Δημήτρης Καραντζάς στο TheOpinion: «Αν δεν είμαι θαυμαστής των ηθοποιών με τους οποίους δουλεύω, δεν μπορώ να συνεργαστώ ουσιαστικά»

Ο Δημήτρης Καραντζάς σκηνοθετεί την παράσταση «Λεωφορείο ο Πόθος», και μιλάει στο TheOpinion και τη Δέσποινα Δαϊλιάνη.

Δημήτρης Καραντζάς στο TheOpinion: «Αν δεν είμαι θαυμαστής των ηθοποιών με τους οποίους δουλεύω, δεν μπορώ να συνεργαστώ ουσιαστικά»

Από τα πιο εμβληματικά έργα του Τενεσί Ουίλιαμς, τo «Λεωφορείο ο Πόθος» παρουσιάζεται στο θέατρο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.

«Καθρέφτης» μιας Αμερικής, που αλλάζει. Το «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς, γραμμένο προς τα τέλη της δεκαετίας του ’40, περνά μέσα από την αυταπάτη, τον έρωτα, τη φθορά και τη βία.

Η Μπλανς Ντιμπουά «ντυμένη» με ρομαντισμό και ψευδαισθήσεις, αρνείται να αντικρίσει την πραγματικότητα που την πονά. Απέναντί της, ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι ενσαρκώνει τη σκληρή αλήθεια και τον ωμό ρεαλισμό.

Και κάπου στη μέση ο Δημήτρης Καραντζάς, ο οποίος μετατρέπει, από τη θέση του δημιουργού, το κείμενο και την εμπειρία των χαρακτήρων σε μια απτή σκηνική πραγματικότητα. «Έχει ενδιαφέρον να μπορείς να αφεθείς τελείως σε ό, τι σου προσφέρει κάθε παράσταση, να μπορείς να “διαβάσεις” τι σου λέει», αναφέρει ο σκηνοθέτης στο TheOpinion.

Κύριε Καραντζά, η νέα σεζόν ξεκίνησε με «Το Σπίτι» στην Τιφλίδα -συνέχεια της παρουσίας σας στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το καλοκαίρι- με το «Λεωφορείο ο Πόθος» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, και, μετέπειτα, με την πρεμιέρα του «Cleansed – Καθαροί, πια».

«Το Σπίτι» ξεκίνησε το ’23, με την υποστήριξη της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Πρόκειται για ένα πολύ προσωπικό εγχείρημα· μία σύμπραξη δική μου και δύο σταθερών συνεργατών μου, του Τάσου Καραχάλιου και της Γκέλυς Καλαμπάκα.

Έχει να κάνει με μία παραβολή για δύο ανθρώπους, οι οποίοι φροντίζουν το σπίτι τους, ενώ έξω από το παράθυρο αρχίζει να ανατρέπεται ο κόσμος μέχρι που, τελικά, η κατάσταση «κατατρώει» το σπίτι. Αυτό γκρεμίζεται και πέφτει πάνω τους. Ακόμα και τότε, προσπαθούν να συνεχίσουν να ζουν.

Τo 2023, δεν ήμασταν σε αυτήν την άθλια κατάσταση της ανθρωπότητας. Έβλεπες αυτό που έρχεται, φαινόταν ότι κάτι «βράζει». Δεν είχε φτάσει, όμως, σε αυτό το σημείο η γενοκτονία. Δεν ήμασταν σε καθεστώτα Τραμπ, τα οποία έβρισκαν μιμητές παγκοσμίως.

Ήταν ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα. Χάρηκα που βρήκε αυτήν την αναγνώριση, που συνεχίζεται και το «επισκέπτομαι» ξανά. Δύο χρόνια μετά, εξακολουθώ να βρίσκω κομμάτια του εαυτού μου σε αυτό.

«Λεωφορείο ο Πόθος». Γενικά, έχω μία φυσική αντιπάθεια στις επαναλήψεις. Η πορεία του έργου, όμως, στην Αθήνα, δεν μας επέτρεπε να το αφήσουμε. Είχε τόσο κόπο, τόση δουλειά και τέτοιον αντίκτυπο στον κόσμο… Αν δεν το συνεχίζαμε, θα χάναμε την απεύθυνσή μας σε όσους θα ήθελαν να το δουν. Φέτος, ξεκινήσαμε να έρθουμε μόνο στη Θεσσαλονίκη, μετά προέκυψε η συνέχειά του στην Αθήνα και το θέατρο Προσκήνιο.

Το έργο της Σάρα Κέιν είναι αδιανόητα δύσκολο, απόλυτα ποιητικό και πολύ βίαιο. Ως «χειροβομβίδα» θα το χαρακτήριζα. Αισθάνομαι ότι μιλάει για μια εποχή, κατά την οποία η ίδια ένιωθε, παντού γύρω της, την καταστολή και τον διωγμό του ανθρώπου, του διαφορετικού, και το έγραψε με πάρα πολύ πόνο.

Νομίζω ότι χρήζει μεγάλου σεβασμού το έργο της συνολικά, αλλά ειδικά αυτό το κείμενο· αφορά στην προσπάθεια να νικήσει η αγάπη ως απελευθέρωση από το τυφλό μίσος, κάτι που, πια, κι εγώ ο ίδιος νιώθω παντού γύρω μας.

Επτά φωνές, σε ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, προσπαθούν να επιμείνουν και να αγαπήσουν, να ελευθερωθούν, να διεκδικήσουν την ταυτότητά τους. Είναι πράγματα, τα οποία φαντάζουν τόσο απαγορευμένα και, καμιά φορά, οι άνθρωποι δεν τολμάμε να τα «ακουμπήσουμε». Έχουμε μάθει να υπακούμε.

Το «Cleansed» με «συνοδεύει» από την εφηβεία μου. Ένιωθα ότι κάποια στιγμή θα το προσεγγίσω, αλλά δεν ήξερα πότε. Το πήρα απόφαση και νομίζω ότι, η συγκεκριμένη διανομή, είναι των ονείρων μου.

Αν δεν είμαι θαυμαστής των ηθοποιών με τους οποίους δουλεύω, δεν μπορώ να συνεργαστώ ουσιαστικά. Για παράδειγμα, το «Λεωφορείο ο Πόθος» δεν θα μπορούσε να γίνει παράσταση χωρίς την επιλογή της Αλεξίας Καλτσίκη στον ρόλο της Μπλανς.

Έχει να κάνει με τους ανθρώπους, να νιώθεις ότι μπορούν να αντιληφθούν και να προχωρήσουν τις σκέψεις και τις καταστάσεις σου· πρώτα απ’ όλα, να μπορούν να ενσαρκώσουν οριακές περιοχές με τον τρόπο και την αισθητική σου.

Θα λέγατε ότι, οι παραστάσεις που επιλέγετε να σκηνοθετήσετε, αντανακλούν τους προβληματισμούς ή τις αγωνίες σας απέναντι σε έναν κοινωνικό κανόνα κάλυψης, συγκάλυψης ή αποσιώπησης των τραυμάτων;

Αν με κάποιον τρόπο ζεις και «συνομιλείς» με την εποχή, από κάπου αντλείς το υλικό σου. Δεν πρόκειται απαραίτητα για κάτι άμεσο, δεν θα μιλήσεις ονομαστικά για όσα συμβαίνουν. Ο απόηχος αυτών, όμως, «ακουμπά» σε πολλά κομμάτια της δραματουργίας έργων.

Στο «Λεωφορείο ο Πόθος» υπάρχει η σύγκρουση της Μπλανς με την πραγματικότητα. Στην ουσία, είναι ένα πρόσωπο που βρίσκει την πραγματικότητα αφόρητη και προσπαθεί να φτιάχνει κόσμους λίγο παραδίπλα. Σχεδόν διώκεται, τραυματίζεται, βιάζεται γι’ αυτό. Επίσης, είναι μια γυναίκα που το ζει όλο αυτό.

Δυστυχώς, έχει μεγάλη σχέση με το «σήμερα». Ακόμη «παλεύουμε» και συζητάμε για τα θέματα της ισότητας και της αποδοχής.

Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι, αφετηρία κάθε πορείας, είναι ο πόθος για κάτι, εσάς τι σας οδήγησε να διαβείτε το σκηνοθετικό μονοπάτι;

Από πολύ μικρός, από όταν ξεκίνησα να βλέπω παραστάσεις -στην αρχή χωρίς να καταλαβαίνω και παράλληλα να θαμπώνομαι από αυτό που συμβαίνει- ένιωσα έλξη από τη δημιουργία αυτών των μικρόκοσμων· ότι κάποιος, δηλαδή, έχει τη δυνατότητα να φτιάξει μια άλλη εκδοχή ζωής πάνω στη σκηνή με τη φαντασία και με τις σιωπές και με τις λέξεις, και να μπορεί αυτό το πράγμα να είναι χειροπιαστό.

Άρχισα, λοιπόν, να ενδιαφέρομαι για την ιδέα του σκηνοθέτη, για τον άνθρωπο που συνθέτει αυτούς τους κόσμους. Έτσι, πήγαινα κάπως…κρυφά και έβλεπα παραστάσεις, προσπαθώντας να καταλάβω τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή.

Ποια παράσταση θυμάστε, τότε, να σας συντάραξε συθέμελα;

Το «Bella Venezia» του Λευτέρη Βογιατζή και «Ο γλάρος» του Μαστοράκη, στο Κεφαλληνίας, με τη Μπέττυ Αρβανίτη ήταν δύο παραστάσεις με τις οποίες δεν πίστευα ότι, πραγματικά, μπορώ να φανταστώ όλο τον κόσμο μπροστά μου.

Με συνάρπαζαν, ίσως ακόμη, οι μικρές σκηνές. Όλα βρίσκονται στο «μικροσκόπιο», άρα τα ψέματα από τα οποία μπορείς να κρυφτείς, είναι λιγότερα.

Αυτό το μονοπάτι της σκηνοθεσίας, λοιπόν, ήταν στρωτό; Ανηφορικό; Είχε τις διακυμάνσεις του;

Από πολύ νωρίς κατάλαβα πως έχω κάνει παραπάνω πράγματα από όσα είχα ονειρευτεί, όταν άρχιζα. Στα είκοσι πέντε μου χρόνια βρέθηκα να κάνω παραστάσεις στις κεντρικές σκηνές της Στέγης και του Εθνικού, στην Επίδαυρο και στην Αβινιόν. Για να είμαι ειλικρινής, ήταν μεγαλύτερο από μένα.

Δεν σημαίνει ότι δεν χαιρόμουν, αλλά τα πράγματα ήταν τόσο μεγάλα, που ένιωθα μια θηλιά επάνω μου. Όταν περνούν τα χρόνια, παραμένεις στα πράγματα και συνεχίζεις να δουλεύεις με τον τρόπο που πάντα πίστευες, ίσως ωριμότερος, τότε είσαι πιο ήσυχος.

Μπορεί να θυμάμαι λίγο πιο ταραγμένα αυτά, που κάποιος άλλος θα αποκαλούσε ως μεγάλες επιτυχίες. Είναι πολύ χρήσιμες και σημαντικές, αλλά νομίζω ότι το στρες και η έλλειψη χρόνου δεν σου επιτρέπουν, ακριβώς, να απολαύσεις τις καταστάσεις. Απολαμβάνεις, όμως, τις συναντήσεις.

Ας πούμε, δεν έχω κάποιο μαράζι ότι θέλω να δουλέψω με κάποιον συγκεκριμένα και δεν το έχω κάνει. Κι όταν έχω γύρω μου μια ομάδα ανθρώπων, που θα τους πω «ελάτε να κάνουμε αυτό» και το πιθανότερο είναι να μου απαντήσουν «πάμε», εκεί πέρα είναι που νιώθω την αποδοχή.

Η μερική αποστασιοποίηση από τα πράγματα διευκολύνει τα νέα ξεκινήματα;

Αν κάποιος έχει τη δυνατότητα -γιατί δεν είναι αυτονόητο πια- να μείνει για κάποιον καιρό χωρίς δουλειά, είναι τρομερό το «άδειασμα» και η επαναδιαπραγμάτευση των καταστάσεων που γίνονται ασυνείδητα. Πολλές φορές, όταν έχεις χρόνο, αρχίζουν και μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους. Ενώ όταν τα κοιτάς συνέχεια, δεν τα βλέπεις πάντα. Αυτό έχει ενδιαφέρον.

Για μένα, είναι σίγουρα απαραίτητο. Όσο περισσότερο, δηλαδή, μπορείς να αποστασιοποιηθείς και να πάρεις χρόνο, τόσο πιο ισχυρά επιστρέφεις στο κέντρο όσων σε ενδιαφέρουν.

Πώς είναι ο Δημήτρης Καραντζάς ως σκηνοθέτης;

Νομίζω ότι είναι ένα περίεργο κράμα. Από τη μία έχω κάτι εξάρσεις υπερλεπτομέρειας και υπερσυγκέντρωσης και από την άλλη μιας υπερπαιδικότητας, που παρασύρομαι τελείως από ό, τι συμβαίνει.

Επίσης, αν δεν εμπιστεύομαι τον άλλον βαθιά, βάζω πολύ αυστηρά όρια επαγγελματικής καθοδήγησης. Εφόσον τον εμπιστεύομαι, όμως, μπορεί και να τον αφήσω να οδηγήσει τα πράγματα κι εγώ απλώς να τα συμπυκνώνω, να τα συνοψίζω. Κάθε φορά είναι η συγκυρία.

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στο θεατρικό πάλκο. Τα σκηνικά έχουν στηθεί, οι ηθοποιοί και οι υπόλοιποι συντελεστές έχουν πάρει τις θέσεις τους. Ο χρόνος «παγώνει». Ξεναγήστε μας στον κόσμο του Τενεσί Ουίλιαμς, υπό τη σκηνοθετική προσέγγιση του Δημήτρη Καραντζά.

Ο σκηνικός χώρος είναι ένα «γκέτο»· ένα «μελίσσι» ανθρώπων, μεταναστών και εργαζόμενων. Μέσα σε αυτό το τοπίο, σχεδόν σαν να έχει πέσει από άλλον πλανήτη, έρχεται η Μπλανς για να…πεθάνει. Ξέρει ότι δεν ανήκει κάπου. Η αστική τάξη του Νότου έχει εκπέσει, υπάρχει κάτι άλλο που «ανθίζει» στον κόσμο και αυτή η εργατική τάξη διεκδικεί να γίνει ο νέος «οδηγός».

Σε αυτό το πάρα πολύ στενό και μικρό σκηνικό πρέπει να χωρέσουν ο επεκτατισμός της Μπλανς, η οποία ακόμη διεκδικεί την ύπαρξή της, και το μεγάλο όνειρο του Στάνλεϊ, ο οποίος ως ένας «τραυματισμένος» Πολωνός μετανάστης που έχει συνηθίσει να είναι ο δούλος τον αστών, διεκδικεί την ταυτότητά του ως ίση ή και ανώτερη.

Αυτή η «συντριβή» αποκτά πάρα πολύ βίαιους και ωμούς τρόπους στο «παιχνίδι», στη «Βραδιά Πόκερ» όπως ήταν ο άλλος τίτλος του Τενεσί Ουίλιαμς για το έργο· ο Στάνλεϊ και η Μπλανς σαν να παίζουν μια παρτίδα πόκερ, κατά την οποία αυτός κερδίζει με τα κρυφά του φύλλα και, τελικά, διαλύει τη Μπλανς.

Στην παράστασή μας, βέβαια, υπάρχει μια ανατροπή στο τέλος σχετικά με το αν τη διαλύει ή αν η Μπλανς επιλέγει να διαλύσει τον τελείως πλασματικό κόσμο που έχει φτιάξει ο Στάνλεϊ και τον θεωρεί βασίλειό του· σαν να επιλέγει η ίδια να φύγει από αυτήν την πραγματικότητα, διαρρηγνύοντάς την.

Τι συμβαίνει, όταν ο θεατής έρχεται ενημερωμένος και με προκαθορισμένες προσδοκίες, ξεχνώντας τη ματιά του σκηνοθέτη σε ό, τι διαδραματίζεται;

Ένας λόγος για τον οποίο συνεχίζουν να ανεβαίνουν αυτά τα έργα, είναι οι ανεξάντλητες ερμηνείες τους. Έχει ενδιαφέρον να μπορείς να αφεθείς τελείως σε ό, τι σου προσφέρει κάθε παράσταση, να μπορείς να «διαβάσεις» τι σου λέει.

Με υποκινεί ένα έργο, το οποίο έχει ακόμη κοινωνικό αντίκτυπο και, πρώτα απ’ όλα, πυρηνικό αντίκτυπο σε μένα. Το «Λεωφορείο ο Πόθος» είναι ένα περισσότερο πολιτικοκοινωνικό και ταξικό έργο, παρά ρομαντικό – ερωτικό. Αυτό έχει μια αξία, γιατί και ο Τενεσί Ουίλιαμς βρισκόταν εν μέσω μιας κοινωνικής αλλαγής· έβλεπε την καλπάζουσα ακμή μιας τάξης, που δεν γνώριζε.

Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον στο να μπορέσει κάποιος να κατανοήσει ότι η Μπλανς δεν είναι μόνο ονειροπαρμένη, αλλά «πατάει» απόλυτα στην πραγματικότητα και καταλαβαίνει το τέλος της. Καθώς και ότι ο Στάνλεϊ, πέρα από το κάθαρμα που θα βιάσει τη Μπλανς, είναι και ένας «τραυματισμένος» μετανάστης, ο οποίος έχει υποστεί ρατσισμό.

Αν αυτά τα πράγματα αρχίσεις και τα «ξύνεις» σκηνικά, θα διαπιστώσεις ότι, πίσω από το περίβλημα των χαρακτήρων, κρύβονται περισσότερα από όσα πίστευες πως έχεις καταλάβει.

Τι σημαίνει για εσάς, κύριε Καραντζά, η συνάντηση με τον θεατή;

Δεν μπορώ να συνηθίσω να βλέπω παραστάσεις μαζί με τους θεατές. «Τρώγομαι», ενοχλούμαι, δεν μπορώ να ηρεμήσω. Αυτό είναι το αρνητικό.

Από την άλλη, έχουν υπάρξει φορές που παρακολουθώ δική μου παράσταση και καταλαβαίνω ότι είμαι ο μόνος που κινείται νευρικά, γιατί οι υπόλοιποι έχουν συντονιστεί με αυτό που συμβαίνει. Είναι τόσο συγκινητικό, και όταν το βλέπεις, λες ότι αξίζει τον κόπο αυτός ο μόχθος.

Τη βρίσκω πολύτιμη, δεν ξέρω κάθε φορά τι θα μου αποκαλύψει η συνάντηση με τον θεατή. Επίσης, εκτιμώ, σέβομαι πολύ και αυτόν, που δεν θα του αρέσει κάτι. Με ενδιαφέρει να ακούσω τον λόγο.

Πληροφορίες

«Λεωφορείο ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς

Θέατρο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ (Εθνικής Αμύνης 2, Θεσσαλονίκη)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων (έως 09/11): Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 17:30 & 21:00, Κυριακή στις 19:00

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: more.com

Διάρκεια: 130’

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Σκηνικό: Μαρία Πανουργιά

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος

Μουσική: Γιώργος Ραμαντάνης

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Γκιζώτης

Artwork, Φωτογραφίες & Video: Γκέλυ Καλαμπάκα

Δημόσιες Σχέσεις – Επικοινωνία: Ρίτα Σίσιου

Social Media: Renegade Media

Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

Διανομή

Μπλανς Ντιμπουά: Αλεξία Καλτσίκη

Στάνλεϊ Κοβάλσκι: Aινείας Τσαμάτης

Στέλλα Κοβάλσκι: Δήμητρα Βλαγκοπούλου

Μιτς: Γιώργος Ζυγούρης

Στιβ: Γιάννης Κόραβος

Ευνίκη: Ιωάννα Ραμπαούνη