Η σιγή του Μαξίμου για ανασχηματισμό, η πρόταση της Ντόρας και ο οιωνοσκόπος Ευάγγελος Βενιζέλος
Στη κυβέρνηση διαψεύδουν τα σενάρια, αλλά η πολιτική πίεση παραμένει. Θα προτιμηθεί τελικά η σταθερότητα ή ο αιφνιδιασμός; Η Ντόρα Μπακογιάννη προτείνει ad hoc συμβούλιο εξωτερικής πολιτικής με πρώην πρωθυπουργούς και Βενιζέλο και αυτός παραλλάσσει στην εκδήλωσή του τη διαπίστωσή του για “μη διακυβερνήσιμη χώρα”:
Σταθερότητα και ανασχηματισμός
Η πολιτική επικαιρότητα πυκνώνει, αλλά το Μέγαρο Μαξίμου επιλέγει σταθερότητα. Ενώ πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, πολλοί αναρωτιούνται αν επίκειται ανασχηματισμός, ειδικά μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις εσωκομματικές εντάσεις και την κόπωση που καταγράφεται δημοσκοπικά για την κυβέρνηση, μετά τα μισά της δεύτερης της θητείας. Ωστόσο, κυβερνητικές πηγές ξεκαθαρίζουν πως «δεν υπάρχει τέτοιο θέμα», ενώ και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έσπευσε να διαψεύσει κατηγορηματικά κάθε σχετική φημολογία.
Η διάψευση, βέβαια, δεν λέει πάντα όλη την αλήθεια. Κανένας ανασχηματισμός δεν προαναγγέλλεται, και κάθε πρωθυπουργός θέλει να κρατάει το όπλο του αιφνιδιασμού για το κυβερνητικό σχήμα. Όμως, στην παρούσα συγκυρία, όλα δείχνουν πως δεν υπάρχει λόγος για βαθιές αλλαγές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι φίλος των συχνών ανασχηματισμών, έχει πραγματοποιήσει μόλις τέσσερις από το 2019. Μετά από έξι μήνες από τον προηγούμενο, το κυβερνητικό σχήμα έχει αρχίσει να «ρολάρει»· μια αιφνίδια αναδιάταξη θα προκαλούσε περισσότερη αναστάτωση παρά όφελος.
Παράγοντες κοντά στο Μαξίμου τονίζουν ότι ο πρωθυπουργός επιλέγει να μείνει προσηλωμένος στο κυβερνητικό έργο. Η κυβέρνηση έχει μπροστά της κρίσιμα ζητήματα: την αντιμετώπιση της ακρίβειας στην αγορά, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του κρατικού μηχανισμού μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη διαχείριση του εσωτερικού μετώπου με την απομείωση της κυβερνητικής έντασης από την υπόθεση των Τεμπών, τις διεθνείς εξελίξεις στα ενεργειακά, αλλά και το ευαίσθητο μέτωπο των ελληνοτουρκικών που δείχνει να ανοίγει και πάλι. Αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν περισσότερο αποτρεπτικά παρά επιτακτικά για αλλαγές. Αν υπάρξουν, θα είναι «σημειακές», για να διορθώσουν αστοχίες και όχι για να σηματοδοτήσουν πολιτική στροφή.
