«Από την κοινωνία του άγχους στην κοινωνία της κατάθλιψης» – Ειδικοί ψυχικής υγείας μιλούν στο TheOpinion

Οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας, καθώς και οι αλλαγές στη δομή της κοινωνίας έχουν εντείνει την εμφάνιση ψυχικών νοσημάτων.

«Από την κοινωνία του άγχους στην κοινωνία της κατάθλιψης» – Ειδικοί ψυχικής υγείας μιλούν στο TheOpinion
Εικόνα: Unsplash

Κατάθλιψη, κρίσεις πανικού και άγχους, αίσθηση ματαιότητας για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας, καθώς και οι αλλαγές στη δομή της κοινωνίας έχουν εντείνει την εμφάνιση ψυχικών νοσημάτων.

Μολονότι στο παρελθόν αυτά θεωρούνταν ταμπού και το «ντιβάνι» του ψυχολόγου απαγορευμένο… από την κοινωνία, σήμερα τα πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει.

Το TheOpinion μίλησε με ειδικούς για το σήμερα και το χθες της ψυχικής υγείας.

Κατάθλιψη: Η πιο διαδεδομένη σύγχρονη ψυχική διαταραχή της κοινωνίας μας

Στην αρχική του τοποθέτηση, ο Δημήτρης Σεβρής, συνταξιούχος ψυχίατρος, ο οποίος άσκησε για 40 χρόνια το λειτούργημα της ψυχιατρικής, θέλησε να αναφερθεί με αφορμή τη συμπλήρωση έξι ετών από τις 10 Οκτωβρίου (Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας) του 2017, στην ημέρα που γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης.

«Πριν από 6 χρόνια, σαν σήμερα (σ.σ. 10 Οκτωβρίου του 2017, ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας) οργανώσαμε μια εκδήλωση στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της πόλης, γιορτάζοντας τα 100 χρόνια της ίδρυσής του, με αφορμή ότι είχε διαπιστωθεί, πως η πρώτη εισαγωγή ασθενούς έγινε το 1917. Έτσι, αποφασίσαμε και κάναμε στα 100 χρόνια μια υπέροχη εκδήλωση, όπου πολύς κόσμος είδε την ιστορία αυτού του χώρου. Ξεκίνησε από την οδό Ειρήνης στο Βαρδάρη, σε μία από τις κακόφημες συνοικίες και στοίβαζαν τους ανθρώπους τον έναν πάνω στον άλλον. Ήταν μεγάλη εξέλιξη η δημιουργία του για την εποχή εκείνη. Στο ναό του Αγίου Αντωνίου υπάρχουν ακόμη χαλκάδες από τις αλυσίδες που τους έβαζαν και τους έδεναν για να τους έχουν σε απάνθρωπες συνθήκες. Έτσι φτάνουμε στο σήμερα μέσω πολλών γεγονότων με πολύ πόνο και πολλή συγκίνηση, όπως για παράδειγμα τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», τόνισε χαρακτηριστικά, κάνοντας και μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου.

Όπως σημείωσε εκείνα ήταν τα «πέτρινα χρόνια της ψυχιατρικής», τονίζοντας την εξέλιξη στο σήμερα, όπου οι υπηρεσίες της είναι «αξιοπρεπείς, έχουν ένα επίπεδο και μία ποιότητα. Η φροντίδα και η περίθαλψη της ψυχής πρέπει να είναι ισότιμα με τα σωματικά προβλήματα και να σταματήσει πλέον ο τρελός και η τρέλα του να είναι στο περιθώριο».

«Σήμερα έχουμε ένα δίκτυο υπηρεσιών. Κέντρα ψυχικής υγείας, κέντρα αποκατάστασης, εργαστήρια που βοηθούν τους ασθενείς στη μετέπειτα επαγγελματική τους αποκατάσταση. Μία γενικότερη κατάσταση που δεν έχει σχέση με το παρελθόν», εξηγεί και προσθέτει, ότι, τα κέντρα ψυχικής υγείας, «έχουν προσδιοριστεί στην κατάθλιψη, που αποτελεί μεγάλο πρόβλημα, στο βαθμό που αφορά σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Να ταλαιπωρούνται πολλοί συνάνθρωποί μας με κατάθλιψη σε επίπεδο κοινωνικό και ατομικό».

