έγινε ευρύτερα γνωστή το 2025, όταν σχετικά δημοσιεύματα παρουσίασαν την απήχηση των βίντεό του στο YouTube και στην ελληνική ομογένεια, μεταξύ άλλων στην Αυστραλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ.
Εδώ, το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι το περιεχόμενο δεν έχει ως αποκλειστικό στόχο τη θρησκευτική διδασκαλία. Ο π. Κωνσταντίνος αξιοποιεί τις ψηφιακές πλατφόρμες για να προβάλει την περιοχή του και να μοιραστεί εικόνες από έναν τόπο με τον οποίο συνδέεται άμεσα.
Η περίπτωση του Papa-Drone αποκαλύπτει μια διαφορετική πλευρά της σχέσης Εκκλησίας και social media: η ψηφιακή παρουσία ενός κληρικού μπορεί να λειτουργήσει και ως όχημα πολιτιστικής προβολής, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στην τοπική κοινότητα και σε ανθρώπους που ζουν μακριά από αυτήν.
π. Παύλος: Ο ιερέας που μίλησε στη νεολαία μέσα από το TikTok
Ο πατέρας Παύλος, ο οποίος λειτουργούσε στον ναό της Αγίας Κυριακής στη Μάνδρα και ανήκε στην παράδοση του Παλαιού Ημερολογίου, έγινε ιδιαίτερα αγαπητός μέσα από σύντομα βίντεο στο TikTok. Με απλό λόγο, χιούμορ και αυθορμητισμό, απευθυνόταν σε ένα κοινό που δεν ήταν απαραίτητα εξοικειωμένο με τον παραδοσιακό τρόπο του εκκλησιαστικού κηρύγματος.
Στα βίντεό του μοιραζόταν συμβουλές, απαντούσε σε ερωτήματα και προσπαθούσε να μεταφέρει μηνύματα αγάπης και πίστης με τρόπο κατανοητό στους νεότερους. Η απήχησή του ξεπέρασε τα όρια της τοπικής κοινότητας και τα δημοσιεύματα για τη δραστηριότητά του αναφέρθηκαν σε δεκάδες χιλιάδες ακολούθους και εκατομμύρια προβολές.
@kathxhtiko #tiktoker #tiktok #mpesforyou #mpesfy #foryoupage #foryou #fyp #φοργιου ♬ πρωτότυπος ήχος – Voula Pap❤️
Ο πατέρας Παύλος έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2026, σε ηλικία 42 ετών. Η είδηση προκάλεσε συγκίνηση τόσο στην τοπική κοινωνία όσο και σε ανθρώπους που τον είχαν γνωρίσει μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα.
Η ψηφιακή παρουσία του ανέδειξε μια σημαντική δυνατότητα των social media: ένας κληρικός μπορεί να επικοινωνήσει με ανθρώπους που ίσως να μην παρακολουθούσαν ποτέ ένα παραδοσιακό κήρυγμα, χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει τον δικό του τρόπο έκφρασης. Το χιούμορ και η αμεσότητα έγιναν εργαλεία επικοινωνίας και όχι απαραίτητα αυτοσκοπός.
@kathxhtiko #φοργιουπειτζ #φοργιου #allforyou #mpesfy #foryoupage #fypシ ♬
Η περίπτωση του π. Παύλου δείχνει επίσης ότι η σχέση που δημιουργείται στο διαδίκτυο μπορεί να αποκτήσει συναισθηματικό βάθος. Τα μηνύματα και οι αναρτήσεις που ακολούθησαν τον θάνατό του φανέρωσαν ότι για αρκετούς ανθρώπους η διαδικτυακή επαφή δεν ήταν απλώς μια ακόμη συνήθεια κατανάλωσης περιεχομένου.
π. Διονύσιος Ταμπάκης: Από το Ναύπλιο στο «Paradise Metal»
Αν υπάρχει μια περίπτωση που αποδεικνύει ότι η ψηφιακή απήχηση ενός κληρικού μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα όρια της θρησκευτικής συζήτησης, αυτή είναι ο πατέρας Διονύσιος Ταμπάκης από το Ναύπλιο.
Ο εφημέριος του Ιερού Ναού Γενεσίου της Θεοτόκου, γνωστού ως Παναγίτσα, βρέθηκε στο διεθνές μουσικό προσκήνιο μέσα από το «Paradise Metal», το προσωπικό του μουσικό εγχείρημα που συνδυάζει βυζαντινούς ψαλμούς, ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικούς ρυθμούς και παραδοσιακά ηχοχρώματα.
Το άλμπουμ του κινείται ανάμεσα στη λειτουργική ορθόδοξη μουσική, την πειραματική ηλεκτρονική μουσική, το drone και τις ατμοσφαιρικές εκδοχές του metal. Η αναπάντεχη αυτή συνάντηση ήχων προκάλεσε το ενδιαφέρον διεθνών μέσων, μεταξύ των οποίων οι New York Times και το Pitchfork.
Η ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος είναι ότι ο ίδιος δεν παρουσιάζει τη μουσική του ως μια προσπάθεια να γίνει διάσημος. Έχει περιγράψει τη δημιουργία ως προσωπική ανάγκη έκφρασης και ως έναν τρόπο να συναντηθούν η παράδοση και οι σύγχρονες μουσικές φόρμες.
Το «Paradise Metal» δείχνει ότι η θρησκευτική παρουσία στο διαδίκτυο δεν περιορίζεται στην παραγωγή βίντεο με συμβουλές ή στην αναμετάδοση ακολουθιών. Μπορεί να εκφραστεί μέσα από την τέχνη, να προσελκύσει ακροατές που δεν έχουν καμία σχέση με την οργανωμένη θρησκευτική ζωή και να δημιουργήσει έναν διάλογο ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτιστικές κοινότητες.
Ο π. Διονύσιος αποτελεί, επομένως, μια ξεχωριστή περίπτωση: η διεθνής αναγνωρισιμότητά του συνδέεται πρωτίστως με ένα καλλιτεχνικό έργο και όχι με την κλασική εικόνα του influencer που επιδιώκει να συγκεντρώσει ακολούθους μέσω της προσωπικής του καθημερινότητας.
Μητροπολίτης Γαβριήλ: Ο «σύγχρονος άμβωνας» των social media
Η αξιοποίηση των ψηφιακών μέσων δεν αφορά μόνο τους ιερείς που γίνονται viral μέσα από προσωπικούς λογαριασμούς. Υπάρχουν και πιο θεσμικές προσπάθειες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Γαβριήλ.
Κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν οι φυσικές συναντήσεις περιορίστηκαν και η επικοινωνία έγινε δυσκολότερη, δημιουργήθηκε η εκπομπή «Τι είναι η Εκκλησία;». Μέσα από αυτήν, ο Μητροπολίτης συνομιλούσε με νέους ανθρώπους και απαντούσε σε ερωτήσεις τους για ζητήματα πίστης και καθημερινότητας.
Η σειρά διαδόθηκε μέσω των ψηφιακών καναλιών της Μητρόπολης, με σύντομα βίντεο που έδιναν τη δυνατότητα στους θεατές να παρακολουθήσουν συζητήσεις για θέματα τα οποία συχνά προκαλούν απορίες ή αμηχανία. Οι ερωτήσεις δεν περιορίζονταν σε αμιγώς θεολογικά ζητήματα, αλλά άγγιζαν και τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία συνομιλεί με τον σύγχρονο άνθρωπο.
Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τα social media «σύγχρονο άμβωνα», περιγράφοντας ουσιαστικά την προσπάθεια μεταφοράς της επικοινωνίας της Εκκλησίας σε έναν χώρο όπου βρίσκονται ήδη πολλοί άνθρωποι.
Η περίπτωση αυτή διαφοροποιείται από την προσωπική δραστηριότητα ενός influencer, καθώς το περιεχόμενο συνδέεται με μια οργανωμένη πρωτοβουλία της Μητρόπολης. Δεν πρόκειται απλώς για την προβολή ενός προσώπου, αλλά για τη δημιουργία ενός σταθερού ψηφιακού χώρου διαλόγου.
Παράλληλα, αναδεικνύεται μια βασική πρόκληση για την Εκκλησία: πώς μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των social media χωρίς να περιορίσει τη σύνθετη θεολογική και ποιμαντική συζήτηση σε σύντομες, αποσπασματικές απαντήσεις.
π. Ανδρέας Γκατζέλης: Η συνειδητή επιλογή των σύγχρονων πλατφορμών
Μια ακόμη περίπτωση που έχει αναφερθεί στο πλαίσιο της συζήτησης για την ψηφιακή παρουσία των κληρικών είναι ο πατέρας Ανδρέας Γκατζέλης, ιερέας της Μητρόπολης Μεσογαίας.
Η προσέγγισή του συνδέεται με τη συνειδητή αξιοποίηση διαφορετικών ψηφιακών πλατφορμών, από το TikTok μέχρι τα υπόλοιπα κοινωνικά δίκτυα. Η χρήση τους παρουσιάζεται ως μέρος της διακονίας του και ως τρόπος να προσεγγιστούν άνθρωποι που ενημερώνονται, ψυχαγωγούνται και επικοινωνούν κυρίως μέσα από το κινητό τους.
Η σημασία της συγκεκριμένης περίπτωσης βρίσκεται στην ίδια την επιλογή του μέσου. Για να φτάσει ένα μήνυμα σε ένα κοινό που δεν παρακολουθεί συστηματικά παραδοσιακές εκκλησιαστικές εκπομπές, χρειάζεται να εμφανιστεί και στους χώρους όπου αυτό το κοινό περνά ήδη τον χρόνο του.
Η ψηφιακή παρουσία, ωστόσο, δημιουργεί και μια ευθύνη: ο κληρικός πρέπει να προσαρμόζει τον τρόπο παρουσίασης χωρίς να μετατρέπει το περιεχόμενο σε προϊόν που καθορίζεται αποκλειστικά από τις απαιτήσεις της πλατφόρμας. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο της συζήτησης που άνοιξε στην Ιερά Σύνοδο.
π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Θεολογία, φιλοσοφία και ψυχανάλυση στο διαδίκτυο
Ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος εκπροσωπεί μια διαφορετική εκδοχή της ψηφιακής θρησκευτικής παρουσίας. Θεολόγος, συγγραφέας και καθηγητής με σπουδές στη θεολογία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την παιδαγωγική, έχει αναπτύξει σημαντική διδακτική και συγγραφική δραστηριότητα.
Το έργο του εστιάζει σε σύνθετα ερωτήματα που αφορούν την Ορθόδοξη θεολογία, τη φιλοσοφία, την ανθρώπινη συνείδηση και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Οι ομιλίες και οι διαλέξεις του κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, ιδιαίτερα μέσω του YouTube, προσφέροντας πρόσβαση σε συζητήσεις μεγαλύτερης διάρκειας και θεωρητικού βάθους.
Σε αντίθεση με το περιεχόμενο που στηρίζεται στα σύντομα βίντεο, η συγκεκριμένη μορφή ψηφιακής παρουσίας απευθύνεται σε ανθρώπους που αναζητούν αναλυτικότερες προσεγγίσεις και είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο σε μια διάλεξη ή συζήτηση.
Η περίπτωση του π. Νικολάου Λουδοβίκου υπενθυμίζει ότι η παρουσία της Εκκλησίας στο διαδίκτυο δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με το TikTok και την κουλτούρα του viral. Το YouTube και οι πλατφόρμες διάδοσης διαλέξεων μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι ευρύτερης θεολογικής και φιλοσοφικής παιδείας.
Οι πρεσβυτέρες που μοιράζονται την καθημερινότητα μιας ιερατικής οικογένειας
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στους ίδιους τους κληρικούς. Στα κοινωνικά δίκτυα εμφανίζονται και γυναίκες που συνδέονται με την καθημερινότητα της ιερατικής οικογένειας και δημιουργούν περιεχόμενο γύρω από τη μητρότητα, την πίστη, τις οικογενειακές σχέσεις και τη ζωή πίσω από τη δημόσια εικόνα της Εκκλησίας.
Μεταξύ των ονομάτων που έχουν αναφερθεί σε σχετικά δημοσιεύματα βρίσκονται η Αλεξάνδρα-Ειρήνη Λεμονή, γνωστή στο διαδίκτυο ως «Σ’ αγαπώ μανούλα», καθώς και οι Έλενα Καραγιάννη και Γεωργία Στεργίου.
Η παρουσία τους εντάσσεται περισσότερο στην ευρύτερη κατηγορία του parenting και του lifestyle περιεχομένου. Η μητρότητα, η ανατροφή των παιδιών, οι οικογενειακές στιγμές και οι προσωπικές εμπειρίες γίνονται αφορμή για τη δημιουργία μιας κοινότητας ακολούθων, ενώ η σύνδεση με την ιερατική οικογένεια προσθέτει μια ιδιαίτερη διάσταση στο περιεχόμενο.
Η Αλεξάνδρα-Ειρήνη Λεμονή, για παράδειγμα, εμφανίζεται σε καταλόγους δημιουργών περιεχομένου με θεματολογία γύρω από την ανατροφή των παιδιών και την καθημερινή ζωή.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Εδώ χρειάζεται να γίνει μια διάκριση: οι πρεσβυτέρες δεν είναι κληρικοί και η διαδικτυακή τους δραστηριότητα δεν ταυτίζεται θεσμικά με την παρουσία ενός ιερέα. Το ενδιαφέρον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πίστη και η οικογενειακή ζωή γίνονται μέρος μιας ευρύτερης ψηφιακής κουλτούρας, στην οποία οι προσωπικές αφηγήσεις συχνά δημιουργούν μεγαλύτερη οικειότητα από την επίσημη επικοινωνία ενός οργανισμού.
Παράλληλα, η δημόσια έκθεση της οικογενειακής ζωής δημιουργεί τα δικά της ερωτήματα, ειδικά όταν στο περιεχόμενο εμφανίζονται παιδιά ή προσωπικές στιγμές. Η προστασία της ιδιωτικότητας και η διάκριση ανάμεσα σε όσα μπορούν να μοιραστούν δημόσια και σε όσα πρέπει να παραμείνουν προσωπικά αποτελούν σημαντικό ζήτημα για κάθε δημιουργό περιεχομένου.
Τελικά, μπορούν οι ιερείς να είναι influencers;
Η λέξη «influencer» συνδέεται συνήθως με πρόσωπα που δημιουργούν περιεχόμενο για να διατηρήσουν ένα κοινό, να αυξήσουν την απήχησή τους ή να διαμορφώσουν τις επιλογές και τις απόψεις των ακολούθων τους. Στην περίπτωση των κληρικών, όμως, ο όρος χρειάζεται προσοχή.
Ένας ιερέας μπορεί να έχει χιλιάδες ακολούθους χωρίς να επιδιώκει να γίνει διαδικτυακή διασημότητα. Μπορεί να χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να μεταδώσει μια ακολουθία, να απαντήσει σε ερωτήματα ή να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου. Αντίστοιχα, η δημιουργία ενός προσωπικού λογαριασμού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η δραστηριότητά του συγκρούεται με την εκκλησιαστική αποστολή.
Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η δημοτικότητα αρχίζει να καθορίζει το περιεχόμενο. Όταν το ζητούμενο γίνεται η επόμενη viral ανάρτηση, η πρόκληση αντιδράσεων ή η διατήρηση της προσοχής του κοινού με κάθε τρόπο, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους από το μήνυμα στο πρόσωπο που το μεταφέρει.
Από την άλλη πλευρά, η πλήρης αποχή από τα social media δεν εγγυάται από μόνη της ουσιαστικότερη επικοινωνία με τους ανθρώπους. Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε γνώσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες προσέγγισης ανθρώπων που αισθάνονται απομακρυσμένοι από την Εκκλησία.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να κριθούν όλοι οι κληρικοί που χρησιμοποιούν τα social media με τον ίδιο τρόπο. Είναι να εξεταστεί τι είδους παρουσία δημιουργεί ο καθένας, ποια σχέση αναπτύσσει με το κοινό του και κατά πόσο η δραστηριότητά του παραμένει συμβατή με τις ευθύνες που συνοδεύουν την ιδιότητά του.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να αγνοήσει τον ψηφιακό κόσμο, αλλά ούτε να γίνει προϊόν του
Η συζήτηση στην Ιερά Σύνοδο φέρνει στην επιφάνεια ένα ευρύτερο κοινωνικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ακόμη και θεσμοί που βασίζονται στην παράδοση, στη συλλογική εμπειρία και στη φυσική συνάντηση καλούνται να επικοινωνήσουν μέσα από πλατφόρμες που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες;
Η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει το διαδίκτυο για να συναντήσει ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από την ενοριακή ζωή, να απαντήσει σε απορίες και να προσφέρει χώρο για συζήτηση. Ταυτόχρονα, όμως, καλείται να προστατεύσει την εμπιστευτικότητα, την αξιοπιστία και τη σχέση ανάμεσα στον κληρικό και την κοινότητα που υπηρετεί.
Οι περιπτώσεις του π. Λίβυου, του Papa-Drone, του π. Παύλου, του π. Διονύσιου Ταμπάκη, του Μητροπολίτη Γαβριήλ και των υπόλοιπων δημιουργών δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος τρόπος ψηφιακής παρουσίας. Άλλοι χρησιμοποιούν τον λόγο, άλλοι την εικόνα, άλλοι τη μουσική και άλλοι τη συζήτηση με τους νέους. Αυτό που τους συνδέει είναι ότι η Εκκλησία βρίσκεται πλέον σε ένα περιβάλλον όπου το μήνυμα δεν μεταδίδεται μόνο από τον άμβωνα, αλλά και μέσα από τις οθόνες εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το αν αυτή η παρουσία θα λειτουργήσει ως γέφυρα προς την ουσιαστική επικοινωνία ή θα μετατραπεί σε μια ακόμη μορφή προσωπικής προβολής εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσία της συζήτησης που άνοιξε στην Ιερά Σύνοδο: η Εκκλησία δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τους influencers με τους όρους των social media. Χρειάζεται να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιήσει τα εργαλεία τους χωρίς να χάσει τον δικό της σκοπό.
Γιατί, σε έναν κόσμο όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε περιεχόμενο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι άνθρωποι θα δουν ένα βίντεο ενός ιερέα. Είναι τι θα μείνει στον θεατή όταν τελειώσει η προβολή και κλείσει η οθόνη.
Τι συζητήθηκε στην Ιερά Σύνοδο για τους ιερείς influencers
Το ζήτημα έφτασε στο επίκεντρο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 7 Οκτωβρίου 2026, κατά τη δεύτερη τακτική συνεδρίασή της, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου.
Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος παρουσίασε εισήγηση με θέμα «Η αυξανόμενη παρουσία των Κληρικών στο διαδίκτυο», επιχειρώντας να αποτυπώσει τις δυνατότητες αλλά και τους κινδύνους που προκύπτουν από την ολοένα εντονότερη χρήση των ψηφιακών μέσων από τους ιερείς.
Η συζήτηση δεν ξεκίνησε από την παραδοχή ότι η Εκκλησία πρέπει να αποσυρθεί από τα social media. Το διαδίκτυο αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινότητας και η παρουσία σε αυτό μπορεί να προσφέρει έναν τρόπο επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν έχουν τακτική επαφή με την ενοριακή ζωή. Το ζήτημα είναι πώς μπορεί να αξιοποιηθεί αυτή η δυνατότητα χωρίς η εκκλησιαστική αποστολή να προσαρμοστεί άκριτα στη λογική των ψηφιακών πλατφορμών.
Από τη μία πλευρά, η παρουσία των κληρικών στο διαδίκτυο αντιμετωπίζεται ως ένδειξη εξωστρέφειας και ως ευκαιρία προσέγγισης των νεότερων γενεών. Από την άλλη, υπάρχουν προβληματισμοί για την υπερβολική προβολή, την εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής παρουσίας και την πιθανότητα ένας ιερέας να αποκτήσει προσωπική διαδικτυακή επιρροή που επισκιάζει τον θεσμικό του ρόλο.
Στην εισήγηση επισημάνθηκε ότι η Εκκλησία έχει ήδη ασχοληθεί με τη χρήση των σύγχρονων μέσων από τους κληρικούς, μέσα από προηγούμενες εγκυκλίους, μεταξύ των οποίων οι 2736/2002 και 187/79/15.1.2015. Η σημερινή πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική: τα κοινωνικά δίκτυα δεν λειτουργούν απλώς ως ψηφιακοί πίνακες ανακοινώσεων, αλλά ως χώροι όπου δημιουργούνται κοινότητες, αναπτύσσονται προσωπικές σχέσεις και διαμορφώνονται δημόσιες προσωπικότητες.
Η βασική θέση του Μητροπολίτη Χαλκίδος ήταν ότι ούτε η άκριτη αποδοχή της τεχνολογίας ούτε η φοβική αντιμετώπισή της αποτελούν λύση. Αυτό που απαιτείται, σύμφωνα με την εισήγηση, είναι διάκριση και ένα πλαίσιο αρχών που θα βοηθά τους κληρικούς να αξιοποιούν το διαδίκτυο χωρίς να χάνουν την εκκλησιαστική τους ταυτότητα.
Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι αρχές παρουσιάστηκαν ως προτάσεις και συζητήθηκαν από τους ιεράρχες. Δεν ανακοινώθηκε τότε η υιοθέτηση νέου δεσμευτικού κανονισμού ούτε γενική απαγόρευση της χρήσης των social media από τους ιερείς.
Οι «δέκα εντολές» για τους influencers κληρικούς από την Ιερά Σύνοδο
Η εισήγηση του Μητροπολίτη Χαλκίδος περιλάμβανε δέκα βασικές αρχές, οι οποίες επιχειρούν να ορίσουν τα όρια της εκκλησιαστικής παρουσίας στον ψηφιακό χώρο.
Η πρώτη είναι ότι ο κληρικός παραμένει κληρικός και στο διαδίκτυο. Η ιδιότητά του δεν εξαφανίζεται όταν κλείνει η πόρτα του ναού και ανοίγει η κάμερα του κινητού. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του, η συμπεριφορά του και το περιεχόμενο που δημοσιεύει εξακολουθούν να συνδέονται με τον ρόλο του.
Η δεύτερη αρχή αφορά τη σχέση του με την Εκκλησία. Ένας ιερέας δεν αποτελεί αυτόνομη εκκλησιαστική αυθεντία και η δημόσια παρουσία του οφείλει να αντανακλά τη σχέση του με τον Επίσκοπο, την τοπική Εκκλησία και, όπου απαιτείται, την Ιερά Σύνοδο.
Ακολουθεί η ανάγκη αυτοσυγκράτησης. Η ταχύτητα του διαδικτύου δημιουργεί συχνά την αίσθηση ότι όλοι πρέπει να τοποθετούνται για κάθε πολιτική εξέλιξη, κοινωνικό γεγονός ή δημόσια αντιπαράθεση. Η εισήγηση υπογραμμίζει ότι ένας κληρικός δεν είναι υποχρεωμένος να έχει δημόσια άποψη για τα πάντα.
Εξίσου σημαντικός είναι ο έλεγχος της πληροφορίας. Καμία πληροφορία δεν θα πρέπει να αναπαράγεται χωρίς προηγούμενη επιβεβαίωση, ιδιαίτερα όταν αφορά πρόσωπα ή σοβαρά κοινωνικά και εκκλησιαστικά ζητήματα. Η διάδοση ψευδών ειδήσεων και παραποιημένου περιεχομένου μπορεί να προκαλέσει ζημιά που δύσκολα ανατρέπεται.
Η πέμπτη αρχή αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η διαφωνία. Η δημόσια αντιπαράθεση δεν δικαιολογεί ύβρεις, χλεύη, διαπόμπευση ή προσωπική απαξίωση. Η ανάγκη για προσοχή επεκτείνεται και στις προσωπικές επικοινωνίες, καθώς οι εμπιστευτικές ποιμαντικές σχέσεις δεν μπορούν να μετατρέπονται σε υλικό δημοσιότητας.
Η προστασία των ανθρώπων που απευθύνονται σε έναν ιερέα για βοήθεια, συμβουλή ή εξομολόγηση αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα. Ένα προσωπικό μήνυμα, μια ιδιωτική συνομιλία ή μια εξομολόγηση δεν είναι περιεχόμενο για δημόσια κατανάλωση.
Η όγδοη αρχή αγγίζει ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο της συζήτησης: η ψηφιακή δράση δεν πρέπει να οικοδομεί ένα προσωπικό «brand» γύρω από τον κληρικό, αλλά να παραπέμπει στον Χριστό και στην Εκκλησία. Η επιτυχία δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τους ακολούθους, τις προβολές ή τη δημοτικότητα.
Η ένατη αρχή προτείνει η διαδικτυακή επικοινωνία να οδηγεί, όπου είναι δυνατόν, στην πραγματική συνάντηση, στην ενορία, στη λατρευτική ζωή και στην ανθρώπινη κοινωνία. Η οθόνη μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία, όχι ως υποκατάστατο κάθε φυσικής σχέσης.
Τέλος, προτείνεται βασική κατάρτιση των κληρικών στην ψηφιακή επικοινωνία, ώστε να κατανοούν τη λειτουργία των πλατφορμών, τους μηχανισμούς εθισμού και πόλωσης, αλλά και τα νέα προβλήματα που δημιουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η ουσία συνοψίζεται σε μια φράση της εισήγησης: η Εκκλησία χρειάζεται κληρικούς που θα μπορούν να χρησιμοποιούν τα σύγχρονα μέσα χωρίς να χρησιμοποιούνται από αυτά.