Η εξήγηση της… σιωπής
Η πρόταση της Ντόρας Μπακογιάννη για ένα θεσμικό συμβούλιο των πρώην με τη συμμετοχή και του Ευάγγελου Βενιζέλου δεν σχολιάστηκε επισήμως από την κυβέρνηση. Η σιωπή αυτή, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ως αδιαφορία μπορεί να εκληφθεί. Στο Μαξίμου την εντάσσουν σιωπηρά στην ευρύτερη προσπάθεια οικοδόμησης συναινέσεων γύρω από τα εθνικά ζητήματα, ιδίως σε μια περίοδο που η αντιπολίτευση εμφανίζεται ανώριμη να συμπράξει σε κοινή εθνική γραμμή. Αφού δεν υπάρχει δυνατότητα συνεννόησης με τα κόμματα, γιατί να μην αναζητηθούν συνομιλητές μεταξύ των πρώην;
Η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη άλλωστε, με την εμπειρία και τη θεσμική της ψυχραιμία, έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε κάτι σαν «κοινοβουλευτικό αμορτισέρ» της παράταξης, έναν σταθεροποιητικό μηχανισμό μεταξύ των διαφορετικών ρευμάτων της ΝΔ, αλλά και μια γέφυρα ανάμεσα στους πιο φιλελεύθερους και τους πιο συντηρητικούς κύκλους. Η πρότασή της, λοιπόν, δεν είναι απλώς θεσμική, αλλά λειτουργεί και εσωκομματικά, ως μήνυμα ενότητας και ως υπενθύμιση ότι η εμπειρία έχει ακόμα αξία σε εποχές πολιτικής βιασύνης.
Διπλή ανάγνωση Βενιζέλου
Αντίστοιχα, η χθεσινή εκδήλωση του «Κύκλου Ιδεών» του Ευάγγελου Βενιζέλου ήρθε να υπενθυμίσει ότι η δημόσια σφαίρα δεν ανήκει μόνο στην κυβέρνηση. Αν και κατά το παρελθόν έχει καταφερθεί κόντρα στην «δημοσκοπική δημοκρατία», με τη κατάχρηση των γκάλοπ ως παράγοντα αλλοίωσης της αντιπροσωπευτικότητας του πολιτεύματος. Ωστόσο χθες παρουσιάζοντας τη νέα δημοσκόπηση της Metron Analysis, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και συνταγματολόγος επανήλθε στον αφορισμό του για μια «μη διακυβερνήσιμη χώρα», προκαλώντας αίσθηση. Ο ίδιος, βέβαια, έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν εννοεί πως η Ελλάδα στερείται κυβέρνησης, καθώς «υπάρχει και μπορεί να υπάρξει ξανά αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία», τόνισε. Το πρόβλημα, κατά τον Βενιζέλο, είναι διαφορετικό, δηλαδή στο γεγονός ότι η χώρα κυβερνάται διαχειριστικά, όχι εμπνευσμένα, με δύο βαθιά συμπλέγματα, της Ζυρίχης-Λονδίνου στα εθνικά και της Αποστασίας στην πολιτική μας κουλτούρα.
Πρόκειται για μια κριτική που έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία, στηλιτεύει την κυβερνητική φοβικότητα μπροστά στο πολιτικό κόστος και τη συρρίκνωση του ρόλου του Κοινοβουλίου, και από την άλλη προέρχεται από τον άνθρωπο που ως αρχιτέκτονας της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 συνέβαλε στη θεσμική ενίσχυση του πρωθυπουργοκεντρισμού που σήμερα καταγγέλλει. Ο ίδιος, πάντως, δείχνει να αντιλαμβάνεται αυτήν την ειρωνεία: εμφανίζεται περισσότερο ως στοχαστής ενός πολιτικού συστήματος που «έφτιαξε» και τώρα βλέπει τα όριά του.
Το γεγονός ότι και η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Ευάγγελος Βενιζέλος επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο με θεσμικές προτάσεις και όχι με μικροπολιτικές αιχμές δεν περνά απαρατήρητο από το Μαξίμου. Στελέχη της κυβέρνησης αναγνωρίζουν ότι «πρόκειται για φωνές που μπορούν να προσφέρουν ισορροπία και εμπειρία», την ίδια στιγμή όμως υπογραμμίζουν ότι «η διακυβέρνηση δεν μπορεί να γίνεται συλλογικά ούτε δια αντιπροσώπων». Με άλλα λόγια: το μήνυμα ακούστηκε, αλλά η πρωτοβουλία παραμένει στα χέρια του πρωθυπουργού.