Στη συνέχεια σχετικά με τη νόσο της κατάθλιψης, ανέφερε, ότι, «αυτή η νόσος είναι μία μάστιγα και είναι κρίμα να αφήνουν κάποιοι τον εαυτό τους, τη στιγμή που οι δυνατότητες της επιστήμης, πλέον, είναι πολλές για να αποκαταστήσουν στη συνέχεια την πορεία τους».

Μάλιστα, όπως επισημαίνει είναι περισσότερο δόκιμος ο όρος της μακροχρόνιας ύφεσης από ότι αυτός της ίασης, διότι «πολλές φορές εμφανίζεται υποτροπή αργότερα. Γενικά, πλέον, υπάρχει μία ελάχιστη έως καθόλου αποφευκτική στάση απέναντι στη βοήθεια. Νέοι άνθρωποι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πλησιάσουν έναν ψυχίατρο και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους».

Τέλος, το μήνυμα του κυρίου Σεβρή, είναι, πως, «η κοινωνία μας μαστίζεται καθημερινά και αυτό είναι πολύ απαισιόδοξο με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Πρέπει να αντέξουμε, να προχωρήσουμε και κάποιες φορές να καταφεύγουμε σε κάτι που θεωρούνταν ταμπού. Η βοήθεια που προσφέρεται είναι ουσιαστική, αποτελεσματική, χωρίς δυσκολίες και παρενέργειες, ειδικά στην κατάθλιψη. Η κοινωνία του άγχους τον 20ο αιώνα, έχει γίνει, τον 21ο αιώνα, κοινωνία της κατάθλιψης».

«Ο ψυχολόγος είναι εκεί για να μας οδηγήσει στη συμφιλίωση και στην προσωπική μας ανάπτυξη»

Από την πλευρά της, η Δέσποινα Δριβάκου, ψυχολόγος, οικογενειακή θεραπεύτρια και θεραπεύτρια ζεύγους, τόνισε την εξέλιξη της οπτικής της κοινωνίας απέναντι στα ψυχικά νοσήματα, καθώς και τις παθογένειες που ταλανίζουν τον άνθρωπο σήμερα.

«Επεισόδια πανικού. Κρίσεις άγχους. Απώλεια των δεξιοτήτων για πρωτόγνωρες καταστάσεις. Πλέον, στα επεισόδια πανικού έχουμε πιάσει κορυφή. Η γνώση πλέον των συμπτωμάτων έχει γίνει κατανοητή και στους ίδιους τους ανθρώπους. Καμιά φορά μεγάλο ρόλο παίζει και ο φόβος για την εμφάνιση κάποιου επεισοδίου», σημείωσε για τις πιο συχνές ψυχικές νόσους που παρατηρεί τα τελευταία χρόνια στους ασθενείς της.

«Πολλοί άνθρωποι που επισκέπτονται ψυχολόγους, δεν έχουν καταλάβει το πρόβλημά τους» συνέχισε.

Αμέσως μετά επισήμανε τον τρόπο με τον οποίο οι βίαιες αλλαγές που βιώνουμε, με τους γρήγορους ρυθμούς που έχει αποκτήσει η καθημερινότητά μας, έχουν αντίκτυπο στην ψυχική μας υγεία, καθώς και την ανάγκη να μην «κουκουλώνεται» το όποιο ζήτημα ψυχικής υγείας που μπορεί να παρουσιάσουμε.

«Σίγουρα η επαφή με έναν επαγγελματία είναι πάντα σημαντική όταν στην οικογένειά μας υπάρχουν προβλήματα. Πρέπει να μην υπάρχει η συμπλεγματική στάση απέναντι σε αυτά τα θέματα. Να κουκουλώνουμε τα πράγματα. Αυτό είναι πολύ προβληματικό. Σε κάθε περίπτωση δεν ενδείκνυται το «κουκούλωμα», ειδικά στην εποχή μας. Είτε από τον κορονοϊό και μετά, είτε σε περιόδους που είδαμε αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη, με πολέμους και διάφορες ανατροπές στη ζωή μας. Όλα αυτά έφεραν πολλές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να έχουμε αυτό το φαινόμενο. Όπως είναι αυτό της βίας εντός της οικογένειας. Με πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που λέγαμε πως δε θα έβλαπταν, αλλά τελικά βλάπτουν».

Αναφορικά με την πεποίθηση πως παλαιότερα δεν υπήρχαν τόσα πολλά προβλήματα ψυχικής υγείας, τονίζει πως, «δεν είναι μόνο η κακή πανδημία αλλά και μία τεχνολογία που μεταφέρει τόσο γρήγορα την πληροφορία. Τουναντίον, υπήρχαν πάρα πολλά και παλαιοτέρα, δεν τα βρήκαμε ξαφνικά. Ήταν ντροπή να πει κανείς νιώθω θλίψη. Δε νιώθω χαρά. Έχω παράξενες σκέψεις. Φοβάμαι ότι με ακούνε και με παρακολουθούν. Οπότε το μαθαίναμε όλοι μετά αφότου έκαναν κακό είτε στους εαυτούς τους είτε στους οικείους τους. Γι’αυτό και έγινε ταμπού. Ο άνθρωπος ένιωθε αυτό το στίγμα που θα το κουβαλούσε για όλη του τη ζωή. Έπρεπε να παριστάνει τον υγιή και έτσι, τα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Με τα χρόνια αυτό έχει αλλάξει. Πλέον μιλάει ο κόσμος. Ανοίγεται. Για να χαρεί την ψυχική του υγεία, πρέπει να μιλάει ανοιχτά για τα συμπτώματά του».

Σχολιάζοντας τη συμμετοχή των αντρών σε συνεδρίες, υπογραμμίζει, πως, «είναι θεματική η αύξηση συμμετοχής των αντρών σε συνεδρίες. Πρόκειται και για άνδρες που βρίσκονται σε γάμο και για ομοφυλόφιλους άνδρες. Είναι καλό που το κάνουν γιατί βρίσκονται σε σχέση. Δεν ήταν και δεν είναι εύκολο για αυτούς, γιατί η κοινωνία έχει εκπαιδεύσει τον άντρα να μένει σταθερός, να μην αλλάζει γνώμη. Πλέον και ως μπαμπάδες αναζητούν βοήθεια, γιατί η κοινωνία τους ήθελε να μην συμμετέχουν καθόλου στην ανατροφή των παιδιών».

«Σε κάθε περίπτωση έχουμε μεγάλες αλλαγές στον κοινωνικό ιστό. Στην οικογένεια, στο σχήμα της, στα μέλη της κλπ. Έχουμε αλλαγές και στην εκπαίδευση όλων», σημειώνει αμέσως μετά.

«Έχουμε αλλοίωση πολλών θεσμών και αξιών και εγκατάσταση καινούργιων συνηθειών. Τώρα μπορεί να πάμε και σε έναν ψυχολόγο γιατί είναι αυτό που λέμε και λίγο μόδα. Επίσης, πολλές φορές πηγαίνει κάποιος σε ψυχολόγο, γιατί δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει κάποιους ανθρώπους, που χρειάζεται αυτοί να επισκεφτούν κάποιον ειδικό σε θέματα ψυχικής υγείας. Ο ψυχολόγος δεν είναι εκεί για να μας κρίνει. Είναι εκεί για να μας ακούσει, να μας αποσυμπιέσει. Είναι εκεί για να μας οδηγήσει στη συμφιλίωση και στην προσωπική μας ανάπτυξη», καταλήγει.