Η τέχνη του αργαλειού ξαναζωντανεύει στη Θεσσαλονίκη (ΦΩΤΟ)

Για πολλούς λειτουργεί και ως μέσο χαλάρωσης και δημιουργικής έκφρασης

Η τέχνη του αργαλειού ξαναζωντανεύει στη Θεσσαλονίκη (ΦΩΤΟ)

Από 5 έως και 75 ετών είναι οι Θεσσαλονικείς που επιλέγουν να καθίσουν μπροστά στον αργαλειό και να μάθουν την παραδοσιακή τεχνική που παλαιότερα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. Σε εργαστήρια της πόλης, μικροί και μεγάλοι μαθαίνουν βήμα-βήμα τα μυστικά της παραδοσιακής τέχνης. Η Πηνελόπη Τσομπανίδου, υπεύθυνη ενός από τα εργαστήρια υφαντικής στη Θεσσαλονίκη μίλησε στο TheOpinion.

«Διδάσκω υφαντική και παράλληλα οργανώνουμε σεμινάρια, όπου καλούμε και άλλους επαγγελματίες. Στον χώρο γίνονται μαθήματα για αρχάριους αλλά και για προχωρημένους, από τα πρώτα βήματα μέχρι πιο σύνθετα έργα. Αρχικά ασχολούμουν ερασιτεχνικά και είχα τους αργαλειούς στο σπίτι. Κάποια στιγμή όμως δεν υπήρχε αρκετός χώρος, οπότε βρήκα αυτό το εργαστήριο. Έτσι ξεκίνησαν τα μαθήματα, προστέθηκαν και άλλοι αργαλειοί και σήμερα έχει δημιουργηθεί ένας ζωντανός  πολυχώρος», αναφέρει κ. Τσομπανίδου.

«Οι περισσότεροι μαθητές είναι από 18 έως 75 ετών, ενώ έχουμε και παιδικό τμήμα, στο οποίο συμμετέχουν γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Μάλιστα, τα νεότερα παιδιά δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον», τονίζει. Σύμφωνα με την ίδια, η ανταπόκριση του κόσμου είναι ιδιαίτερα θετική. «Ο κόσμος το αγκάλιασε πολύ. Υπάρχει ενδιαφέρον τόσο για την παράδοση όσο και για μια πιο σύγχρονη προσέγγιση. Χρησιμοποιούμε παραδοσιακές τεχνικές, αλλά τις προσαρμόζουμε και σε πιο μοντέρνες δημιουργίες», εξηγεί.

Πέρα όμως από την εκμάθηση για πολλούς λειτουργεί και ως μέσο χαλάρωσης και δημιουργικής έκφρασης. «Σε ηρεμεί, γιατί συγκεντρώνεσαι σε αυτό που φτιάχνεις και δουλεύεις με νήματα και υφές. Είναι μια διαδικασία πολύ δημιουργική», σημειώνει η κ. Τσομπανίδου, ενώ συμπληρώνει οτι,«δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν να δημιουργήσουν τα δικά τους υφάσματα για τη διακόσμηση του σπιτιού τους. Ο αργαλειός που παλαιότερα βρισκόταν σχεδόν σε κάθε σπίτι στα χωριά, επιστρέφει σήμερα με έναν διαφορετικό ρόλο».

«Σήμερα δεν αποτελεί κυρίως μέσο βιοπορισμού, αλλά έχει και μια πιο καλλιτεχνική διάσταση», σημειώνει η κ. Τσομπανίδου, προσθέτοντας ότι το ενδιαφέρον για την υφαντική αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. «Η υφαντική αρχίζει ξανά να αναπτύσσεται. Δημιουργούνται νέοι χώροι και πρωτοβουλίες που την αναδεικνύουν. Είναι σημαντικό, γιατί πρόκειται για μια τέχνη που δεν πρέπει να χαθεί», καταλήγει.