Ο… πόλεμος της πικροδάφνης: Αντιδράσεις για την απομάκρυνση από τα σχολεία
Η εγκύκλιος, η οποία διαβιβάστηκε προς όλες τις σχολικές μονάδες της χώρας, επικαλείται την τοξικότητα του φυτού και τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία, προτείνοντας την αντικατάστασή του με ασφαλέστερα είδη
Κύμα αντιδράσεων στον χώρο των γεωτεχνικών και των επαγγελματιών του αστικού πρασίνου έχει προκαλέσει η σύσταση του υπουργείου Υγείας για απομάκρυνση της πικροδάφνης από σχολεία, πάρκα και άλλους δημόσιους χώρους όπου βρίσκονται παιδιά.
Η εγκύκλιος, η οποία διαβιβάστηκε από το υπουργείο Παιδείας προς όλες τις σχολικές μονάδες της χώρας, επικαλείται την τοξικότητα του φυτού και τους πιθανούς κινδύνους για την υγεία, προτείνοντας την αντικατάστασή του με ασφαλέστερα είδη.
Ωστόσο, η οδηγία αυτή έχει ανοίξει μια έντονη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο είναι αναγκαία μια τόσο γενικευμένη παρέμβαση στο πράσινο, με επιστημονικούς φορείς να κάνουν λόγο για υπερβολική αντίδραση και για μέτρα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες.
«Όλα αυτά είναι εν δυνάμει κίνδυνοι»
«Η πικροδάφνη είναι όντως επικίνδυνη. Πάντα έλεγα στους φοιτητές μου ότι είναι δηλητηριώδης και ότι μπορείς να πάθεις δηλητηρίαση. Αλλά απ’ αυτό το σημείο μέχρι το σημείο να ξεριζώσουμε όλες τις πικροδάφνες στην πόλη είναι στη λογική του “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι”», σημειώνει χαρακτηριστικά μιλώντας στο TheOpinion ο αναπληρωτής καθηγητής Ανθοκομίας στο Τμήμα Γεωπονίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Στέφανος Χατζηλαζάρου.
Όπως εξηγεί, ο κίνδυνος αφορά κυρίως παιδιά πολύ μικρής ηλικίας, γεγονός που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απομάκρυνση του φυτού από χώρους όπως παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία. Αντίθετα, όπως επισημαίνει, η γενικευμένη εκρίζωση από Γυμνάσια, Λύκεια και δημόσιους χώρους είναι μάλλον μία υπερβολική αντίδραση.
«Δεν βάζουμε πικροδάφνες σε έναν παιδικό σταθμό, σε ένα νηπιαγωγείο. Εκεί τα παιδιά είναι πολύ μικρής ηλικίας και το πόσο τοξικό είναι κάτι έχει να κάνει και με το βάρος. Στα σχολεία θα μπορούσε να υπάρξει σήμανση, μία ενημέρωση», υπογραμμίζει προτείνοντας την εφαρμογή του μέτρου σε Νηπιαγωγεία, Δημοτικά σχολεία, αλλά και περιμετρικά των παιδικών χαρών που χρησιμοποιούνται από μικρά παιδιά.
Παράλληλα, ο καθηγητής τονίζει πως και τα περισσότερα φυτά εσωτερικού χώρου είναι δηλητηριώδη για ανθρώπους και ζώα, παρόλα αυτά μεγάλη μερίδα του κόσμου τα τοποθετεί εντός της οικίας. «Όλα αυτά είναι εν δυνάμει κίνδυνοι», σημειώνει καταληκτικά.
Τι συστήνει η εγκύκλιος
Στην εγκύκλιο του υπουργείου Υγείας επισημαίνεται ότι η έκθεση του ανθρώπου στην πικροδάφνη μπορεί να προκύψει από διάφορους τρόπους, όπως κατάποση φύλλων ή ανθέων, δερματική επαφή με τον χυμό του φυτού, εισπνοή καπνού από την καύση του ή ακόμη και επαφή με τραύματα.
Η κατάποση θεωρείται ο πιο επικίνδυνος τρόπος έκθεσης, καθώς τα έντονα άνθη του φυτού μπορεί να προσελκύσουν παιδιά που ενδέχεται να αγγίξουν ή να δοκιμάσουν μέρη του φυτού. Η πικροδάφνη περιέχει τοξικές καρδιακές γλυκοσίδες που επηρεάζουν τη λειτουργία της καρδιάς και μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα όπως αρρυθμίες, ναυτία, εμετό, διάρροια, σύγχυση ή ακόμη και επιληπτικές κρίσεις.
