ΑΠΘ: Το κτήριο «φάντασμα» της Αγίου Δημητρίου – Από μονάδα παραπληγικών σε διαχρονικό σύμβολο εγκατάλειψης
Σκουπίδια, ανοίγματα που οδηγούν στο… κενό, γκράφιτι, μικρές «λίμνες» σε κάθε νεροποντή είναι οι εικόνες που καταγράφονται από την αυτοψία του TheOpinion
Ένα ημιτελές «κουφάρι» στην «καρδιά» του campus του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αντικρίζουν καθημερινά όσοι διέρχονται από τη συμβολή των οδών 3ης Σεπτεμβρίου και Αγίου Δημητρίου.
Σκουπίδια, ανοίγματα που οδηγούν στο… κενό, γκράφιτι, μικρές «λίμνες» σε κάθε νεροποντή. Αυτές είναι οι εικόνες που καταγράφονται στην αυτοψία του TheOpinion στον χώρο, ο οποίος σήμερα χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ από εργαζόμενους και φοιτητές του ιδρύματος.
Δημόσια ακίνητα: Αδράνεια, εγκατάλειψη και χαμένες ευκαιρίες

Τρεις και πλέον δεκαετίες μετά την έναρξη της κατασκευής του, το ημιτελές κτίριο παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα έργου που «πάγωσε», παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες για την αξιοποίησή του.
Η ιδέα για δημιουργία Κέντρου Αποκατάστασης Παραπληγικών
Η ανέγερση του κτηρίου ξεκίνησε το 1991, επί πρυτανείας του Αντώνη Τρακατέλη, με στόχο τη δημιουργία μονάδας αποκατάστασης για άτομα με βαριές μετατραυματικές κακώσεις και παραπληγικούς.

Το σχέδιο προέβλεπε την κατασκευή ενός μεγάλου συγκροτήματος με δύο υπόγεια, δύο ισόγειους ορόφους και τέσσερις επιπλέον ορόφους. Επρόκειτο να αποτελέσει τη μοναδική αντίστοιχη δομή στη Βόρεια Ελλάδα, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό στο σύστημα υγείας, ενώ η χρηματοδότηση προήλθε αρχικά από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.

Το έργο είχε τη στήριξη της τότε κυβέρνησης, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο προσωπικό ενδιαφέρον του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος -όπως αναφερόταν- αντιλαμβανόταν την αναγκαιότητα μιας τέτοιας μονάδας, λόγω και των κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η σύζυγός του.
Το «πάγωμα» του έργου και η αρχή της εγκατάλειψης
Μολονότι όλα έδειχναν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν, οι εργασίες σταμάτησαν γύρω στο 1994 λόγω αδυναμίας εξασφάλισης συνέχειας στη χρηματοδότηση, καθώς δεν κατέστη δυνατή η ένταξή του στο δεύτερο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης, ούτε η χρηματοδότησή του από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Αντίστοιχη ήταν και η κατάληξη της προσπάθειας που έγινε αργότερα, επί πρυτανείας Αναστάσιου Μάνθου, για ένταξη στο τέταρτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης. Έτσι, το κτήριο παρέμεινε ημιτελές, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας μακράς περιόδου εγκατάλειψης.
Προτάσεις αξιοποίησης που έμειναν στα… χαρτιά
Τις επόμενες δεκαετίες διατυπώθηκαν κατά καιρούς διαφορετικά σχέδια για την αξιοποίηση του κτηρίου, χωρίς ωστόσο κανένα να προχωρήσει σε υλοποίηση.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν προτάσεις για μικτές χρήσεις, που θα συνδύαζαν ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες με τη στέγαση διοικητικών υπηρεσιών, αλλά και η συγκέντρωση του συνόλου των διοικητικών υπηρεσιών του ΑΠΘ σε έναν ενιαίο χώρο.
Παράλληλα, επανήλθε στο τραπέζι και η αρχική ιδέα, με σενάρια μετατροπής του σε Κέντρο Μετανοσοκομειακής Φροντίδας και Αποκατάστασης παραπληγικών, υπό τη διοικητική ευθύνη του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο εξετάστηκε και η προοπτική δημιουργίας νέας φοιτητικής εστίας μέσω ΣΔΙΤ.

Παρά τις ποικίλες προτάσεις, το μόνο που τελικά μεταβλήθηκε ήταν το ιδιοκτησιακό καθεστώς, καθώς το κτήριο επέστρεψε στο ΑΠΘ από το υπουργείο Υγείας, στο οποίο είχε παραχωρηθεί για την αρχική του χρήση.
Η εισαγγελική έρευνα και η εικόνα απαξίωσης
Η υπόθεση του κτηρίου επανήλθε στο προσκήνιο το 2013, όταν διατάχθηκε προκαταρκτική εξέταση από τον εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, Αργύρη Δημόπουλο, με το ημιτελές κτίριο να βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας, καθώς για σειρά ετών παρέμενε αναξιοποίητο, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμη και ως χώρος στάθμευσης.

Η έρευνα στόχευε στη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών, με αδικήματα όπως απιστία στην υπηρεσία, υπεξαίρεση και παράβαση καθήκοντος, με τις πρυτανικές αρχές να χαρακτηρίζουν το ζήτημα ως «ένα από τα χρόνια προβλήματα» του ιδρύματος, με βασικό εμπόδιο την εξεύρεση χρηματοδότησης.
Η νέα πρόταση
Το 2021 έγινε νέα προσπάθεια για την αξιοποίηση του κτηρίου, με πρόταση που προέβλεπε τη στέγαση τμημάτων του ΑΠΘ που σήμερα λειτουργούν εκτός campus, με στόχο τόσο την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών όσο και την εξοικονόμηση πόρων, καθώς το πανεπιστήμιο καταβάλλει περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ ετησίως για ενοίκια.

Το σχέδιο περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το Τμήμα Κινηματογράφου, μέρος του Τμήματος Θεάτρου, τμήματα της Πληροφορικής, το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, το Τμήμα Δημοσιογραφίας και μέρος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών.
Ωστόσο, το εγχείρημα δεν ευοδώθηκε, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους ολοκλήρωσης, που εκτιμάται μεταξύ 20 και 30 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά και της έλλειψης πλήρους μελετητικής ωριμότητας, καθώς οι παλαιότερες μελέτες δεν ανταποκρίνονται πλέον στους ισχύοντες κανονισμούς και στις νέες ανάγκες.

Έτσι, το κτίριο που θα μπορούσε να αποτελέσει είτε μία απαραίτητη δομή υγείας για την πόλη και τη βόρεια Ελλάδα -εξυπηρετώντας τον αρχικό του σκοπό- , είτε προσφέροντας πολύτιμο χώρο για την καλύτερη λειτουργία των δομών και των υπηρεσιών του ΑΠΘ, παραμένει αναξιοποίητο να ρημάζει.