Μυστήριο με τη σορό στην «πολυκατοικία του τρόμου» στη Μενεμένη – Ανατροπή από τα αποτελέσματα DNA
Καθοριστική για την εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξε η έρευνα σε κτίριο που συνδέεται με τον καθ’ ομολογίαν δράστη
Σε υπόθεση για γερά νεύρα εξελίσσεται η ανεύρεση σορού στα τέλη Ιανουαρίου στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης, ύστερα από πολύμηνες έρευνες του «Ελληνικού FBI» και έμπειρων στελεχών της Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής, της λεγόμενης «Ανθρωποκτονιών».
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, η οποία είχε αναλάβει τη νεκροψία – νεκροτομή της σορού που εντοπίστηκε στο δώμα της λεγόμενης «πολυκατοικίας του τρόμου» στη δυτική Θεσσαλονίκη, τα δείγματα DNA που κατάφεραν να εντοπίσουν στα οστά που είχαν απομείνει από τη γυναίκα δεν συνάδουν με το DNA που εντοπίστηκε σε προσωπικά της αντικείμενα στο σπίτι της.
Τα αποτελέσματα αυτά έρχονται να ενταχθούν στις έρευνες των Αρχών, οι οποίες «δείχνουν» έναν άνδρα που διέμενε στη συγκεκριμένη πολυκατοικία ως βασικό δράστη δύο δολοφονιών. Ωστόσο, δημιουργείται πλέον νέα διάσταση στην υπόθεση, καθώς στη μία από τις δύο περιπτώσεις –την οποία φέρεται να έχει ομολογήσει– δεν έχει εντοπιστεί η σορός, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η οποία αρχικά θεωρήθηκε ότι ταυτοποιήθηκε βάσει αδιάσειστων στοιχείων, προκύπτει τώρα ότι η σορός που βρέθηκε ενδέχεται να μην ανήκει τελικά στο συγκεκριμένο θύμα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης η Ελληνική Αστυνομία προσανατολίζεται πλέον στη λήψη γενετικού υλικού από συγγενικό πρόσωπο της Ευρυδίκης Κουτσάκη. Το πρόσωπο αυτό έχει ήδη εντοπιστεί από τις Αρχές και αναμένεται να κληθεί προκειμένου να δώσει δείγμα DNA, το οποίο θα συγκριθεί με το γενετικό υλικό που συλλέχθηκε από τη σορό που εντοπίστηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας.
Η συγκεκριμένη διαδικασία θεωρείται κρίσιμη για την περαιτέρω πορεία της έρευνας, καθώς ενδέχεται να δώσει σαφή απάντηση ως προς την πραγματική ταυτότητα της νεκρής γυναίκας. Σε περίπτωση που η σύγκριση των δειγμάτων οδηγήσει σε ταύτιση, θα επιβεβαιωθεί οριστικά ότι η σορός ανήκει στην Ευρυδίκη Κουτσάκη. Αντίθετα, εφόσον προκύψει ασυμβατότητα των γενετικών δεδομένων, θα ενισχυθεί το σενάριο ότι η σορός ανήκει σε διαφορετικό πρόσωπο, γεγονός που θα ανοίξει νέο κύκλο ερευνών για την ταυτοποίηση της γυναίκας αλλά και για την ανασύνθεση των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στον θάνατό της.
Υπενθυμίζεται ότι οι δύο άνδρες συνελήφθησαν τον Ιανουάριο και συγκεκριμένα στις 27, κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων που εκδόθηκαν από το αρμόδιο Ανακριτικό Τμήμα, έπειτα από εκτεταμένες και στοχευμένες έρευνες της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας, της λεγόμενης «Ελληνικό FBI». Οι έρευνες αυτές οδήγησαν στον εντοπισμό στοιχείων που συνέδεσαν τους κατηγορουμένους με σοβαρά εγκλήματα κατά της ζωής.
Καθοριστική για την εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξε η έρευνα σε κτίριο που συνδέεται με τον καθ’ ομολογίαν δράστη. Κατά την είσοδο των αστυνομικών δυνάμεων στο κτίριο, η έντονη δυσοσμία που επικρατούσε προκάλεσε υποψίες και οδήγησε στην επέκταση της έρευνας και σε χώρους πέραν του υπογείου. Στο πλαίσιο αυτό, οι αστυνομικοί εντόπισαν τελικά στον τέταρτο όροφο, σε χώρο της ταράτσας, ανθρώπινο σκελετό τυλιγμένο σε κουβέρτα. Το εύρημα επιβεβαίωσε ότι στο κτίριο υπήρχε τουλάχιστον μία σορός σε προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης.
Όταν ο 52χρονος ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς σχετικά με την ύπαρξη δεύτερης σορού, φέρεται να υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη γυναίκα δεν δολοφονήθηκε από τον ίδιο. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, «ήταν μαζί μας, κάναμε χρήση, έπαθε overdose, την τυλίξαμε και την πετάξαμε στην ταράτσα», αποδίδοντας τον θάνατό της σε υπερβολική δόση ναρκωτικών ουσιών.
Η νεκροψία – νεκροτομή στο σώμα της γυναίκας, η οποία βρέθηκε την Τρίτη 27 Ιανουαρίου σε χώρο ταράτσας πολυκατοικίας, πραγματοποιήθηκε από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης. Η κατάσταση της σορού, όπως είχε αποκαλύψει το TheOpinion, χαρακτηριζόταν από εκτεταμένη αποσύνθεση, στοιχείο που κατέστησε το ιατροδικαστικό έργο ιδιαίτερα απαιτητικό. Παρά τις δυσκολίες, η εμπειρία των ιατροδικαστών επέτρεψε την αναγνώριση κρίσιμων κακώσεων, οι οποίες θεωρούνται καθοριστικές για τη διερεύνηση του μηχανισμού θανάτου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο κάταγμα του υοειδούς οστού, εύρημα που, σύμφωνα με τις ιατροδικαστικές εκτιμήσεις, συνδέεται συχνά με άσκηση πίεσης στον λαιμό. Το επικρατέστερο σενάριο που εξετάζεται είναι ότι η κάκωση προκλήθηκε από άτομο το οποίο βρισκόταν πίσω από το θύμα, πέρασε το χέρι γύρω από τον λαιμό της και άσκησε δύναμη με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά. Η συγκεκριμένη φορά πίεσης θεωρείται συμβατή τόσο με το κάταγμα του υοειδούς όσο και με την εξάρθρωση των αυχενικών σπονδύλων, η οποία φέρεται να αποτέλεσε την άμεση αιτία θανάτου.
Παράλληλα, από τα ευρήματα της νεκροψίας προέκυψαν ενδείξεις που παραπέμπουν σε μετακινήσεις της σορού. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εικόνα της αποσύνθεσης και συγκεκριμένα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σώμα δεν παρέμεινε σε ένα μόνο σημείο, αλλά μεταφέρθηκε σε διαφορετικούς χώρους για άγνωστο χρονικό διάστημα. Το δεδομένο αυτό εξετάζεται σε συνδυασμό με τον εκτιμώμενο χρόνο θανάτου και θεωρείται κρίσιμο για την ανασύνθεση της ακριβούς χρονικής ακολουθίας των γεγονότων.
Την ίδια ώρα, οι αστυνομικές αρχές συνεχίζουν την ενδελεχή έρευνα γύρω από την υπόθεση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλοκής του βασικού υπόπτου και σε άλλες υποθέσεις εξαφανισμένων γυναικών. Το ενδεχόμενο αυτό αναμένεται να αποσαφηνιστεί μετά την ολοκλήρωση των εργαστηριακών ελέγχων και την αξιολόγηση του συνόλου των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί από τα στελέχη της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας.