MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
Στο ναδίρ η αποταμίευση στην Ελλάδα – Οι πιθανοί λόγοι
Πώς σχολιάζει τη σταθερά αρνητική τιμή του σχετικού δείκτη ο υποδιοικητής της ΤτΕ
Συνεχίζεται το αρνητικό σερί της αποταμίευσης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία από την Eurostat, τα οποία περιλαμβάνονται και στο τελευταίο τριμηνιαίο δελτίο του ΙΟΒΕ για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία.
Ειδικότερα, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, που ορίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα, διαμορφώθηκε στο -0,95% το τελευταίο τρίμηνο του 2025. Για το ίδιο διάστημα, το ποσοστό αποταμίευσης σε ολόκληρη την Ευρωζώνη ανήλθε στο 14,30%.
Να σημειωθεί ότι στο Ά τρίμηνο του 2025, τα αντίστοιχα ποσοστά ανήλθαν σε -4,80% και 14,88%, στο ΄Β τρίμηνο σε -1,92% και 14,94%, και στο ΄Γ τρίμηνο σε -3,08% και 14,60%.
Τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε σύμπνοια με πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, για ολόκληρο το 2024. Με βάση αυτά, η καθαρή αποταμίευση στην Ελλάδα, ως ποσοστό του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος, διαμορφώθηκε στο -9,3%, έναντι 8,1% στην ΕΕ.
Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, καθηγητής Θεόδωρος Κ. Πελαγίδης, σχολιάζοντας στο TheOpinion το φαινόμενο της αρνητικής αποταμίευσης, δηλώνει: «Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι στη χώρα μας οι μισθοί, αν και σταδιακά αυξάνονται, παραμένουν χαμηλοί αναλογικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, λόγω της χαμηλής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Άρα, δεν περισσεύουν ικανά ποσά στα νοικοκυριά για αποταμίευση. Αυτή η γνώμη έχει μία βάση. Προφανώς σε μία εύρωστη οικονομία με υψηλά εισοδήματα και ιδίως εύρωστη μεσαία τάξη –αφού αυτή είναι που κυρίως αποταμιεύει– θα υπάρχουν υψηλότερα ποσοστά αποταμίευσης».
Ωστόσο, τονίζει, ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο από αυτήν τη «γραμμική» ανάγνωση, καθώς πολλές φορές τα στατιστικά στοιχεία είναι αποσπασματικά ή προκύπτουν με διαφορετικές μεθοδολογίες και είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Ενημερώνει, μάλιστα, ότι αυτήν την περίοδο έχουν συσταθεί εντός της ΤτΕ ομάδες μελέτης, σε συνεργασία με άλλους φορείς, έτσι ώστε να δοθεί η δυνατότητα ακριβέστερης καταγραφής του σχετικού δείκτη.
Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει και το πώς η εκτεταμένη παραοικονομία στην Ελλάδα ενδεχομένως να δημιουργεί μία διαστρεβλωμένη εικόνα. Στην περσινή έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, για το 2025, τονίζεται:
«Παρά την καταγραφείσα αξιοσημείωτη πρόοδο (τόσο στην περίπτωση του ΦΠΑ όσο και στην περίπτωση του φόρου εισοδήματος), το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα παραμένει σημαντικό συγκριτικά με άλλες χώρες και με τον μέσο όρο της ΕΕ και πλέον επικεντρώνεται σε κλάδους με αυξημένη συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές κατά μεγάλο μέρος γίνονται με μετρητά και οι δυνατότητες φορολογικού ελέγχου είναι συγκριτικά περιορισμένες».
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την οργάνωση κατά της διαφθοράς Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς, «το 2020, το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 26% του ΑΕΠ (ποσοστό κοντά σε αντίστοιχα αναπτυσσόμενων χωρών), και προβλέπεται ότι θα παραμείνει στα ίδια περίπου επίπεδα τουλάχιστον μέχρι το 2027».
«Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ένα συγκεκριμένο νούμερο και ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Προφανώς, όμως, υπάρχουν αποταμιευτικά κεφάλαια τα οποία κατακρατούνται χωρίς να φαίνονται. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πού. Μπορεί να κρατούνται σε στρώματα, μπορεί να διοχετεύονται σε συναλλαγές που δεν καταγράφονται μεταξύ ατόμων, νοικοκυριών κτλ.», παραδέχεται ο κ. Πελαγίδης.
Πάντως, σε μακροοικονομικό επίπεδο, ο υποδιοικητής της ΤτΕ εμφανίζεται απολύτως καθησυχαστικός ως προς τα κατά πόσο η μακροχρόνια αρνητική αποταμίευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, λόγω αδυναμίας των πολιτών να… βάλουν κάτι στην άκρη στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Επιπροσθέτως, τα τελευταία έτη παρατηρείται μία σημαντική εισροή κεφαλαίων στη χώρα μας από το εξωτερικό, είτε με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων είτε με τη μορφή επενδύσεων σε ομόλογα.
Σχετικά με αυτό, εξηγεί στο TheOpinion: «Η Ελλάδα είναι μια χώρα με έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ένα αποτέλεσμα της σχέσης εθνικών αποταμιεύσεων και εγχώριων επενδύσεων, όπου οι πρώτες είναι πολύ χαμηλότερες από τις δεύτερες, και το κενό αυτό “καλύπτεται” από την εισαγωγή ξένων κεφαλαίων. Tο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών εξαρτάται και διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από το ισοζύγιο κεφαλαίων, ενώ και τα δύο μαζί συμπεριλαμβάνονται στο ισοζύγιο πληρωμών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, έχουμε θετικό ισοζύγιο κεφαλαίων, καθώς έχουμε εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό είτε με τρόπο άμεσο είτε σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Αυτή η τάση οδηγεί, σαν παράπλευρο φαινόμενο, σε έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, χωρίς όμως αυτό το έλλειμμα να μεταφράζεται σε έλλειμμα ανταγωνιστικότητας ή πολύ περισσότερο σε κάποιου είδους ρίσκο για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα».
Πανευρωπαϊκή έρευνα: Έξι στους δέκα Έλληνες εξακολουθούν να μην αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους