Η «μαύρη τρύπα» της αποθήκευσης ενέργειας: Πώς η έλλειψη μπαταριών «φουσκώνει» τους λογαριασμούς

«Πυρά» από τους κατόχους φωτοβολταϊκών για την αναγκαστική εξαγωγή ενέργειας και την... αβάντα στο φυσικό αέριο

Η «μαύρη τρύπα» της αποθήκευσης ενέργειας: Πώς η έλλειψη μπαταριών «φουσκώνει» τους λογαριασμούς
Μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας (İsmail Enes Ayhan/Unsplash)

“Too little, too late” θα μπορούσε να είναι μία ταιριαστή φράση για το πώς βλέπει τις πρόσφατες εξαγγελίες του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας γύρω από την αποθήκευση ενέργειας η Πανελλήνια Ομοσπονδία Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά (ΠΟΣΠΗΕΦ).

Όπως είχε αναδείξει το TheOpinion και σε προηγούμενο ρεπορτάζ του για τα φωτοβολταϊκά στο μπαλκόνι, το ελληνικό δίκτυο δεν έχει αρκετές μπαταρίες για να αποθηκεύει το ρεύμα που παράγεται από ΑΠΕ, με αποτέλεσμα αυτό να «χάνεται» ή να εξάγεται σε πολύ χαμηλές τιμές σε γειτονικές χώρες.

Παράλληλα, η χώρα μένει χωρίς αρκετή ενέργεια κατά τις βραδινές ώρες, όταν και τα φωτοβολταϊκά είναι εκτός λειτουργίας, με αποτέλεσμα να παίρνουν μπροστά τα εργοστάσια παραγωγής ρεύματος με φυσικό αέριο, που γίνεται ολοένα και πιο ακριβό λόγω της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης. Άρα, ο καταναλωτής επιβαρύνεται με αυξημένες τιμές Κιλοβατώρας, ενώ αν υπήρχαν μπαταρίες, το ρεύμα των φωτοβολταϊκών θα μπορούσε να αποθηκεύεται και να «ρίχνεται» στο σύστημα κάθε βράδυ, κρατώντας χαμηλά τις τιμές.

Η ψαλίδα στις μπαταρίες με τη Βουλγαρία και οι «αναγκαστικές» εξαγωγές

Μία από τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει… πάρε – δώσε στον τομέα της ενέργειας είναι η Βουλγαρία. Σύμφωνα με τον Πέτρο Τσικούρα, οργανωτικό γραμματέα της ΠΟΣΠΗΕΦ, η χώρα είχε δυνατότητα αποθήκευσης 16.000 ΜWh πριν περίπου δύο μήνες. Σήμερα έχει 18.000 MWh. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει δυνατότητα αποθήκευσης περίπου… 1.000 MWh, με την προοπτική να υπάρξει αύξηση μέχρι τις 1.500 MWh το επόμενο διάστημα. Προφανώς η ψαλίδα είναι τεράστια, και ανοίγει ολοένα και περισσότερο λόγω της ραγδαίας αύξησης του αποθηκευτικού χώρου από την πλευρά της γείτονος.

Αυτός ο αποθηκευτικός χώρος γεμίζει σε μεγάλο βαθμό με ρεύμα που εξάγεται από την Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει καταστεί βασικός «παίκτης» της περιοχής στην εξαγωγή «καθαρής» ενέργειας, λόγω της μεγάλης εξάπλωσης των φωτοβολταϊκών. Σε αυτό αναφέρθηκε πριν μερικές μέρες από τη ΔΕΘ ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα έχει αλλάξει πίστα», αφού το 2019 εισήγαγε περίπου το 18% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ σήμερα έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εξαγωγέα ρεύματος.

Αλλά, όπως σημειώνει σε αυστηρό τόνο ο κ. Τσικούρας, οι εξαγωγές γίνονται από ανάγκη:

«Είναι ντροπή ο κ. Τσάφος και τα κυβερνητικά στελέχη να επαίρονται και να πανηγυρίζουν που είμαστε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας. Εξάγουμε από ανάγκη, όχι από βούληση. Εξάγουμε με αρνητικές τιμές. Αρνητικές τιμές σημαίνει ότι δίνουμε ενέργεια και πληρώνουμε! Δηλαδή επιδοτούμε τους Βούλγαρους, αφού αγοράζουν ρεύμα από εμάς σε τιμές που είναι χαμηλότερες από τις τιμές που πληρώνει ο Έλληνας καταναλωτής το βράδυ, όταν τις τιμές τις ρυθμίζει το φυσικό αέριο. Κάθε μέρα, έχουμε μηδενικές τιμές Μεγαβατώρας στο Χρηματιστήριο Ενέργειας μέχρι τις 04:00 – 05:00 το απόγευμα. Το βράδυ, που σταματάνε τα φωτοβολταϊκά και καίμε φυσικό αέριο για ρεύμα, η τιμή της Μεγαβατώρας πάει στα 240 ευρώ. Αν είχαμε μέσα αποθήκευσης, θα ανέβαινε και πάλι αλλά θα πήγαινε το ανώτερο στα 80 ευρώ/MWh».

Χρηματιστήριο Ενέργειας: Γιατί το ακριβό φυσικό αέριο καθορίζει την τελική τιμή

Για να γίνει πιο κατανοητό το τι ισχύει στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, πρέπει να σημειωθεί ότι η τελική τιμή Μεγαβατώρας κάθε μέρας προκύπτει με βάση το μοντέλο της Οριακής Τιμολόγησης (Marginal Pricing).

Συγκεκριμένα, κάθε μέρα όλες οι διαθέσιμες μονάδες παραγωγής κατατάσσονται σε μια λίστα, από την πιο φτηνή στην πιο ακριβή (merit order). Το σύστημα «αγοράζει» πρώτα τη φθηνή ενέργεια από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), καθώς έχουν σχεδόν μηδενικό κόστος λειτουργίας. Αν η ζήτηση είναι υψηλή και οι ΑΠΕ δεν αρκούν, το σύστημα ενεργοποιεί σταδιακά τις ακριβότερες θερμικές μονάδες (π.χ. λιγνίτη ή φυσικό αέριο). Η τιμή που προσφέρει η τελευταία μονάδα που μπαίνει στο σύστημα για να «κλειδώσει» η ζήτηση, γίνεται αυτόματα η ενιαία τιμή αποζημίωσης για όλους τους παραγωγούς (ακόμα και για αυτούς που παρήγαγαν με μηδενικό κόστος, όπως τα φωτοβολταϊκά). Αυτή είναι η Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ) —γνωστή πλέον και ως Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς (TEA)— με την οποία οι πάροχοι αγοράζουν την ηλεκτρική ενέργεια πριν την πουλήσουν στους τελικούς καταναλωτές.

Το επιχείρημα, λοιπόν, της ΠΟΣΠΗΕΦ, είναι ότι αν είχαμε επαρκή μέσα αποθήκευσης ενέργειας, η ακριβή εφεδρεία του φυσικού αερίου θα ενεργοποιούνταν πιο αργά μέσα στη μέρα καθημερινά –ή και καθόλου–, και άρα η ΟΤΣ θα ήταν χαμηλότερη.

Λογαριασμός 1,5 δισ. ευρώ ετησίως στους καταναλωτές λόγω έλλειψης μπαταριών

Σύμφωνα με στοιχεία του ΠΟΣΠΗΕΦ, η έλλειψη αποθήκευσης κοστίζει στους καταναλωτές 1,3 με 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτό το επιπλέον κόστος, εξηγεί ο κ. Τσικούρας, προκύπτει από τη διαφορά των τιμών μεταξύ των μηδενικών πρωινών τιμών και των βραδινών τιμών, καθώς και από το λεγόμενο «κόστος εξισορρόπησης», δηλαδή τη χρηματική δαπάνη που απαιτείται για να διατηρείται η σταθερότητα και η ισορροπία στο ηλεκτρικό σύστημα ανά πάσα στιγμή.

Στην εξειδίκευση των μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους στις αρχές της εβδομάδας, ο Νίκος Τσάφος, μαζί με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, ανήγγειλαν τη διοχέτευση 400 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 200 εκατ. ευρώ από τη ρήτρα διαφυγής, για την επίσπευση των έργων αποθήκευσης ενέργειας.

«Οι προηγούμενες μπαταρίες που μπήκαν στο σύστημα αδειοδοτήθηκαν πριν από τρία χρόνια. Για να μπουν οι επόμενες, εφόσον ισχύσουν οι εξαγγελίες που ακούσαμε, πιστεύω ότι θα περάσουν περίπου δύο χρόνια. Σύνολο πέντε χρόνια, λοιπόν, με το επιπλέον κόστος για τον Έλληνα καταναλωτή να είναι από 6,5 μέχρι 7,5 εκατ. ευρώ, αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει. Χρήματα τα οποία τα “παντελονιάζουν” τέσσερις εταιρείες φυσικού αερίου και η ΔΕΗ, με τα μεγάλα υδροηλεκτρικά», λέει ο οργανωτικός γραμματέας της ΠΟΣΠΗΕΦ.

«Θα κλάψουμε τον χειμώνα»: Στο +180% το φυσικό αέριο – Φόβοι για τιμές – ρεκόρ

Όμως, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στην τιμή της Μεγαβατώρας δεν έχουν έρθει ακόμα. Καθώς πλησιάζουμε στο χειμώνα, ολοένα και αυξάνονται οι φόβοι για τιμές – ρεκόρ στο φυσικό αέριο, οι οποίες θα συμπαρασύρουν και την ηλεκτρική ενέργεια, όταν αυτή παράγεται από το συγκεκριμένο καύσιμο.

«Θα… κλάψουμε τον ερχόμενο χειμώνα!», προειδοποιεί ο κ. Τσικούρας. «Τον περασμένο χειμώνα, η τιμή αναφοράς φυσικού αερίου (TTF – Title Transfer Facility) στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν 25 ευρώ/MWh. Σήμερα είναι 81 ευρώ/MWh, δηλαδή 180% παραπάνω, και πάμε ολοταχώς προς τα ευρώ/MWh. Αντιλαμβάνεστε ότι η ηλεκτροπαραγωγή από το φυσικό αέριο θα εκτιναχθεί».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι εγκρίσεις για την ένταξη νέων μπαταριών στο σύστημα ενέργειας καθυστερεί, σε σημείο που δημιουργεί υπόνοιες για μανιπουλάρισμα της αγοράς, υποστηρίζει ο κ. Τσικούρας.

Αυτήν τη στιγμή, υπάρχουν συνολικά 4,7 GW αποθηκευτικού χώρου σε μπαταρίες που περιμένουν να μπουν στο δίκτυο. Οι αιτήσεις πρέπει να ελεγχθούν και να προτεραιοποιηθούν από το Επιτροπή Αξιολόγησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Έπειτα από έξι μήνες, η Επιτροπή συστάθηκε τον περασμένο Μάρτιο, υπό τη γενική γραμματέα Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινα Παληαρούτα, αλλά ακόμα δεν έχει υπάρξει κάποια εξέλιξη.

Το επόμενο βήμα θα είναι η έκδοση της τελικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης για τη σταδιακή ένταξη των μπαταριών στο σύστημα. Μέχρι τότε, φαίνεται πως το ακριβό φυσικό αέριο θα συνεχίσει να συμπαρασύρει την Οριακή Τιμή Συστήματος, η οποία θα οδηγεί, με τη σειρά της, στα όριά τους και τους καταναλωτές.