Από τα «τηλέφωνα της πιάτσας» στα QR codes: Η νέα εποχή της διακίνησης ναρκωτικών και το κυνηγητό της ΕΛ.ΑΣ. (ΦΩΤΟ)
Τα «αόρατα» σημάδια αποτελούν πλέον μέρος μιας νέας πραγματικότητας: της διακίνησης ναρκωτικών στην ψηφιακή εποχή.
Η εικόνα ενός μικρού αυτοκόλλητου με ένα QR code πάνω σε κολώνα φωτισμού, στάση λεωφορείου ή τοίχο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης δύσκολα θα κινούσε υποψίες στους περισσότερους περαστικούς. Για τους αστυνομικούς της Δίωξης Ναρκωτικών όμως, τέτοιου είδους «αόρατα» σημάδια αποτελούν πλέον μέρος μιας νέας πραγματικότητας: της διακίνησης ναρκωτικών στην ψηφιακή εποχή.
Η πρόσφατη υπόθεση με τη σύλληψη δύο νεαρών, ηλικίας 21 και 19 ετών, οι οποίοι κατηγορούνται ότι διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες μέσω εφαρμογών ανώνυμης επικοινωνίας και QR codes, έφερε στο προσκήνιο τις ολοένα και πιο εφευρετικές μεθόδους που χρησιμοποιούν τα κυκλώματα προκειμένου να δυσκολέψουν τον εντοπισμό τους από τις αρχές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν δημιουργήσει ένα σύστημα που παρέπεμπε περισσότερο σε οργανωμένη ηλεκτρονική «υπηρεσία delivery» παρά σε παραδοσιακή διακίνηση ναρκωτικών. Οι ενδιαφερόμενοι αποκτούσαν πρόσβαση σε διαδικτυακά κανάλια επικοινωνίας σκανάροντας QR codes που είχαν τοποθετηθεί σε διάφορα σημεία της πόλης, ενώ στη συνέχεια μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους διακινητές μέσω εφαρμογών που εξασφαλίζουν υψηλό βαθμό ανωνυμίας.

Οι πληρωμές, κατά τις ίδιες πληροφορίες, μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ακόμη και με τη χρήση κρυπτονομισμάτων, ενώ οι αγοραστές λάμβαναν οδηγίες για το σημείο όπου είχαν αφεθεί οι ποσότητες των ναρκωτικών. Πρόκειται για τη γνωστή πρακτική των «dead drops», που τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα συχνότερα σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις και πλέον φαίνεται να κάνει αισθητή την παρουσία της και στην Ελλάδα.
Αστυνομικές πηγές επισημαίνουν ότι η διακίνηση ναρκωτικών έχει μεταφερθεί πλέον σε ένα υβριδικό περιβάλλον, όπου ο φυσικός δρόμος συναντά την τεχνολογία. Εκεί όπου παλαιότερα υπήρχαν τα γνωστά «τηλέφωνα της πιάτσας», σήμερα υπάρχουν κλειστά κανάλια επικοινωνίας, εφαρμογές με κρυπτογράφηση, προσωρινοί λογαριασμοί χρηστών και ηλεκτρονικά πορτοφόλια.
Παρά τις ολοένα πιο σύνθετες μεθόδους, οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι οι αστυνομικές υπηρεσίες προσαρμόζονται διαρκώς στα νέα δεδομένα, επενδύοντας στην ψηφιακή ανάλυση, στην αξιοποίηση πληροφοριών και στη χαρτογράφηση ηλεκτρονικών δικτύων. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά στελέχη με γνώση αντίστοιχων ερευνών, «κάθε φορά που εμφανίζεται μια νέα μέθοδος, η αστυνομία χρειάζεται χρόνο για να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας της, όμως σχεδόν πάντα φτάνει στην άκρη του νήματος».

Η υπόθεση της Θεσσαλονίκης θεωρείται ενδεικτική. Παρά την προσπάθεια των εμπλεκομένων να περιορίσουν τη φυσική επαφή με τους αγοραστές και να αποκρύψουν τα ίχνη τους πίσω από εφαρμογές και ψηφιακές συναλλαγές, οι αστυνομικοί κατάφεραν, σύμφωνα με πληροφορίες, να χαρτογραφήσουν τη δραστηριότητά τους μέσα από συνδυασμό παρακολούθησης, συλλογής πληροφοριών και ανάλυσης κινήσεων.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται πως έπαιξε και η φυσική παρουσία των QR codes στον αστικό ιστό. Όπως είχε αποκαλύψει το TheOpinion, παρόμοια αυτοκόλλητα εντοπίστηκαν σε διάφορα σημεία του κέντρου της Θεσσαλονίκης, λειτουργώντας ως ένας «σιωπηλός» τρόπος διαφήμισης του παράνομου δικτύου. Οι αρχές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη πρακτική είχε ως στόχο κυρίως νεαρές ηλικίες και άτομα εξοικειωμένα με τις ψηφιακές εφαρμογές.
Το ενδιαφέρον των διωκτικών αρχών στρέφεται πλέον όλο και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία μεταβάλλει τη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος. Οι παραδοσιακές μέθοδοι διακίνησης υποχωρούν σταδιακά μπροστά σε πιο ευέλικτα και δυσκολότερα ανιχνεύσιμα μοντέλα, όπου οι επαφές γίνονται διαδικτυακά, τα ίχνη σβήνονται γρήγορα και οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε περιβάλλον σχεδόν πλήρους ανωνυμίας.
Ωστόσο, έμπειρα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. επισημαίνουν ότι όσο εξελίσσονται τα κυκλώματα, άλλο τόσο εξελίσσονται και οι μέθοδοι εντοπισμού τους. Η ανάλυση ψηφιακών δεδομένων, η συνεργασία εξειδικευμένων υπηρεσιών και η αξιοποίηση πληροφοριών από το πεδίο αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία στις έρευνες για τα ναρκωτικά.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αρχές εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο παρόμοιες πρακτικές να χρησιμοποιούνται και από άλλα δίκτυα διακίνησης, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας. Για τον λόγο αυτό, οι έρευνες συνεχίζονται με στόχο να διαπιστωθεί εάν πίσω από την υπόθεση των δύο συλληφθέντων κρύβεται ένα μεγαλύτερο δίκτυο ή εάν πρόκειται για ένα αυτόνομο κύκλωμα που αξιοποιούσε σύγχρονες ψηφιακές μεθόδους.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη υπόθεση δείχνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι το εμπόριο ναρκωτικών αλλάζει μορφή, προσαρμόζεται στην εποχή και επιχειρεί να εκμεταλλευτεί κάθε νέο τεχνολογικό εργαλείο. Την ίδια στιγμή όμως αναδεικνύει και κάτι ακόμη: ότι πίσω από τις οθόνες, τα ψευδώνυμα και τα QR codes, οι αστυνομικές αρχές εξακολουθούν να ακολουθούν τα ίχνη, να αποκωδικοποιούν τις κινήσεις και τελικά να φτάνουν στους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από το ψηφιακό προσωπείο.