Για τον λόγο αυτό, το υπουργείο Υγείας συστήνει την απομάκρυνση της πικροδάφνης από χώρους όπου βρίσκονται παιδιά, όπως σχολεία, πάρκα και παιδικές χαρές, καθώς και την αντικατάστασή της με μη τοξικά φυτά.
Παράλληλα, προτείνεται η ενημέρωση της σχολικής κοινότητας, η εκπαίδευση των παιδιών ώστε να αποφεύγουν την επαφή με το φυτό και η τοποθέτηση σήμανσης σε περιπτώσεις όπου η απομάκρυνση δεν μπορεί να γίνει άμεσα.
Ένοχη για μόλις 4 στις 22.000 ετήσιες δηλητηριάσεις
Την έντονη αντίθεσή της στην οριζόντια σύσταση απομάκρυνσης της πικροδάφνης εκφράζει και η Πανελλήνια Ένωση Επαγγελματιών Γεωτεχνικών και Επιχειρήσεων Πρασίνου (ΠΕΕΓΕΠ), η οποία κάνει λόγο για απόφαση που ελήφθη χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.
Σε ανακοίνωσή της επισημαίνει ότι το έγγραφο του ΕΟΔΥ, το οποίο αποτέλεσε τη βάση της σχετικής εγκυκλίου, δεν περιλαμβάνει ανάλυση επικινδυνότητας, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο για την αξιολόγηση ενός τέτοιου ζητήματος.
Παράλληλα, τονίζει ότι η πικροδάφνη αποτελεί διαχρονικό στοιχείο του ελληνικού τοπίου και σημαντικό μέρος του αστικού πρασίνου ένα αυτοφυές και ιδιαίτερα ανθεκτικό φυτό που μπορεί να επιβιώνει σε δύσκολες συνθήκες ξηρασίας και ρύπανσης, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση των εδαφών, στη συγκράτηση μικροσωματιδίων και στην ενίσχυση της αστικής βιοποικιλότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ΠΕΕΓΕΠ από το Κέντρο Δηλητηριάσεων, από τα περίπου 22.000 περιστατικά δηλητηρίασης που καταγράφονται κάθε χρόνο σε παιδιά ηλικίας 0 έως 14 ετών, μόλις 78 σχετίζονται με μανιτάρια και φυτά. Από αυτά, τα 71 περιστατικά σημειώθηκαν μέσα σε σπίτια, ενώ συνολικά μόλις τέσσερα αποδόθηκαν στην πικροδάφνη.
Επιπτώσεις σε περιβάλλον και οικονομία
Ένα ακόμη ζήτημα που θέτει η ΠΕΕΓΕΠ αφορά το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής. Όπως επισημαίνεται, η μαζική απομάκρυνση και αντικατάσταση των φυτών πικροδάφνης θα επιβαρύνει σημαντικά τους προϋπολογισμούς των δήμων και του κράτους.
Η πικροδάφνη, όπως αναφέρεται, αποτελεί ιδιαίτερα ανθεκτικό φυτό που απαιτεί ελάχιστη συντήρηση και προσαρμόζεται εύκολα στις δύσκολες συνθήκες του αστικού περιβάλλοντος, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διαχείριση του αστικού πρασίνου.
Παράλληλα, η Ένωση επισημαίνει ότι μια μαζική εκρίζωση έρχεται σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές για το κλίμα και το αστικό πράσινο, καθώς ο Ευρωπαϊκός Κλιματικός Νόμος προβλέπει την ενίσχυση των πράσινων επιφανειών στις πόλεις έως το 2030, στο πλαίσιο της προσπάθειας για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Η αντι-πρόταση των «ζωντανών» σχολικών αυλών
Από την πλευρά της, η ΠΕΕΓΕΠ προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην ενημέρωση και στην ορθολογική διαχείριση του φυτικού υλικού.
Μεταξύ άλλων εισηγείται την τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων σε χώρους όπου υπάρχουν πικροδάφνες και την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Όπως υποστηρίζει, το πράσινο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βιοκλιματικό εργαλείο για το σχολικό περιβάλλον, μετατρέποντας τις αυλές σε ζωντανά οικοσυστήματα και σε χώρους εκπαίδευσης και περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης.