Μπορεί η Θεσσαλονίκη να προσπεράσει μια επένδυση 52.000 θέσεων εργασίας;
Ένα project τεράστιου βεληνεκούς όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Ελλάδας φαίνεται πως προσεγγίζεται μονόπλευρα
Στο επίκεντρο βρέθηκε ξανά, το τελευταίο διάστημα, το μεγάλο έργο της επέκτασης του 6ου Προβλήτα, λόγω της έγκρισης από το Συμβούλιο της Επικρατείας της αίτησης αναστολής που είχε καταθέσει ο δήμος Θερμαϊκού κατά της απόφασης του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία εγκρίθηκε η Τεχνική Περιβαλλοντική Μελέτη για το έργο. Η κύρια υπόθεση βέβαια θα κριθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2026.
Η τροπή αυτή, που αφορά την αμμοληψία στην Επανομή, έχει μονοπωλήσει την επικαιρότητα, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ουσία του ίδιου του έργου. Ένα project τεράστιου βεληνεκούς όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Ελλάδας φαίνεται πως προσεγγίζεται μονόπλευρα και μάλλον με όρους μικροπολιτικής σκοπιμότητας, χάνοντας τη συνολική εικόνα. Το επιχειρούμενο «πάγωμα» μιας επένδυσης ζωτικής σημασίας για την οικονομία και την απασχόληση, που θα δημιουργήσει 52.000 θέσεις εργασίας, φαίνεται πως ήδη προβληματίζει την κοινωνία, με δεδομένο μάλιστα ότι για το έργο προηγήθηκαν τεχνικές μελέτες που διασφαλίζουν τη λήψη μέτρων για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, με την αμμοληψία να σχεδιάζεται μακριά από ευαίσθητα οικοσυστήματα και περιοχές Natura 2000.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν και εγκρίθηκαν όχι μόνο από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες αλλά και από πρόσθετους φορείς, στους οποίους απευθύνθηκε ο ΟΛΘ, οι μελέτες προβλέπουν ότι η αμμοληψία θα πραγματοποιηθεί σε μεγάλη απόσταση από την ακτογραμμή, σε μεγάλα βάθη, εκτός περιοχών Natura 2000 και μακριά από ευαίσθητα θαλάσσια οικοσυστήματα. Παράλληλα, προβλέπεται η χρήση εξειδικευμένου εξοπλισμού που περιορίζει σημαντικά τις επιπτώσεις κατά τη διάρκεια των εργασιών.
Η αναβάθμιση του 6ου Προβλήτα είναι μια από αυτές τις υποδομές που η Θεσσαλονίκη εδώ και χρόνια διεκδικεί με αλλεπάλληλα υπομνήματα του συνόλου των φορέων της. Πρόκειται άλλωστε για ένα από τα λίγα έργα που μπορούν να αλλάξουν ριζικά το status της Θεσσαλονίκης στον παγκόσμιο χάρτη των μεταφορών και του εμπορίου, αφού στην πράξη θα επιτρέψει στο λιμάνι να υποδέχεται πλοία πολύ μεγάλης χωρητικότητας και να λειτουργήσει έτσι ως πραγματική πύλη προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, η πλήρης λειτουργία του έργου σε ορίζοντα δεκαετίας αναμένεται να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία άνω του 1,4 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία.
Όπως επισημάνθηκε και κατά τη διάρκεια διαβούλευσης, ακριβώς επειδή το διακύβευμα είναι μεγάλο, ο περιβαλλοντικός σχεδιασμός δεν έγινε στο πόδι. Η λύση που προκρίθηκε για την αμμοληψία βασίστηκε σε εξειδικευμένες επιστημονικές και τεχνικές μελέτες, οι οποίες εξέτασαν εναλλακτικές επιλογές για να βρεθεί η πιο ασφαλής. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η διαδικασία θα γίνει σε μεγάλο βάθος και απόσταση από την ακτή, εκτός της ζώνης Natura 2000 και μακριά από προστατευόμενα θαλάσσια οικοσυστήματα. Παράλληλα, η χρήση σύγχρονου εξοπλισμού εγγυάται τον περιορισμό των όποιων επιπτώσεων κατά τη διάρκεια των εργασιών, ενώ οι μελέτες έχουν ήδη λάβει το «πράσινο φως» από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.
Ο διάλογος για θέματα που αφορούν το περιβάλλον, την πόλη είναι φυσικά θεμιτός και ευπρόσδεκτος, κατά πόσο όμως μπορεί να βάζει φρένο σε ένα έργο, που έχει σχεδιαστεί για να ισχύουν όλες οι απαραίτητες διασφαλίσεις για το περιβάλλον; Αν όλα όσα προβλέπει η εκ του νόμου διαδικασία, μια διαδικασία μάλιστα ιδιαίτερα χρονοβόρα, έχουν τηρηθεί, τι εξυπηρετεί η αμφισβήτησή τους;
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένη σε ένα ιδιότυπο τέλμα. Αν και διαθέτει όλα τα φόντα για να εξελιχθεί σε οικονομική και αναπτυξιακή ατμομηχανή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η πόλη μοιάζει να κυνηγά διαρκώς τις ευκαιρίες χωρίς να τις μετουσιώνει σε πράξη. Αν δεν αποκτήσει σύγχρονες υποδομές και δεν προσελκύσει μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια που θα τονώσουν την αγορά, κινδυνεύει να μείνει στο περιθώριο των εξελίξεων, αν και έχει όλα τα εχέγγυα για το αντίθετο. Υπό αυτό το πρίσμα, η Θεσσαλονίκη, η Βόρεια Ελλάδα έχει την πολυτέλεια να καθυστερήσει στην υλοποίηση μιας μεγάλης ευκαιρίας ανάπτυξης;